ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Πτυχές του έρωτα από Ουγγαρία, μελαγχολικό πορτρέτο μιας άλλης ηλικίας από Κύπρο

Οι ταινίες από το Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του φετινού 61ου φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης

Newsroom Κ/ ΚΥΠΕ

Μια σαραντάχρονη επιτυχημένη νευροχειρουργός, η Μάρτα, εγκαταλείπει την καριέρα της στις ΗΠΑ και δέχεται μια κατώτερη θέση στη Βουδαπέστη, για να πάει στο προκαθορισμένο ραντεβού της με τον Γιάνος, τον έρωτα της ζωής της, που είχε σύντομα συναντήσει σ’ ένα συνέδριο στο Τζέρσι, όπου εργαζόταν, στο όμορφο μελόδραμα «Προετοιμασίες για να είμαστε μαζί άγνωστο πόσο» της Ουγγαρέζας Λίλι Χόρβατ, που είδαμε στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του φετινού 61ου φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Πολύ σύντομα, όμως, η Μάρτα ανακαλύπτει, έκπληκτη, πως η «αδελφή ψυχή» της επιμένει πως δεν τη γνώρισε ποτέ. Με τη Μάρτα να διερωτάται αν αυτό ήταν στο όνειρό της και όχι στην πραγματικότητα.

Όταν βρίσκει δουλειά στο ίδιο νοσοκομείο με τον Γιάνος για να βρίσκεται κοντά του, αρχίζει ένα παιχνίδι ανάμεσά τους, με τη Μάρτα να προσπαθεί να ολοκληρώσει έναν έρωτα με διάφορα μέσα (νοικιάζει μάλιστα κι ένα θλιβερό διαμέρισμα για να βλέπει το γεφύρι όπου αρχικά είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν, ενώ περνάει τα βράδια της διαβάζοντας το ιατρικό βιβλίο που εκδίδει ο αγαπημένος της). Έναν έρωτα που γι’ αυτήν παραμένει ιδανικός αλλά που για τον άντρα δεν φαίνεται να έχει την ίδια αξία.

Η σεναριογράφος και σκηνοθέτρια Λίλι Χάρβατ (γνωστή μας από «Το παιδί της Τετάρτης») στηρίζεται περισσότερο στις εικόνες, εικαστικά όμορφες, παρά στο διάλογο (που είναι πολύ μινιμαλιστικός), καταφέρνοντας να σου κρατήσει το ενδιαφέρον, ιδιαίτερα όταν εστιάζει την κάμερά της στην Μάρτα (μια πολύ ωραία, συγκρατημένη ερμηνεία από τη Νατάσα Στορκ) για να καταγράφει τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις της, ξεπερνώντας το είδος του μελοδράματος (φέρνοντας στο νου τις ταινίες του Κισλόφσκι) για να μας προσφέρει μια ταινία πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και τις διάφορες απρόβλεπτες πτυχές του έρωτα, αλλά και το, συχνά περίπλοκο, αλλά πάντα συναρπαστικό, μπλέξιμο της φαντασίας με την πραγματικότητα.

Στην κυπριακή, βραβευμένη ήδη στο φεστιβάλ του Μπανγκόκ και στα ανεξάρτητα βραβεία Prisma της Ρώμης, ταινία «Πολίτης τρίτης ηλικίας» του Μαρίνου Καρτίκκη («Μέλος οικογένειας»), ένας ηλικιωμένος άντρας, ο Θεοχάρης, αρχίζει κάθε βράδυ να καταφεύγει στο νοσοκομείο για να περάσει τη νύχτα του, στους πάγκους και τις καρέκλες των εξωτερικών ιατρείων. Όπως σύντομα ανακαλύπτουμε, ο Θεοχάρης, που έχει πρόσφατα χάσει τη γυναίκα του, φοβάται να μένει μόνος το βράδυ στο σπίτι του, προτιμώντας να επιστρέφει εκεί στη διάρκεια της ημέρας, όπου μόνη συντροφιά έχει τη γάτα του. Κάποτε, στην επίσκεψή του στο νοσοκομείο, θα τον ανακαλύψει μια νεαρή νοσοκόμα, η Ευγενία. Αρχικά, παρόλο που αυτή προσπαθεί να τον πλησιάσει και να τον βοηθήσει, ο Θεοχάρης είναι επιφυλακτικός και την αποφεύγει.

