Ραφαέλα Δημητριάδη
Αναστάτωση και έντονες αντιδράσεις βουλευτών, σημειώθηκαν κατά τη συνεδρίαση της σημερινής Επιτροπής Θεσμών όπου συζητήθηκε το θέμα της λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου της Ανάληψης Εργασίας στον Ιδιωτικό Τομέα από Πρώην Κρατικούς Αξιωματούχους και Ορισμένους Πρώην Υπαλλήλους του Δημόσιου και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα. Στο επίκεντρο της Επιτροπής τέθηκε και το επίμαχο βίντεο, με τη συνεδρίαση να καταλήγει να συνεδριάζει κεκλεισμένων των θυρών.
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, τέθηκαν στο μικροσκόπιο οι αποφάσεις της Επιτροπής Ελέγχου, η οποία κλήθηκε να δώσει απαντήσεις, με την Πρόεδρο της κα Γιάννα Χατζηχάννα, όταν έγινε συγκεκριμένη αναφορά σε πρώην Υπουργό που εμφανίζεται στο βίντεο, να σημειώνει πως, δεν βρίσκονται εδώ (στην Επιτροπή Θεσμών) για να αναφερθούν σε συγκεκριμένα άτομα. «Δεσμευόμαστε με πλήρη εχεμύθεια, αν αποκαλύψουμε κάτι είμαστε ένοχοι με βάση τον Νόμο και μπορεί να μας επιβληθεί ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή πρόστιμο 8.000 ευρώ».
Με τους βουλευτές να επικαλούνται τον Νόμο, τονίζοντας πως η Επιτροπή έχει υποχρέωση εκ του Νόμου, να δώσει τα στοιχεία στα μέλη της Βουλής. Εκείνη τη στιγμή η κ. Χατζηχάννα απάντησε πως όλες οι αποφάσεις αποστέλλονται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στην Πρόεδρο της Βουλής, στο Γενικό Εισαγγελέα, άρα οι βουλευτές μπορούν να αποταθούν στο αρχείο.
Η βουλεύτρια του ΑΚΕΛ, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, αποχώρησε από την Επιτροπή προκειμένου να ζητήσει από τη Διεύθυνση της Βουλής τους φακέλους με τις αποφάσεις της Επιτροπής μετά από τις αιτήσεις. Περίπου 30 λεπτά αργότερα, όταν οι φάκελοι παραδόθηκαν στην Επιτροπή Θεσμών, αποφασίστηκε η συνέχιση της συνεδρίασης κεκλεισμένων των θυρών.
Σε δηλώσεις της μετά το πέρας της συνεδρίασης, η κ. Χαραλαμπίδου, εξέφρασε την πρόθεσή της να αποστείλει επιστολή στον Έφορο Φορολογίας για να ελέγξει, όπως είπε τις άδειες που δόθηκαν, σε ποιο άτομο δόθηκαν και τι γνώση έχει σε σχέση με τις συγκεκριμένες εταιρείες.
Σύμφωνα με την ίδια, θα αποσταλεί δεύτερη επιστολή στον ποινικό ανακριτή, ώστε να ενημερωθεί και αυτός «εάν και εφόσον σκοπεύει να ασχοληθεί και με όλη αυτή τη δράση που προηγήθηκε του γνωστού βίντεο». Παράλληλα, όπως είπε η κ. Χαραλαμπίδου, θα σταλεί επιστολή και στον Αρχηγό της Αστυνομίας, «ώστε να μην μπορεί κανένας να πει ότι δεν είχε γνώση και αυτής της προέκτασης».
Την ίδια ώρα η βουλεύτρια, σημείωσε πως, όταν γίνεται σύσταση διαφόρων Επιτροπών, θα πρέπει να υπάρχει και η διαβεβαίωση ότι αυτές είναι αποτελεσματικές, ότι ελέγχουν και ότι δίνουν την έγκριση εκεί και όπου πρέπει. «Είναι με μεγάλη λύπη που σήμερα διαπίστωσα ότι απλώς πέφτει μια υπογραφή και ακολουθείται μια τυπική διαδικασία, χωρίς να μπορεί κανένας να ελέγξει αν όσα δηλώνει ο κάθε αξιωματούχος στη συνέχεια τηρούνται».
Σύμφωνα με την ίδια, έρχονται κάποιες τυπικές απαντήσεις από τους διευθυντές των εμπλεκόμενων υπουργείων -στη συγκεκριμένη περίπτωση μέσω του Υπουργείου Εμπορίου- και στη βάση αυτών των τυπικών απαντήσεων προχωρεί η παραχώρηση άδειας. «Πρέπει να ελεγχθεί ο ρόλος και η δράση των εταιρειών που καταγράφονται, με τι ασχολούνταν και ποιο ήταν το αντικείμενο της δράσης τους». Πρέπει επιτέλους, συνέχισε η κ. Χαραλαμπίδου, κάποιος να μας πει πώς διασφαλίζεται ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται για την παραχώρηση άδειας σε κάποιον μετά την αποχώρησή του από τη θέση του αξιωματούχου ελέγχονται.
Όσον αφορά τα στοιχεία αυτά κατατίθενται στην Πρόεδρο της Βουλής. «Παλαιότερα κατατίθεντο στην Ολομέλεια, με αποτέλεσμα να υπάρχει άμεση γνώση. Στη συνέχεια κατατίθεντο υπό τη μορφή εμπιστευτικού. Σήμερα τα ζητήσαμε από το αρχείο. Όμως είναι πολύ διαφορετικό να έρχονται αποσπασματικά».
Καταλήγοντας, και σε ερώτηση αν δόθηκαν απαντήσεις από την Επιτροπή μετά την απόφαση να συνεχιστεί κεκλεισμένων η συνεδρίαση, η κ. Χαραλαμπίδου απάντησε πως, δεν δόθηκαν διευκρινίσεις, δεν υπήρξαν απαντήσεις, δεν υπάρχει δυνατότητα ελέγχου.
Αναφερόμενος στην απάντηση της Επιτροπής Θεσμών, στην απαντητική επιστολή του Γενικού λογιστή, την οποία ανέγνωσε ο βουλευτής του ΔΗΣΥ και Πρόεδρος της Επιτροπής, Δημήτρης Δημητρίου, ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Ανδρέας Πασιουρτίδης, έκανε λόγο για προσπάθεια συρρίκνωσης των εξουσιών της Βουλής, είτε μέσω στοχευμένων αναπομπών είτε, πλέον, «με την προσπάθεια να μας πείσουν ότι δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης οποιωνδήποτε στοιχείων στη Βουλή». Σύμφωνα με τον κ. Πασιουρτίδη, μέσω μιας απλής ανάγνωσης των νομοθεσιών «διαψεύδονται πανηγυρικά».
Την ίδια ώρα εξέφρασε την έκπληξή του, διότι όπως είπε, «αν σε αυτό το παιχνίδι» πλέον μπαίνει και η Νομική Υπηρεσία και η Επίτροπος Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, «τότε θα καταλήξουμε στο σημείο η Βουλή να στερηθεί μία από τις δύο συνταγματικές της εξουσίες, αυτή του κοινοβουλευτικού ελέγχου».
Την ίδια ώρα κάλεσε τις αρμόδιες αρχές και την κυβέρνηση να σκεφτούν δύο και τρεις φορές αν θα επιμείνουν σε αυτή τη θέση, διότι, όπως σημείωσε ο κ. Πασιουρτίδης, θα δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, το οποίο στο τέλος της ημέρας δεν αρμόζει σε δημοκρατικά καθεστώτα.
Παράλληλα, πρόσθεσε ότι η νομοθεσία που προνοεί την κατάθεση στοιχείων στη Βουλή των Αντιπροσώπων αποτέλεσε το πρότυπο για την ψήφιση σχεδόν ταυτόσημης νομοθεσίας που προβλέπει την κατάθεση στοιχείων στην Ελεγκτική Υπηρεσία. «Στην περίπτωση του Φορέα, στην Ελεγκτική Υπηρεσία δόθηκαν όλα τα στοιχεία. Γι’ αυτό και προέκυψε η έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας τον Νοέμβριο, η οποία διαπιστώνει ιδιάζουσα σχέση ή αφήνει υπόνοιες σύγκρουσης συμφερόντων, συγκεκριμένων εταιρειών τη στιγμή που διεκδικούσαν έργα του δημοσίου και συνέφεραν στο ταμείο», σημείωσε.
Με τον κ. Πασιουρτίδη να αναρωτιέται, γιατί σε εκείνη την περίπτωση τα στοιχεία δόθηκαν, ενώ στη Βουλή δεν δίνονται. «Προφανώς, κάποιος θέλει κάτι να κρύψει».
Για σοβαρά ερωτήματα, σε σχέση με τη δραστηριοποίηση πρώην Υπουργού στους ίδιους τομείς με το χαρτοφυλάκιο του, έκανε λόγο η ανεξάρτητη βουλέυτρια, Αλεξάνδρα Ατταλίδου.
Στη δική της τοποθέτηση, τόνισε πως αυτό δεν σημαίνει ότι προδικάζεται οποιαδήποτε απόφαση ή οποιαδήποτε ποινική έρευνα. Ωστόσο, όπως είπε, υπάρχει σοβαρό ζήτημα που αφορά υποσχέσεις οικονομικών καταβολών και πρόσβαση στην πολιτική εξουσία.
«Η πρόσβαση στην εκτελεστική εξουσία, και δη στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή σε οποιονδήποτε άλλον αξιωματούχο, δεν αγοράζεται σε ένα κράτος δικαίου, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Αυτό δεν αποτελεί πολιτική αντιπαράθεση. Είναι ζήτημα θεσμών και νομιμότητας».
Την ίδια ώρα σημείωσε πως, η Βουλή και η Επιτροπή Θεσμών θα συνεχίσουν τον θεσμικό έλεγχο και, όπου υπάρχουν κενά, όπως διαπιστώσαμε ότι υπάρχουν, θα προχωρήσει με προτάσεις νόμου. «Ουδείς είναι πάνω από τον νόμο σε αυτόν τον τόπο», κατέληξε.



























