ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Stress test για τα ελληνικά νησιά ο υπερτουρισμός

«Βούλιαξαν» τον Αύγουστο - Ο υπερτουρισμός απειλεί τον χαρακτήρα και σε βάθος χρόνου την οικονομία πολλών προορισμών

Kathimerini.gr

Με έκπληξη διαπίστωναν φέτος το καλοκαίρι οι επισκέπτες πολλών νησιών, όταν έφταναν τον Ιούλιο για τις διακοπές τους στους αγαπημένους τους προορισμούς, πως παραλίες, ταβέρνες, καφέ και αγαπημένες γωνιές που είχαν συνηθίσει να απολαμβάνουν ήταν κατάμεστα όλα από κόσμο. Oσοι μάλιστα ταξίδεψαν αργότερα, τον Αύγουστο, ήρθαν αντιμέτωποι με νησιά που είχαν ξεπεράσει τα όρια της φέρουσας δυναμικότητάς τους: ατελείωτες ουρές αυτοκινήτων και κυκλοφοριακό στη Σαντορίνη, ανυπαρξία θέσεων παρκαρίσματος και ενίοτε νερού στην Πάτμο, ουρές στις ταβέρνες στην Τζια και στη Νάξο, συνωστισμός στα λιμάνια της Πάρου και της Σαντορίνης, στριμωξίδι στα στενά της Χώρας στην Πάτμο και της Οίας στη Σαντορίνη, θέματα καθαριότητας παντού, παροδικές διακοπές ηλεκτρισμού σε κάποια νησιά, δυσάρεστες οσμές από τα λύματα στα περισσότερα και ελλείψεις νερού.

Και όμως, τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποιες επενδύσεις σε αφαλατώσεις, ηλεκτροπαραγωγή ή διασύνδεση και ορισμένες στοιχειώδεις υποδομές. Ωστόσο, η φετινή έκρηξη του τουρισμού και η συγκέντρωση εκατομμυρίων τουριστών από το εξωτερικό, που μπόρεσαν να ταξιδέψουν από τις αρχές Ιουλίου και μετά, σε μερικές δεκάδες νησιά του Αιγαίου λειτούργησε ως stress test για την ελληνική φιλοξενία και τους κορυφαίους προορισμούς. Και το stress test αυτό τα περισσότερα νησιά δεν το πέρασαν. Βεβαρημένη χρόνια τώρα, για παράδειγμα, η Σαντορίνη, από τον υπερτουρισμό είδε τις αεροπορικές αφίξεις επιβατών να κινούνται τον Αύγουστο 5% υψηλότερα από τα επίπεδα του 2019, οπότε είχαν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ. Μα πόσοι άνθρωποι μπορούν πλέον να χωρέσουν στα στενάκια των Φηρών και της Οίας; Και πόσα άτομα μπορούν να πιουν το ποτό τους το βράδυ στην πλατεία της Χώρας στην Πάτμο;

Τα σκληρά ερωτήματα

Παρά την πανδημία και τα μέτρα, ο συνωστισμός στην Πάρο, στη Νάξο, στην Τζια, στην Πάτμο, στη Σαντορίνη, στη Μύκονο, αλλά και αλλού, ήταν έντονος και συνεχής, και φέρνει τη χώρα, τους κατοίκους και τους ανθρώπους που ασχολούνται με τον τουρισμό αντιμέτωπους με σκληρά ερωτήματα: χρειάζεται η Ελλάδα περισσότερους επισκέπτες ή χρειάζεται επισκέπτες που μπορούν να αφήσουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία; Και αν η απάντηση είναι η δεύτερη, μπορεί ο ελληνικός τουρισμός να το πετύχει αυτό χωρίς άμεση βελτίωση των υποδομών και των υπηρεσιών; Δρόμοι, μαρίνες, τα μη παραχωρημένα σε ιδιώτες αεροδρόμια, θέσεις στάθμευσης, ύδρευση, διαχείριση αποβλήτων, ηλεκτροπαραγωγή ακόμη και λιμενικές υποδομές πάσχουν. Και εντέλει καταστρέφουν την εμπειρία για τους επισκέπτες, αλλά και τους κατοίκους. Ναι μεν η δίψα για τη ρευστότητα που έφερε φέτος ο τουρισμός ήταν δικαιολογημένη μετά την κρίση της πανδημίας που διατάραξε τη βιομηχανία παγκοσμίως το 2020, πλην όμως ακόμη και οι πιο κοντόφθαλμοι αντιλαμβάνονται πως δεν μπορούν να χωρέσουν στην Πάρο 150.000 άνθρωποι ή στην Πάτμο 30.000. Δέκα φορές δηλαδή τον αριθμό των μονίμων κατοίκων. Πως δεν μπορεί η Νάξος να εξυπηρετείται λιμενικά από ένα μόλο που μπορεί να φιλοξενήσει ένα και μόνο πλοίο, ούτε τα αυτοκίνητα των παραθεριστών να παρκάρουν σε ουρές χιλιομέτρων γύρω από τους οικισμούς των νησιών.