Ο Καρτίκκης σκιαγραφεί με λεπτομέρεια, πάντα όμως με αντικειμενική ματιά, χωρίς συναισθηματισμούς, την όλη πορεία του Θεοχάρη, ενός μελαγχολικού για την πρόσφατη απώλειά του, αντι-ήρωα, με πλάνα απλά, δοσμένα με λυρική συχνά διάθεση, που δημιουργούν την ατμόσφαιρα της μοναξιάς και της απομόνωσης, όπως στις σκηνές στο λιτό, χωρίς άλλα πρόσωπα, σπίτι, με εξαίρεση τη γάτα της γειτονιάς που ταΐζει κάθε πρωί όταν επιστρέφει, ή εκείνες στη ψυχρή ατμόσφαιρα του νοσοκομείου, με τους πάγκους και τις καρέκλες στους εξωτερικούς διαδρόμους, με τον Θεοχάρη να αποφεύγει οποιαδήποτε επαφή με τις νοσοκόμες. Για να συνεχίσει, στο δεύτερο μέρος, την καταγραφή του, με την ίδια αντικειμενικότητα, αλλά με πιο ζεστά χρώματα (ιδιαίτερα στις σκηνές μακριά από το νοσοκομείο), την επαφή που αρχίζει να δημιουργείται ανάμεσα στον Θεοχάρη και τη νεαρή νοσοκόμο (μια πολύ καλή Μαρίνα Αργυρίδου): επαφή που ξεκινάει δειλά-δειλά για να γίνει πιο ζεστή και ανθρώπινη στη συνέχεια.

Με έναν εξαιρετικό Αντώνη Κατσαρή, να καταφέρνει, με τις εκφράσεις απλά και μόνο του προσώπου, να δίνει την εικόνα του θλιμμένου Θεοχάρη, τόσο στις σκηνές του ανθρώπου που έχει χάσει τον προσανατολισμό και το ενδιαφέρον του για τη ζωή, όσο και σ’ εκείνες που ξαναβρίσκει και αποδέχεται, έστω και περιστασιακά, την κατανόηση και την απλή ανθρωπιά που του προσφέρει η νεαρή νοσοκόμα.

Με τον έρωτα, τις συζυγικές σχέσεις αλλά και τη συγχώρεση καταπιάνεται η βρετανική ταινία «Μετά την αγάπη» του πρωτοεμφανιζόμενου Αλίμ Καν (Διεθνές Διαγωνιστικό). Όταν, μετά τον ξαφνικό θάνατο του συζύγου της (που παρακολουθούμε στο εισαγωγικό κομμάτι της ταινίας), η Μαίρη, μια Αγγλίδα που ασπάστηκε τον ισλαμισμό για να παντρευτεί τον άντρα της ζωής της, ζει στο Ντόβερ, ανακαλύπτει πως ο άντρας της εδώ και αρκετά χρόνια την απατούσε με μια Γαλλίδα, αποφασίζει να διασχίσει τη Μάγχη από το Ντόβερ όπου ζει ως το Καλέ, για να παρουσιαστεί ως καθαρίστρια και να συναντήσει την άγνωστη ερωμένη. Ένα ταξίδι όπου έκπληκτη ανακαλύπτει πως ο σύζυγος όχι μόνο είχε ερωμένη αλλά είχε φτιάξει μαζί της και δεύτερη οικογένεια, αποκτώντας και ένα γιο που τώρα είναι έφηβος.

