ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ

Jalla: Μια κοινωνιογλωσσολογική ανάλυση

Της ΕΛΕΝΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ*

Πολλές αντιδράσεις από διαφορετικούς κοινωνικούς κύκλους έχει προκαλέσει η Αντιγόνη με το Jalla, τη φετινή κυπριακή συμμετοχή στη Eurovision. Από τη μια, πολιτικοί κύκλοι με έντονα εθνικιστικά πρόσημα και ομογενοποιημένες αντιλήψεις για το έθνος και τη γλώσσα διαμαρτύρονται για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου. Από την άλλη, μια ομάδα ανθρώπων του πολιτισμού θεωρεί ότι το τραγούδι είναι προϊόν υποκουλτούρας, ότι υποβαθμίζει την παράδοση, την αισθητική μας και την εικόνα μιας ευρωπαϊκής Κύπρου της δημιουργίας και της ποιότητας. Παρόλο που οι δύο αυτές ομάδες προέρχονται από, κατά κάποιο τρόπο, αντίθετους κόσμους, συγκλίνουν στον αποτροπιασμό τους για το τραγούδι, ζητώντας την απόσυρσή του.

Η υπόθεση της διαλέκτου

Τα επιχειρήματα εναντίον της κυπριακής διαλέκτου είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Ότι δήθεν υπάρχει ανθελληνική ατζέντα — παρά την αναμφισβήτητη ελληνικότητα και ιστορικότητα της κυπριακής ελληνικής. Ότι η διάλεκτος δεν είναι «αρκετά σωστή», «αρκετά όμορφη» ή «αρμόζουσα» για τέτοιες περιστάσεις — παρόλο που η γλωσσολογία, στην Κύπρο και διεθνώς, καταδεικνύει την ανάγκη των ανθρώπων να εκφράζονται και να δημιουργούν στην αυθεντική τους γλωσσική ποικιλία. Στην περίπτωση όμως του Jalla, εισέρχεται ακόμη ένας παράγοντας: τα κυπριακά της ομογένειας, αυτά που υποτιμητικά χαρακτηρίζονται ως «τσιάρλικα» και συχνά προκαλούν μειδιάματα σε κύκλους Ελληνοκυπρίων.

Η γλωσσική πορεία της ομογένειας

Όταν οι Κύπριοι μετανάστευσαν σε αλλεπάλληλα κύματα τον 20ό αιώνα, προσπάθησαν να διατηρήσουν τη γλώσσα τους μέσω κοινοτήτων, εκκλησιών και σχολείων. Η γλώσσα πράγματι διατηρήθηκε: κράτησε τη φωνολογία, τη μορφολογία και το λεξιλόγιο της βασίλεκτου. Αντίθετα, στα αστικά περιβάλλοντα της Κύπρου —ιδίως μετά το 1974— οι διαφορετικές υποποικιλίες (οι οποίες έφταναν, σύμφωνα με γλωσσολόγους, τις 18) διασταυρώθηκαν και σταδιακά χάθηκαν, οδηγώντας στη διαμόρφωση μιας αστικής κοινής κυπριακής. Έτσι, το «ίντα που κάμνεις» έγινε «τι κάμνεις», τo «παττίχα» έγινε «καρπούζι», κ.ο.κ.. Σε πληθυσμούς πιο απομακρυσμένους από την Κύπρο ή από τα αστικά κέντρα, όπως στους Ελληνοκυπρίους της ομογένειας ή στους ελληνόφωνους Τουρκοκύπριους, η βασίλεκτος διατηρήθηκε πιο έντονα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αχμέντ από την Καρπασία δήλωνε μετά το 2003: «Άλλαξεν η γλώσσα σας —τα βαζάνια εγινήκασιν μελιτζάνες τζιαι τα πομηλόρκα τομάτες». Τις ίδιες σκέψεις εκφράζουν και οι Κύπριοι της ομογένειας όπως ο Αντρέας: «Τα δικά μας εν άσιλα κυπριακά».

Το «τζιάλλα» ως αυθεντική φωνή

Η Αντιγόνη τραγουδά «τζιάλλα/jalla», και αυτό το jalla μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Ως αντίσταση στις πιέσεις που δεχόταν η διάλεκτός τους στα σχολεία της ομογένειας (βλ. Καρατσαρέα 2018, 2021). Ως αντίδραση στην έκπληξη που βίωναν όταν έρχονταν διακοπές κι άκουγαν τους άλλους να γελούν ή να τους χλευάζουν επειδή έλεγαν πρότσα, σερβέττα, καντήλα, πάσο. Ή απλώς ως την αυθεντική τους φωνή, τη φωνή όσων δεν ντρέπονται να χρησιμοποιήσουν τη μητροδίδακτη ποικιλία τους. Σκεφτείτε το τραγούδι να έλεγε «κι άλλα» αντί «τζιάλλα». Θα ακουγόταν σαν τον Ψυχάρη όταν πριν από ένα αιώνα έγραφε στη γιαγιά του να μη θεωρεί τη γλώσσα της λάθος: «σκέψου γιαγιά αυτό το “παιδί μου” που μου έλεγες τότε, τώρα να το έκανες “τέκνο μου”».

Η κριτική περί «υποκουλτούρας»

Όσον αφορά τις αντιδράσεις από ανθρώπους του πολιτισμού, το βασικό επιχείρημα είναι ότι το τραγούδι αποτελεί προϊόν υποκουλτούρας. Πέρα από τις αναπόφευκτες υποκειμενικότητες —τι είναι αισθητικό, τι είναι «αντιπροσωπευτικό» της Κύπρου—, το τραγούδι και ο διαγωνισμός εντάσσονται στις λογικές της λαϊκής κουλτούρας και του κειμενικού είδους. Η λαϊκή κουλτούρα (pop culture) απευθύνεται στο μαζικό κοινό μέσω κυρίαρχων ΜΜΕ και ΜΚΔ και δεν διεκδικεί πρόσημα υψηλής κουλτούρας. Από τον Καζαντζίδη έως τη Μαντόνα, τον Έλβις, τον Σάκη, τη Βίσση, τα ριάλιτι και τους διαγωνισμούς, η λαϊκή κουλτούρα συμβαδίζει με το νεοφιλελεύθερο αφήγημα των αντιθέσεων και της επιτυχίας.

Η Eurovision αποτελεί ακριβώς αυτή την αρένα: συμμετοχές που συνδυάζουν τοπικά/εθνικά στοιχεία με το ύφος της παγκοσμιοποιημένης λαϊκής κουλτούρας. Κερδίζουν συχνά συμμετοχές αμφιλεγόμενης αισθητικής και μνημιώδους δημιουργικότητας. Πίσω από τη χαρούμενη και υποτιθέμενη φαντασιακή εθνική περηφάνεια, ενυπάρχουν συχνά πολιτικές αντιπαραθέσεις και συμφέροντα (αποκλεισμός Ρωσίας, προώθηση Ισραήλ, απαγόρευση συμβόλων για την Παλαιστίνη).

Το Jalla ως καρναβαλικό θέαμα

Το τραγούδι και το βιντεοκλίπ όντως αποτελούν ένα μείγμα υπερβολής, υπερπροβολής και θεατρικότητας οι οποίες όμως αντικατοπτρίζουν πτυχές της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας. Αποτελούν παρωδία, καρναβαλέσκ, για να δανειστώ τον όρο του Μιχαήλ Μπαχτίν. Ο Μπαχτίν ανατρέχει στην έννοια του καρναβαλικού στοιχείου (carnivalesque) για να συζητήσει το χάσμα μεταξύ λαϊκών στρωμάτων (folk) και υψηλής κουλτούρας. Το καρναβαλικό στοιχείο γίνεται ο χώρος όπου η παρωδία, η σάτιρα, το γκροτέσκο, η σωματικότητα, οι υπερβολές, η διαλογικότητα χωρίς ιεραρχίες και χωρίς φίλτρα και η προσωρινή αναρχία κυριαρχούν. Αν δούμε τη Eurovision ως πανηγύρι–καρναβάλι, τότε το Jalla αποκτά απόλυτη συνοχή.

Ας τους να λαλούν, λοιπόν, jalla.

Η κα Έλενα Ιωαννίδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Κύπρου.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