Πάρτε για παράδειγμα τη Σέριφο. Κούκλα η Σέριφος, το καταλαβαίνεις από τη στιγμή που πλησιάζει το πλοίο στο λιμάνι, όταν αντικρίζεις τη Χώρα της, με τα άσπρα σπιτάκια σκαρφαλωμένα ψηλά, και κάτω το Λιβάδι, γραφικό, με τα μαγαζάκια του και μια υπέροχη δική του παραλία, τον Αυλόμωνα. Κάπου εκεί, στην άκρη του Αυλόμωνα, κρύβεται το πρώτο πρόβλημα του νησιού, που κάνει αισθητή την παρουσία του μόλις φυσήξει νοτιάς ή επικρατήσει άπνοια: μια δυσάρεστη μυρωδιά από τον βιολογικό καθαρισμό, ο οποίος θέλει οπωσδήποτε επισκευή, αν λειτουργεί κιόλας καθόλου ως βιολογικός. Ενα έργο υποδομής με χρήματα της Ε.Ε., που ήταν εξαρχής προβληματικό. Οπως και η μαρίνα, που ναι μεν κατασκευάστηκε πρόσφατα, προκαλώντας αρχικά ενθουσιασμό στους φίλους του yachting, αλλά στη συνέχεια αφέθηκε στην τύχη της, με αποτέλεσμα ούτε οι προβλεπόμενες υπηρεσίες να παρέχονται ούτε ο δήμος να έχει κάποιο έσοδο. Οπως και η δεξαμενή νερού, κατασκευασμένη χρόνια τώρα, αλλά χωρίς να γίνουν και τα συνοδευτικά έργα για την αξιοποίησή της, με αποτέλεσμα να χρησιμεύει στην καλύτερη περίπτωση για πότισμα της γύρω περιοχής (απλώς ανοίγει το φράγμα) και συνήθως ως συμπαθητικός υδροβιότοπος. Και φέτος το νησί είχε έλλειψη νερού. Κούκλα η Σέριφος, αλλά ιδίως τον Αύγουστο πάρκινγκ δεν υπάρχει πουθενά στο Λιβάδι και στη Χώρα, και η κυκλοφοριακή συμφόρηση θυμίζει πρωινό στη Λ. Κηφισού με ατύχημα!

Ας δούμε λίγο την περίπτωση της Τζιας. Η Τζια είναι χωρίς αμφιβολία από τα πιο ανερχόμενα τουριστικά νησιά, μάλιστα σε τόσο κοντινή απόσταση από την Αθήνα. Αυτή η εγγύτητά της ήταν που βοήθησε το νησί να μην πάθει «στραπάτσο» το 2020 –στην κρίση του κορωνοϊού– και να βουλιάξει από τουρίστες φέτος το καλοκαίρι. Το νησί έχει πολλές χιλιάδες εξοχικές κατοικίες Αθηναίων, αλλά και Ευρωπαίων, οι οποίοι την επιλέγουν επειδή βρίσκεται μιάμιση ώρα από το αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος».

Υποτυπώδεις υποδομές

Ομως ενώ έχουν χτιστεί χιλιάδες νέα σπίτια και κάθε Σαββατοκύριακο από το Πάσχα έως τον Νοέμβριο το νησί κατακλύζεται από τουρισμό, οι υποδομές του παραμένουν υποτυπώδεις. Το οδικό δίκτυο στο μεγαλύτερο μέρος είναι χωμάτινο, το νερό φτάνει στα περισσότερα σπίτια με βυτίο, ο βιολογικός καθαρισμός (που βρισκόταν μέχρι πρότινος σε μία από τις πιο πολυσύχναστες παραλίες του νησιού) μεταφέρθηκε αλλά παραμένει ημιτελής, τα δεκάδες σκάφη που προσεγγίζουν τα Σαββατοκύριακα δεν έχουν πού να δέσουν και τα σκουπίδια που παράγονται από τις συνεχώς αυξανόμενες τουριστικές αφίξεις ξεχειλίζουν – ιδιαίτερα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Μάλιστα, στο νησί βρίσκεται σε εξέλιξη μεγάλη τουριστική επένδυση –στην παραλία του Βροσκόπου– που θα φέρνει χιλιάδες κόσμου κάθε καλοκαίρι, αλλά καμία πρόβλεψη δεν έχει γίνει για μελλοντική βελτίωση των υποδομών, που έτσι όπως πάνε τα πράγματα σε λίγο θα «διώχνει» τους τουρίστες από την εικόνα υπερκορεσμού.
Ας δούμε όμως τι γινόταν και στη Νάξο. Στη Νάξο, ειδικά τα Σαββατοκύριακα, έως και τα μέσα Αυγούστου ο δρόμος προς το λιμάνι θύμιζε ώρες αιχμής σε κεντρικές οδούς της Αθήνας, με το λιμεναρχείο να εισηγείται «μπλόκο» της παραλιακής για όσους δεν ταξίδευαν ή δεν εκτελούσαν υπηρεσίες τροφοδοσίας και εκτάκτου ανάγκης. Το αδιαχώρητο επικρατούσε, βέβαια, και στις πιο φημισμένες ταβέρνες του νησιού, όπου αναζητούνταν κενά για κρατήσεις σε βάθος 4-5 ημερών, ενώ τα τηλέφωνα δεν σταματούσαν λεπτό να χτυπούν. Οι ουρές από όσους δεν στέκονταν τυχεροί ή δεν είχαν προνοήσει ήταν καθημερινό φαινόμενο, υπό το φόντο των σερβιτόρων που πέρναγαν τις βάρδιες τους τρέχοντας ασταμάτητα. «Φέτος δεν βρίσκαμε με τίποτα προσωπικό», ήταν το μόνιμο παράπονο στα χείλη όλων των ιδιοκτητών.

Τι λέει για όλα αυτά ο επιχειρηματικός κόσμος του τουρισμού; Η χώρα διαθέτει τα εχέγγυα για να πραγματοποιήσει ένα από τα ταχύτερα ριμπάουντ του τουρισμού, υπό την προϋπόθεση όμως πως θα συνεχίσουν να πραγματοποιούνται επενδύσεις, τόσο σε ξενοδοχειακά συγκροτήματα και δημόσιες υποδομές όσο και σε νέα μοντέλα πωλήσεων και λειτουργίας. Αυτό προκύπτει από έρευνα που πραγματοποίησε η DHR Services με την υποστήριξη της Metron Analysis σε 59 κορυφαία στελέχη του οικοσυστήματος της φιλοξενίας σε Ελλάδα και εξωτερικό, και την οποία παρουσίασε η «Κ» νωρίτερα φέτος.

«Αλλαγή στρατηγικής»

Η Ελλάδα, κορυφαίος τουριστικός προορισμός, πρέπει και μπορεί να επενδύσει στην καλύτερη τουριστική εμπειρία, τονίζει μιλώντας στην «Κ» ο υπουργός Τουρισμού Βασιλης Κικίλιας. «Γι’ αυτό, πλην της πανδημίας που δημιουργεί –παγκοσμίως– ένα ασταθές περιβάλλον, είναι επιβεβλημένο πλέον να αναβαθμίσουμε τις υποδομές μας. Η διασφάλιση της ανόδου του τουριστικού προϊόντος και η διάρκεια στην ποιότητα και στα έσοδα προϋποθέτουν μια στρατηγική βιώσιμου τουρισμού μέσα από τον σεβασμό στο περιβάλλον και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των νησιών μας και της ενδοχώρας», υπογραμμίζει. Παράλληλα, όπως σημειώνει, η ισόρροπη και αειφόρος ανάπτυξη θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, θα βελτιώσει το τουριστικό προϊόν, θα δημιουργήσει καλύτερη ποιότητα ζωής στους κατοίκους και στους επισκέπτες. «Είναι ευθύνη όλων των συναρμόδιων φορέων να δουλέψουμε συντονισμένα, στοχευμένα και με στρατηγικό σχέδιο προς αυτήν την κατεύθυνση. Το brand “Ελλάδα” είναι πολύ ισχυρό και όλοι μαζί θα το κάνουμε ισχυρότερο», προσθέτει. «Η ανάγκη για ένα νέο μοντέλο τουρισμού που θα στηρίζεται στη βιωσιμότητα, στις επενδύσεις και στην ψηφιοποίηση είναι επιτακτική», έχει προειδοποιήσει επανειλημμένως ο πρόεδρος του ΣΕΤΕ (Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων), Γιάννης Ρέτσος. Χρειάζεται, λέει, συνολικό σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και την ανάπτυξη νέων όπου δεν υπάρχουν, μέσα και από στρατηγικές συνεργασίες ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και, βεβαίως, να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η πρόκληση που αφορά το περιβάλλον, την πράσινη ανάπτυξη, την κλιματική αλλαγή, την αειφορία.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Ελλάδα: Τελευταία Ενημέρωση