ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ο Τάσος Λειβαδίτης αποτύπωσε σε ποιήματα και στίχους τη ζωή του όλη

Ο σπουδαίος και επίκαιρος ποιητής «έφυγε» στις 30 Οκτωβρίου του 1988, στα 66 του χρόνια

Γράφει ο Κώστας Μπαλαχούτης

Τα επίθετα που τον συνοδεύουν είναι απολύτως ακριβή στην περίπτωσή του. Η αξία του έργου του είναι αδιαμφισβήτητη και η διαχρονικότητά του μοναδική. Τα ποιήματά του επανεκδίδονται ανελλιπώς, τα λίγα τραγούδια που «κέντησε» ο λόγος του συγκινούν παλαιότερους και νεότερους, ενώ στο Διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ολοκληρωμένες και αποσπασματικές στιγμές του έχουν την τιμητική τους.

Μια εξήγηση που μπορώ να δώσω για τη «ρέντα» του Λειβαδίτη σε ανθρώπους που ενδεχομένως να αγνοούν τον βίο και το καταστάλαγμά του, πέρα από το χάρισμά του, είναι η αλήθεια του.

Αν μελετήσει κανείς τα ποιήματά του, αν ακούσει τον μελοποιημένο λόγο του, μπορεί εύκολα να συντάξει και το βιογραφικό του.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια

μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,

τη μάνα σου και τον κόσμο.

Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου

θα συνεχίζεις τον δρόμο σου πάνω στη γη.

Ο Λειβαδίτης αγωνίστηκε και πάλεψε τίμια για τις οικουμενικές ιδέες του σε ταραγμένους καιρούς, πληρώνοντας γενναία και δίχως να λυγίσει το σκληρό και άδικο τίμημα. Την ίδια ώρα, αγάπησε τη ζωή γνωρίζοντας τη ματαιότητά της, τον έρωτα παρά το πρόσκαιρο και την προδοσία που εμπεριέχει, τους ανθρώπους με τα ελαττώματα και τις αδυναμίες τους, μέχρι και τους ακριβούς και φερέλπιδες «ανταγωνιστές» του.

Ακόμη και στη μοναχικότητά του, όταν σφαδάζει απ’ τους πόνους και μπαλώνει τις μέσα και έξω πληγές του δεν είναι μίζερος. Το κλάμα του είναι παλικαρίσιο. Δεν απαρνείται το όνειρο. Μέσα στην άπειρη ευαισθησία του αναβλύζει στωικότητα και περηφάνεια.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε,

ζουν από τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι

γίνονται οι πιο καλοί επαναστάτες.

Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά,

σαν ένα νικητή μπροστά στο θάνατο

ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…

Για τα τραγούδια τι να πει κανείς, αυτά με τον Μίκη Θεοδωράκη είναι ορόσημα. Καθένα του ισοδυναμεί με πολλές χιλιάδες άλλα: «Σαββατόβραδο», «Δραπετσώνα», «Βρέχει στη Φτωχογειτονιά», «Μάνα μου και Παναγιά», «Εχω μι’ αγάπη», «Την πόρτα ανοίγω το βράδυ», «Δρόμοι που χάθηκα» και όχι μόνο.

Αναφέρει σχετικά ο αθάνατος συνθέτης: «Ηταν μεγάλος ποιητής και παράλληλα ήταν άνθρωπος, με όλη την ουσία της λέξης. Ανθρωπος που ερχόταν, όπως κι εγώ, από τα στρατόπεδα και τις φυλακές. Είχε ζυμωθεί με τον λαό κι έπιασε την πεμπτουσία της λαϊκής ποίησης».

Αλλά και με τον Μίμη Πλέσσα (Ηλιε φονιά/Μοιρολόι), και τον Μάνο Λοΐζο, (Γερνάς και σκοτεινιάζει) ο λόγος του Λειβαδίτη ευτύχησε να συγκινήσει και να προβληματίσει συνάμα.

Και μετά τη «φυγή» του, όσοι τον ανακαλύπτουν και σκύβουν πάνω του, υπογραμμίζοντας τον αναλόγως, δημιουργούν στιγμές ξεχωριστές: «Για να σε συναντήσω», με εκτίμηση στον Κώστα Λειβαδά, αλλά όλο το τραγούδι στηρίζεται στο ρεφρέν του Λειβαδίτη, «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» σε μουσική του Λευτέρη Πλιάτσικα κ.ά.

Οπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο μονάκριβος Κώστας Γεωργουσόπουλος: «Το πιο σημαντικό από όλα για την τεχνική του είναι ότι κατόρθωσε τις εικόνες της ποίησής του να τις εντάξει στην καινούργια στιχουργική, χωρίς να χάνουν τίποτα από τη γοητεία τους».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

NEWSROOM

Μουσική: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