Μια φαινομενικά απίθανη, τουλάχιστο στην αρχή, μελοδραματική ιστορία, που ο σκηνοθέτης καταφέρνει να κάνει πιστευτή αλλά και να σε συγκινήσει, ιδιαίτερα με τη σχέση που σταδιακά αρχίζει να αναπτύσσεται ανάμεσα στις δυο γυναίκες, με εικαστικά ωραίες, συχνά συμβολικές σκηνές (όπως εκείνες των λευκών, απόκρημνων βράχων του Ντόβερ, που βλέπουμε στα πρώτα και τα τελευταία πλάνα της ταινίας που εκφράζουν τη ψυχολογική κατάσταση της ηρωίδας), που καταγράφουν τους διαφορετικούς χαρακτήρες αλλά και τις διαφορετικές αντιδράσεις των δυο γυναικών. Ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας σίγουρα οφείλεται στην ερμηνεία της Τζοάνα Σκάνλαν, που αντιμετωπίζει τις διάφορες καταστάσεις με λεπτότητα και στωικότητα, αποτυπώνοντας το μούδιασμα, τις σιωπές, την αναμονή και γενικά τις αντιδράσεις της με τις διάφορες εκφράσεις του προσώπου της – ένα πρόσωπο που μεταδίδει με εκπληκτική αυθεντικότητα άλλοτε το πένθος, την απελπισία και τον πόνο και άλλοτε την αποδοχή και τη συμφιλίωση.

Μια ασυνήθιστη, δοσμένη με έμπνευση και αρκετή πρωτοτυπία, ταινία τρόμου, με φόντο ένα οικογενειακό δράμα, είναι η αμερικανική «Η καρδιά μου δεν χτυπά ώσπου να της το ζητήσεις» του Τζόναθαν Κουάρτας (Διεθνές Διαγωνιστικό), γύρω από δυο αδέρφια, τον Ντουάιτ (Πάτρικ Φούτζιτ) και την Τζέσι (Ίνγκριντ Σόφι Σραμ), που προσπαθούν να βοηθήσουν τον μικρότερο, άρρωστο αδερφό τους, Τόμας (Όουεν Κάμπελ).

Μόνο που η αρρώστια του έχει να κάνει με βαμπίρ μια και ο αδερφός χρειάζεται ανθρώπινο αίμα για να ζει, αίμα που ο Ντουάιτ βρίσκει από περιθωριακά πρόσωπα (άστεγους, πόρνες και μετανάστες) που δολοφονεί μια και η απουσία τους δεν γίνεται αντιληπτή. Ένας διαρκής αγώνας που, αντίθετα με την Τζέσι, το ισχυρό πρόσωπο της τριάδας, έτοιμο να κάνει τα πάντα για να παραμείνει δεμένη η οικογένεια, θα κουράσει κάποτε τον Ντουάιτ ο οποίος θέλει κάποια στιγμή να αποχωρήσει ενώ στη συνέχεια βρίσκει τρόπους να διακόψει το ανυπόφορο γι’ αυτόν δράμα τους (θα σώσει για ένα διάστημα τη ζωή ενός μελλοντικού θύματος και θα επιτρέψει σ’ ένα άλλο να διαφύγει).

Οι δεσμοί όμως της οικογένειας παραμένουν πάντα δυνατοί, όπως δείχνει η επιστροφή του Ντουάιτ τη στιγμή που όλα δείχνουν να έχουν τελειώσει και που ο σκηνοθέτης αναπτύσσει άλλοτε με εικόνες συχνά συγκινητικές, ακόμη κι όταν η ατμόσφαιρα παραμένει βουτηγμένη στον τρόμο, όπως τη σκηνή, με την ετοιμοθάνατη Τζέσι να μπαίνει στο μπάνιο για να σώσει για τον αδερφό της το αίμα που τρέχει από τις πληγές της («για να μη το σπαταλήσουμε», του λέει). Σκηνή από την οποία δεν λείπει και το μαύρο χιούμορ, χιούμορ που συναντάμε και σε άλλες σκηνές (όταν η Τζέσι βγάζει το χρυσό δόντι ενός από τα θύματά τους). Στο επίκεντρο όμως παραμένει το θέμα των οικογενειακών δεσμών αλλά και της αναζήτησης επαφής (ο έφηβος Τόμας που αναζητά φίλους και προσπαθεί να βγει έξω από το σκοτάδι της νύχτας και τους τέσσερις τοίχους που τον κρατούν στη ζωή), που ο Κουάρτας καταφέρνει να εντάξει, πολύ έξυπνα, με το θέμα του βαμπιρισμού, δημιουργώντας την απαιτούμενη ισορροπία και καταφέρνοντας να προσελκύσει τη συμπάθεια του θεατή για τα βασανισμένα του πρόσωπα.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση