ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Να είμαι ο εαυτός μου κι ας εκτεθώ

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στην πρώτη του σκηνοθεσία στην Επίδαυρο

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΣΥΚΚΑ

Για την πρώτη του σκηνοθεσία στην Επίδαυρο ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος μας προετοίμασε πριν από ενάμιση μήνα με ένα τολμηρό μήνυμα στο βιντεάκι του Φεστιβάλ Αθηνών. Κάνει μια παράσταση για ένα θέατρο το οποίο, όπως λέει, «γνωρίζω πολύ λίγο, όπως είναι η Επίδαυρος, και ένα έργο που γνωρίζω πολύ λίγο, και έναν γενικότερο θεατρικό χώρο που γνωρίζω πολύ λίγο, όπως το αρχαίο δράμα, και μία γλώσσα που γνωρίζω ακόμη λιγότερο –ίσως καθόλου–, μόνο από μετάφραση μπορώ να την καταλάβω (…) Γνωρίζοντας πολύ λίγα, σκέφτομαι τι είναι αυτό που γνωρίζω και με αφορά; Τι είναι αυτό που πραγματικά καταλαβαίνω απ’ αυτά τα έργα;». Στη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη που θα παιχτεί από το Εθνικό Θέατρο στο αργολικό θέατρο (31/7 και 1, 2/8) σε μετάφραση Σωτήρη Κακίση, βλέπει την επιθυμία του ανθρώπου να συμφιλιωθεί. «Μια συμφιλίωση προς όλες τις κατευθύνσεις, εφ’ όλης της ύλης», λέει στην «Κ». Αλλά και τη δική του επιθυμία, που περνάει μέσω αυτής της γυναίκας του 411 π.Χ.

«Είναι πια πολύ βασικό για τη ζωή μου να μην παριστάνω κάτι. Σε οποιονδήποτε τομέα», ξεκινάει τη συζήτησή μας. «Προτιμώ να είμαι έκθετος και αυτό να μπορεί να δημιουργήσει δεύτερες σκέψεις σε οποιονδήποτε για το ποιος είμαι, αλλά εγώ να είμαι αληθινά εκεί». Δεν είναι εύκολο να παραδέχεσαι ότι δεν γνωρίζεις. Λέει ότι συνέβη και στον ίδιο κάποιες φορές να μην καταλαβαίνει ως θεατής τι βλέπει. «Το δύσκολο είναι να προλάβω τον εαυτό μου από το να κατακρίνει. Διότι συχνά υπάρχουν πράγματα που δεν τα καταλαβαίνουμε γιατί ήταν ακαταλαβίστικα και άλλα που δεν τα καταλαβαίνουμε γιατί ήμασταν σε μια στιγμή που δεν καταφέραμε να επικοινωνήσουμε. Αν υπάρχει ένα κομμάτι που βάλλεται από το δήθεν, άλλο τόσο υπάρχει ένα κομμάτι που βάλλεται από την εύκολη γνώμη που έχουμε για τα πράγματα».

Η «Λυσιστράτη» με πρωταγωνιστές τους Βίκυ Σταυροπούλου, Στεφανία Γουλιώτη, Αγορίτσα Οικονόμου, Βίκυ Βολιώτη, Νίκο Ψαρρά, είναι ανάθεση από το Εθνικό Θέατρο. Εχει αγωνία για την πρώτη του σκηνοθεσία στην Επίδαυρο. «Είναι άλλο να συμμετέχεις σε μια παράσταση ως ηθοποιός και άλλο να αναλάβεις την ευθύνη της». Η αγωνία του δεν συνδέεται με τη σπουδαιότητα του αρχαίου θεάτρου. «Σπουδαίο είναι να παίξεις και στο Θέατρο Τέχνης, στο Εθνικό ή σε άλλα θέατρα με ιστορία. Η έκθεση έχει το ίδιο άγχος. Το πρόβλημα είναι το έλλειμμα πραγματικής σχέσης με το τι σημαίνει ανοιχτό θέατρο και μεγάλης κλίμακας θέαμα. Η σχέση μου με τα ανοιχτά θέατρα είναι ελάχιστη».

Οι χιλιάδες θεατές στο μνημείο είναι «χρήσιμη αδρεναλίνη και χαρά. Το πρόβλημά μου δεν είναι πώς θα τα βγάλω πέρα με τον κόσμο, αλλά με τις δυνατότητές μου, οι οποίες δεν είναι ασκημένες σε τέτοιας κλίμακας θέαμα. Δεν εκπαιδεύτηκα για τραγωδία. Και έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη να με βάλουν να παίξω σε ανοιχτό χώρο, δεν ασκήθηκα να το κάνω. Οι κανόνες του ψυχολογικού θεάτρου στο οποίο έχω ασκηθεί και εφαρμόζω σε ένα θέατρο μέσου όρου 300 θέσεων με συγκεκριμένη ακουστική δεν μπορούν να πιάσουν τίποτα σε ένα ανοιχτό θέατρο. Πρέπει να βρω άλλα όπλα αλλά δεν έχω τον χρόνο να τα βρω, διότι δοκιμάζομαι ελάχιστα κάθε χρόνο στο ανοιχτό θέατρο και περνούν πολλοί μήνες πάλι για να τα ξαναβρώ. Στην ουσία είμαι και ανεκπαίδευτος –γιατί κανείς ποτέ δεν μου έδειξε τον τρόπο–, και χωρίς εμπειρία. Πέντε φορές μόνο έπαιξα στην Επίδαυρο στα 23 χρόνια που είμαι ηθοποιός».

Η συμφιλίωση

Σε μια εποχή που ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι έτοιμο για καβγά, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος εστιάζει την παράστασή του στη συμφιλίωση. «Η συμφιλίωση με μια ευρύτερη έννοια είναι κάτι δύσκολο, παντοτινό και πανανθρώπινο. Κάθε πολεμική διάσταση του ανθρώπου και κάθε στιγμή του όπου παίρνει αντίπαλη θέση, ακόμη και ως προς τον εαυτό του, αναζητά μία συμφιλίωση. Δυστυχώς οι άνθρωποι δεν καταφέρνουμε ποτέ να συμφιλιωθούμε, πρωτίστως με τον εαυτό μας, τη μικρότητά μας, να δεχτούμε ότι υπάρχουν κι άλλες αλήθειες».
Η παράσταση δεν περιορίζεται στον πόλεμο Σπαρτιατών και Αθηναίων, είκοσι χρόνια μετά την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου. «Και στον μεγαλύτερο λάτρη της Ιστορίας παραμένει κάτι αδιάφορο». Τη Λυσιστράτη του και τις προσπάθειές της για ειρήνη τις τοποθετεί «στο πάντα. Το επικαιρικό δεν είναι του γούστου μου».

Το σχέδιο της Αθηναίας Λυσιστράτης μαζί με τη Λαμπιτώ από τη Σπάρτη, για την παύση των εχθροπραξιών, είναι η σεξουαλική αποχή των γυναικών, με στόχο να πείσουν τους άνδρες των δύο αντιμαχόμενων πλευρών να συνάψουν ειρήνη. «Η αποχή ως στόχο έχει την απελπισία και όχι την πειθώ. Το να σε πείσω έχει κάτι ήσυχο, είναι μέτριας δυναμικής. Εκείνες θέλουν να τους φτάσουν στα ίδια όρια απελπισίας στα οποία βρίσκονται οι ίδιες». Λέει ακόμη ότι στον Αριστοφάνη οι γυναίκες δεν υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους, «αλλά προσπαθούν να συνεφέρουν μία κοινωνία που έχασε τη δυνατότητα να δει καθαρά ότι ο δρόμος του πολέμου είναι αδιέξοδος».

Εάν αποτύχω, δεν θα ευθύνεται το καλοκαίρι του κορωνοϊού

Οι συνάδελφοί του στην παράσταση θα φορούν μάσκες. Ενα ενδυματολογικό εύρημα του Αγγελου Μέντη που αποτυπώνει τα πρόσωπα των ηθοποιών. Σαν κομμάτι του προσώπου τους που σπάει και εξέχει, από μέσα βγαίνει «κάτι ενδιαφέρον και χρωματιστό, ένα φως». Μεγάλο κομμάτι της σκηνοθεσίας του Παπασπηλιόπουλου βασίζεται στην παρουσία μια πελώριας μάσκας, «τετραπλάσιας του φυσικού μεγέθους ενός ανθρώπινου κεφαλιού, σαν τεράστιες πέτρες». Εγινε σοβαρή μελέτη, είναι από ρητίνες, εύκολες στη χρήση, απαντάει στην επιφύλαξή μου. «Επιπλέον έχουν και υγειονομική χρήση για τις στιγμές που οι ηθοποιοί πλησιάζονται πολύ, θίγουν όμως και τη δυσκολία της επικοινωνίας».

Φοβάται για το αποτέλεσμα της παράστασης; «Εννοείται, αλλά είναι μια πολύ ωραία χρονιά φέτος για να κάνει κάποιος μία αποτυχία, δεν πρόκειται να του τη χρεώσει κανείς. Θα πουν “ε, τι να έκανε; Με αυτά τα μέτρα, αυτό το καλοκαίρι;”. Εν τιμή σας λέω ότι η αποτυχία μου –αν αποτύχω– δεν θα έχει καμία σχέση ούτε με τα μέτρα, ούτε με το καλοκαίρι του κορωνοϊού, θα είναι καθαρόαιμη».

Ούτε τι θα ακολουθήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον απασχολεί: «Ευτυχώς, αυτή η έκρηξη με συνάντησε μόλις πέρασα τα 30, που είχα ήδη μια θέση στον χώρο και δεν χρειάζονταν αυτά τα μέσα για να γίνω γνωστός. Το κόστος που έχουν από την άλλη μεριά λόγω της έλλειψης μέτρου και τη δημιουργία μιας αρένας μπορώ ευτυχώς να το γλιτώσω. Συνειδητά δεν συμμετέχω, γιατί όσο υπεράνω κι αν είμαστε, είναι πληγωτικό να διαβάζεις πράγματα για σένα που δεν είναι ωραία».

Στα 41 πια, είναι τυχερός σε ένα ανασφαλές επάγγελμα. «Είμαι βέβαιος ότι θα έρθει η ώρα που δεν θα έχω δουλειά» είχε πει σε συνέντευξή μας το 2013. «Εννοείται ότι δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από τον φόβο να μη με περιέχει η δουλειά κάποια στιγμή» λέει και σήμερα. «Μεγαλώνοντας, τα πράγματα για τους άνδρες ηθοποιούς είναι λίγο πιο εύκολα, γιατί το θέατρο πάντα έχει ανάγκη από περισσότερους άνδρες ηθοποιούς. Ενας που πέρασε τα 40 και κατάφερε να έχει θέση στη δουλειά, ίσως κινδυνεύει λιγότερο. Νιώθω ότι για τη γυναίκα ηθοποιό είναι δυσκολότερα τα πράγματα. Εχει το σπουδαίο δώρο της μητρότητας, μια σπουδαία στιγμή, είτε θέλει να κάνει παιδιά, είτε όχι. Στα υπόλοιπα η ζωή είναι πιο γενναιόδωρη με τον άνδρα. Η γυναίκα πρέπει να είναι εργατική, καλή μητέρα, ταυτόχρονα να παραμένει νέα, να μην απειλείται από τον χρόνο η έννοια του ερωτικού πλάσματος, ενώ για τον άνδρα αυτό δεν ισχύει. Στο θέατρο μια διανομή στον μέσον όρο των έργων, έχει έξι ανδρικούς και τρεις γυναικείους ρόλους. Σπάνια τα έργα είναι γυναικοκρατούμενα. Αυτό κάνει τα πράγματα πιεστικά, συχνά σκληρά με τις γυναίκες που μεγαλώνουν. Σαν να τις αφήνει πίσω».
Συχνά στις συνεντεύξεις, μια στερεότυπη ερώτηση όπως «ποια πλευρά σας κάλυψε το θέατρο;», φέρνει ενδιαφέρουσες απαντήσεις. «Κανένα περίσσευμα δεν σε σπρώχνει στην τέχνη, πάντα ένα έλλειμμα θα είναι ο λόγος. Μία σειρά από ασυνείδητες πληγές, που και η ψυχοθεραπεία ακόμη δυσκολεύεται να εντοπίσει, φτιάχνουν έναν άνθρωπο που χρειάζεται καταφύγιο», λέει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος.

Οι πληγές

Η τέχνη είναι καταφύγιο. «Γι’ αυτόν που την κάνει δεν λύνει τίποτα, εκτονώνει όμως και συναντιέται ξανά και ξανά με την πληγή. Οι πληγές μας είναι ο λόγος που έχουμε ανάγκη να μπαίνουμε σε άλλες ζωές και οι πληγές μας είναι αυτές που έχουν ανάγκη την αποδοχή. Πολλές πράξεις τέχνης καταλήγουν σε ένα χειροκρότημα πολλών ανθρώπων απέναντί σου. Δεν το λέω με την έννοια του ναρκισσισμού, αλλά με την παιδική έννοια της αποδοχής. Οφείλω να το παραδέχομαι, όχι για να δικαιολογώ την ανισορροπία μου και να την κάνω στάση ζωής, αλλά επειδή επιθυμώ βαθιά να είμαι ισορροπημένος. Κάποτε, ο φίλος Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης μου είπε: “Μην τα λύσουμε όλα, γιατί στο τέλος δεν θα παίζουμε θέατρο”. Προτιμώ να τα λύσω και να είμαι ολόκληρος, υγιής και ισορροπημένος κι ας μη νιώθω την ανάγκη να παίξω θέατρο. Αυτός είναι ο λόγος που έγινα ηθοποιός».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση