ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Σαρλ Μισέλ στην «Κ»: Η Ε.Ε. έτοιμη να αναλάβει δράση έναντι της Τουρκίας

Η Ε.Ε. είναι «έτοιμη να χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της» για να αλλάξει τη συμπεριφορά της Τουρκίας, δηλώνει στην «Κ» ο πρόεδρος του Σαρλ Μισέλ

Kathimerini.gr

Γιάννης Παλαιολόγος

Η Ε.Ε. είναι «έτοιμη να χρησιμοποιήσει όλα τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της» για να αλλάξει τη συμπεριφορά της Τουρκίας, δηλώνει στην «Κ» ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ. Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, ο κ. Μισέλ δηλώνει ότι παραμένει «επιφυλακτικός» σχετικά με τις προθέσεις της Αγκυρας, αναγνωρίζει ότι διογκώνονται διαρκώς οι προκλήσεις προς τη δυτική συμμαχία από ισχυρά αυταρχικά κράτη και υπογραμμίζει ότι η Ε.Ε. είναι πολύ ισχυρή και δεν πρέπει να το ξεχνά αυτό. Τέλος, με αφορμή τα 40 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας, στέλνει ένα μήνυμα ελπίδας και κοινής βούλησης για την οικοδόμηση ενός νέου οικονομικού και κοινωνικού υποδείγματος στην Ευρώπη.

– Είστε αισιόδοξος ότι οι νέες κυρώσεις εις βάρος της Λευκορωσίας θα πετύχουν εκεί που απέτυχαν οι προηγούμενες – στο να αλλάξουν τη συμπεριφορά του καθεστώτος; Είστε σίγουρος ότι θα επιβληθούν ευρύτερες οικονομικές κυρώσεις, δεδομένων των αντιστάσεων ορισμένων εκ των μεγαλύτερων κρατών-μελών σε αυτό;

– Αυτό που συνέβη ήταν εντελώς απαράδεκτο και ήταν κρίσιμο να αντιδράσουμε τάχιστα. Οπως είδατε, μπορέσαμε να καταλήξουμε πολύ γρήγορα σε μια κοινή, πολύ αυστηρή γραμμή. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό, αφορά την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας. Η άλλη πολύ σημαντική πτυχή είναι ότι αντίστοιχες κυρώσεις επέβαλαν και εταίροι μας, όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Και ανοίξαμε την πόρτα για τομεακές οικονομικές κυρώσεις – οι οποίες όμως πρέπει να είναι στοχευμένες, ώστε να μην πλήξουν την κοινωνία των πολιτών. Αρα πρέπει τα μέτρα να πλήξουν το καθεστώς, όχι τον πληθυσμό – και να συμμορφώνονται με το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο.

Αναγνωρίζουμε ότι η Ε.Ε. και οι εταίροι μας με τους οποίους μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες δοκιμαζόμαστε ολοένα και περισσότερο από αυταρχικά κράτη. Γι’ αυτό είναι σημαντικό στην προσεχή συνάντηση του «G7» στο Ηνωμένο Βασίλειο να δούμε πώς μπορούμε από κοινού να υπερασπιστούμε πιο αποτελεσματικά αξίες όπως η διεθνής συνεργασία, ο πολυμερισμός, ο σεβασμός στις διεθνείς συμφωνίες και στο κράτος δικαίου. Θα ζητήσω από τον Μπόρις Τζόνσον να θέσει το ζήτημα αυτό στην ατζέντα. Αυτές οι αρχές δέχονται αυξανόμενη πίεση και η Ε.Ε. μπορεί να παίξει ηγετικό ρόλο στην υπεράσπισή τους.

– Πότε θα είναι έτοιμα τα νέα μέτρα κατά της Λευκορωσίας; Συζητήθηκε στη Σύνοδο η πιθανότητα εμπλοκής της Ρωσίας στην υπόθεση; Θα έκανε κάτι τόσο εξωφρενικό ο Λουκασένκο χωρίς να έχει ενημερώσει τον Πούτιν;

– Τα νέα μέτρα, σχετικά με τον εναέριο χώρο για παράδειγμα, έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζονται. Οι κυρώσεις θέλουμε να εφαρμοστούν το συντομότερο νομικά δυνατόν. Σχετικά με τη Ρωσία, είναι σαφές ότι υπάρχουν δεσμοί με το λευκορωσικό καθεστώς, τους οποίους είναι σημαντικό να κατανοήσουμε εις βάθος. Αλλά τη Δευτέρα το βράδυ είχαμε επίσης τη δυνατότητα να συζητήσουμε εις βάθος για την ίδια τη Ρωσία – για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια. Συνήθως απλώς συζητούμε για τις κυρώσεις και τις ανανεώνουμε, αλλά είχα δεσμευτεί στους συναδέλφους μου ότι θα κάναμε αυτή τη στρατηγική συζήτηση. Και ήταν πολύ χρήσιμη. Ολοι συμφωνήσαμε ότι πρέπει να σταματήσει η παθητική προσέγγιση, δεν πρέπει απλώς να αντιδρούμε στις ρωσικές προκλήσεις και στις παράνομες ενέργειες. Πρέπει να αναπτύξουμε μια πιο ενεργητική προσέγγιση, ορίζοντας τα συμφέροντα που θέλουμε να υπερασπιστούμε απέναντι στη Ρωσία και τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας. Για παράδειγμα, πρέπει να παίξουμε έναν πιο ενεργό ρόλο στις χώρες που ανήκουν στην Ανατολική Εταιρική Σχέση – γι’ αυτό έχω προσπαθήσει να συμβάλω στη στήριξη των δημοκρατικών θεσμών στη Γεωργία. Για τον ίδιο λόγο θα επισκεφθώ τον Αύγουστο, για δεύτερη φορά, την Ουκρανία. Για να στείλουμε ένα ξεκάθαρο σήμα ότι θέλουμε να εφαρμοστεί η συμφωνία του Μινσκ και να υπερασπιστούμε την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας και τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες.

– Αρα –για να είμαστε σαφείς– δεν υπάρχει προς το παρόν κάποια ένδειξη εμπλοκής της Μόσχας στην υπόθεση; Και θέλω να σας διαβάσω κάτι που είπε ο Μάριο Ντράγκι μετά τη Σύνοδο: «Είμαστε μια ισχυρή ήπειρος… 70% των άμεσων ξένων επενδύσεων στη Ρωσία είναι ευρωπαϊκό… δεν πρέπει να είμαστε αδύναμοι» απέναντι στη Ρωσία όταν διακυβεύονται θέματα αξιών. Συμφωνείτε; Εχει υπάρξει αδύναμη η Ευρώπη απέναντι στη Ρωσία;

– Σχετικά με την πρώτη σας ερώτηση, έχουμε ζητήσει να διεξαχθεί μια διεθνής έρευνα, σε συντονισμό με τις ΗΠΑ, ώστε να κατανοήσουμε όλες τις πτυχές αυτής της υπόθεσης. Σχετικά τώρα με τις δηλώσεις Ντράγκι: φυσικά και συμφωνώ! Δεν πρέπει να μας εκφοβίζει η Ρωσία. Είμαστε μια ισχυρή οικονομία, με ισχυρές αξίες και με πολλά εργαλεία στη διάθεσή μας. Ενίοτε το ξεχνάμε αυτό και δεν πρέπει.

Πρέπει να κάνουμε βήματα για να ενισχύσουμε τη γεωπολιτική μας επιρροή, ώστε να είναι αντίστοιχη με την οικονομική. Αυτό θα χρειαστεί χρόνο. Αλλά τους τελευταίους 18 μήνες έχουμε κάνει σημαντική πρόοδο. Για παράδειγμα, ηγηθήκαμε στο θέμα της κλιματικής αλλαγής, ακόμα και σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ ήταν σε διαφορετική γραμμή· στο θέμα της φορολόγησης των πολυεθνικών, ξεκινήσαμε τη συζήτηση πριν από χρόνια για την ανάγκη να γίνει πιο δίκαιη και τώρα οι ΗΠΑ ανοίγουν την πόρτα ώστε να προχωρήσουμε μπροστά· στην αντιμετώπιση της πανδημίας, η προσέγγισή μας εξελίσσεται στο όραμα της διεθνούς κοινότητας: η επένδυση στην έρευνα, η στήριξη του COVAX, οι εγγυήσεις για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι εξαγωγές εμβολίων… Στην Ευρώπη έχουμε την τάση να υποβαθμίζουμε τα επιτεύγματά μας. Προσπαθώ να καταπολεμήσω αυτό τον τρόπο σκέψης.

– Πώς απαντάτε στην κριτική ότι η Ευρώπη δεν έχει την επιρροή που θα έπρεπε επειδή τα κράτη-μέλη της συχνά δίνουν προτεραιότητα στις οικονομικές τους επιδιώξεις έναντι του κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος;

– Είμαι πεπεισμένος ότι ολοένα και περισσότερο αυτή η γενιά Ευρωπαίων ηγετών κατανοεί ότι η κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι ο καλύτερος τρόπος προώθησης των οικονομικών συμφερόντων των χωρών τους. Ενα παράδειγμα που θυμάμαι καλά ήταν οι διεργασίες για τον κοινοτικό προϋπολογισμό και το Ταμείο Ανάκαμψης. Το πρώτο ένστικτο ορισμένων κρατών-μελών ήταν να υπερασπιστούν τα στενά οικονομικά τους συμφέροντα. Αλλά μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες άλλαξαν οπτική – συνειδητοποίησαν ότι ο καλύτερος τρόπος να στηρίξουν την οικονομία των χωρών τους ήταν να κάνουν την Ευρώπη ισχυρότερη και πιο ανθεκτική.

– Δύο μήνες μετά την επίσκεψη στην Αγκυρα, ένα μήνα πριν συζητηθεί εκ νέου σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβούλιου, βλέπετε κάποια ένδειξη βελτίωσης της κατάστασης στο εσωτερικό της χώρας; Εχει γίνει η Τουρκία πιο εποικοδομητικός εταίρος στην εξωτερική πολιτική;

– Παραμένω επιφυλακτικός. Είχαμε την ευκαιρία να παρουσιάσουμε στις τουρκικές Αρχές μια ισχυρή, κοινή θέση. Είχαμε προετοιμαστεί σε στενή συνεργασία με τους 27 συναδέλφους και ιδιαίτερα με την Ελλάδα και την Κύπρο. Στείλαμε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: είμαστε έτοιμοι για μια πιο θετική ατζέντα, αλλά η διάθεσή μας αυτή είναι υπό αίρεση, είναι αναλογική και αναστρέψιμη. Αυτό σημαίνει ότι θα υλοποιηθεί μόνο αν υπάρξει πρόοδος σε διαφορετικά πεδία – και ειδικά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στο Κυπριακό, στα ανθρώπινα δικαιώματα. Θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά της Τουρκίας.

– Υπάρχει κάποια ενδιάμεση εκτίμηση που μπορείτε να κάνετε βάσει των δύο αυτών μηνών;

– Δεν θέλω να προβώ σε κάποια ενδιάμεση εκτίμηση πριν από τα τέλη Ιουνίου. Αλλά στο παρελθόν έχουμε παρατηρήσει να γίνεται ένα βήμα στη σωστή κατεύθυνση και μετά, δύο στη λάθος. Δεν είμαστε αφελείς, λοιπόν. Είναι γείτονας, είναι μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά είναι θεμελιώδες για την Ε.Ε. να διασφαλίσει ότι η Τουρκία θα υιοθετήσει μια πιο θετική στάση προς το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον – μεταξύ άλλων σε μέρη όπως η Λιβύη, η Συρία και ο Καύκασος. Η στάση της Τουρκίας σε αυτές τις συγκρούσεις στο παρελθόν δεν ευθυγραμμιζόταν με το συμφέρον της Ευρώπης. Είμαστε έτοιμοι να χρησιμοποιήσουμε όλα τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας για να επηρεάσουμε τη συμπεριφορά της.

Nα γίνουν σωστές επενδύσεις – Ποτέ δεν θα υπάρξουν δωρεάν χρήματα

Ο κ. Μισέλ επισκέφθηκε την Ελλάδα για να συμμετάσχει στους εορτασμούς για την 40ή επέτειο της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Τον ρωτήσαμε ποιο είναι το μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό, που επλήγη από την πανδημία τη στιγμή που η χώρα είχε ξεκινήσει να ανακάμπτει από την πολυετή οικονομική της κρίση.

«Για εμένα υπάρχει μια συναισθηματική πλευρά σε αυτή την επίσκεψη», λέει στην «Κ» ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. «Η παιδεία μου έχει επηρεαστεί από την Ελλάδα. Είμαι λοιπόν πολύ χαρούμενος που θα συμμετάσχω σε αυτόν τον εορτασμό (σ.σ. η συνέντευξη έλαβε χώρα τη μέρα πριν από την επίσκεψη). Το μήνυμά μου είναι ένα μήνυμα ελπίδας. Η Ελλάδα, όπως και τα υπόλοιπα 26 κράτη-μέλη, έχουμε το ίδιο όραμα για το μέλλον. Θέλουμε να εκμεταλλευθούμε τις ευκαιρίες που συνεπάγονται οι προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιακής ατζέντας. Θέλουμε να εργαστούμε από κοινού για να επιτύχουμε αυτούς τους στόχους, να υλοποιήσουμε μεταρρυθμίσεις που ήταν ήδη αναγκαίες πριν από την πανδημία, ώστε να καταστήσουμε τις κοινωνίες μας πιο ανθεκτικές. Χρειαζόμαστε ένα νέο οικονομικό και κοινωνικό υπόδειγμα, που δεν βασίζεται στην κατάχρηση των φυσικών πόρων ή δεδομένων μεγάλης κλίμακας».

Ο κ. Μισέλ κάνει ειδική αναφορά στη νέα γενιά στην Ελλάδα, που «μέσω προγραμμάτων όπως το Erasmus έχει την ευκαιρία να ανοίξει τους ορίζοντές της και να πάρει το πεπρωμένο της στα χέρια της». Μιλάει επίσης για την Τήλο, το «πρώτο νησί που θα καταναλώνει ενέργεια 100% από ανανεώσιμες πηγές», ως παράδειγμα προς μίμηση για τον ενεργειακό μετασχηματισμό που πρέπει να γίνει στην Ευρώπη.

Τα φιλόδοξα αυτά σχέδια, όμως, απαιτούν δημόσιες επενδύσεις πολύ μεγάλης κλίμακας, που αποθαρρύνονταν μέχρι πρότινος από το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. «Εχουμε μάθει τα λάθη του παρελθόντος. Οταν ήμουν πρωθυπουργός στο Βέλγιο, συνειδητοποίησα ότι υπάρχει άμεση ανάγκη για επενδύσεις στον ψηφιακό τομέα και στην πράσινη μετάβαση. Αλλά πρέπει να γίνουν οι σωστές επενδύσεις. Ποτέ δεν θα υπάρξουν δωρεάν χρήματα. Η ευθύνη είναι τεράστια τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Σχετικά με το Ευρωπαϊκό Πιστοποιητικό COVID, ο κ. Μισέλ επαινεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη που πρωτοστάτησε στην ιδέα θέσπισης του εργαλείου αυτού. «Υποστήριξα εξαρχής αυτή την πρωτοβουλία, ακόμα κι όταν κάποιοι δίσταζαν», αναφέρει. Το πιστοποιητικό, λέει, «είναι αναγκαίο για να ανοίξουμε εκ νέου τις οικονομίες μας, να ανακτήσουμε τις ελευθερίες μας. Αλλά πρέπει να παραμείνουμε σε επιφυλακή: θα παρακολουθούμε στενά τις παραλλαγές του ιού κ.ο.κ. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει στους επόμενους μήνες – αν και είμαστε συγκρατημένα αισιόδοξοι. Αυτή ήταν η αίσθηση στη συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ακόμα και με το πιστοποιητικό θα υπάρξουν δυσκολίες. Αλλά είναι πολύ σημαντικό να έχουμε μια κοινή προσέγγιση στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η Κομισιόν τώρα θα καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για το άνοιγμα των μετακινήσεων εντός της Ε.Ε. Ελπίζω αυτές να διασαφηνίσουν την κατάσταση και να οδηγήσουν σε εναρμόνιση πολιτικών μεταξύ των κρατών-μελών».

Η εκστρατεία εμβολιασμού

Στη Σύνοδο συζητήθηκε επίσης το ζήτημα του εμβολιασμού του αναπτυσσόμενου κόσμου. Κάνει αρκετά η Ευρώπη για να συμβάλλει σε αυτό; Δεν ήταν μέρος του προβλήματος, έχοντας παραγγείλει υπερβολικά μεγάλες ποσότητες, που είχαν ως αποτέλεσμα να μην υπάρχουν αρκετές δόσεις για τις φτωχότερες χώρες;

«Αν υπάρχει μία περιοχή που ήταν εξαρχής δεσμευμένη στη διεθνή αλληλεγγύη, αυτή αναμφίβολα είναι η Ευρώπη. Εμείς ξεκινήσαμε τον μηχανισμό COVAX – και έχουμε τη μεγαλύτερη συνεισφορά σε αυτόν. Είμαστε η μόνη δημοκρατία που δεν απαγόρευσε τις εξαγωγές – οι οποίες έφτασαν το 50% των δόσεων που παράχθηκαν στην Ευρώπη. Αυτό δεν ήταν εύκολο να το εξηγήσουμε στην κοινή μας γνώμη. Το Ισραήλ, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έκαναν εξαγωγές. Επιπλέον, κινηθήκαμε για να ενισχύσουμε την παραγωγική ικανότητα των φτωχότερων χωρών. Πριν από κάποιους μήνες επισκέφθηκα μια σειρά αφρικανικών χωρών και μίλησα με τους ηγέτες της Κένυας, της Ρουάντας, του Κογκό, της Σενεγάλης και άλλους, για να ξεκινήσουν συγκεκριμένες συνεργασίες προς αυτή την κατεύθυνση. Και χαίρομαι ιδιαίτερα για την επένδυση ενός δισ. ευρώ που ανακοίνωσε προ ημερών η Κομισιόν για το θέμα αυτό».

Είναι ηθικά αποδεκτό να εμβολιάζονται έφηβοι στην Ευρώπη όταν δεν έχουν πρόσβαση σε εμβόλια οι υγειονομικοί σε πολλές χώρες; «Είναι κατ’ αρχάς μια επιστημονική συζήτηση. Πρέπει να ακούσουμε τους επιστήμονες. Πολλά ζητήματα παραμένουν άγνωστα για την COVID – αν πρέπει να εμβολιάσουμε τα παιδιά, αν θα χρειαστούν ενισχυτικές δόσεις. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επιταχυνθούν οι εμβολιασμοί στις αναπτυσσόμενες χώρες και γι’ αυτόν τον σκοπό δεσμευτήκαμε να δωρίσουμε τουλάχιστον 100 εκατομμύρια δόσεις έως το τέλος του έτους».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Διπλωματία: Τελευταία Ενημέρωση