ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

75 χρόνια ΝΑΤΟ: Η Ιστορία επαναλαμβάνεται… με μια κρίσιμη διαφορά

Πώς έφτασε το ΝΑΤΟ να παίζει σήμερα ένα σκληρό γεωπολιτικό και διπλωματικό «σκάκι» με την... αντίπαλο Ρωσία και ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει;

Kathimerini.gr

Σαν σήμερα πριν από 75 χρόνια ιδρύθηκε η μακροβιότερη στρατιωτική συμμαχία μεταξύ δημοκρατικών χωρών, η οποία είναι μάλιστα η μοναδική στον κόσμο. Η προοπτική της ένταξης στο ΝΑΤΟ, τα μέλη του οποίου ανέρχονται πλέον σε 32, παραμένει σήμερα μια ελκυστική προοπτική για αρκετές χώρες.

Η Βορειοατλαντική Συμμαχία ιδρύθηκε στις 4 Απριλίου του 1949 από 12 χώρες, και έκτοτε προσχώρησαν σε αυτήν άλλες είκοσι, με πιο πρόσφατες τη Φινλανδία (στις 4 Απριλίου του 2023) και τη Σουηδία (στις 7 Μαρτίου του 2024). Οι δύο βορειοευρωπαϊκές χώρες επιδίωξαν την ένταξή τους με στόχο την ασφάλειά τους απέναντι στη Ρωσία, μετά την εισβολή της στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου του 2022.

Σημειώνεται μάλιστα ότι έχει συζητηθεί και η προοπτική της ένταξης της Ουκρανίας αλλά και της Γεωργίας στη Συμμαχία κάποια στιγμή στο μέλλον, για τον ίδιο ακριβώς λόγο.

Πώς έφτασε όμως το ΝΑΤΟ να παίζει σήμερα ένα σκληρό γεωπολιτικό και διπλωματικό «σκάκι» με την… αντίπαλο Ρωσία και ποιες είναι οι βασικές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει στο άμεσο μέλλον;

Η επέκταση προς ανατολάς

Για να απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα, θα πρέπει να ανατρέξουμε αρχικά στην πρώτη επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς πριν από 25 χρόνια. Η επέκταση αυτή αφορούσε κράτη που ήταν πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, δηλαδή της στρατιωτικής συμμαχίας χωρών του ανατολικού μπλοκ που διαλύθηκε μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το 1999, εντάχθηκαν στο ΝΑΤΟ η Πολωνία, η Τσεχία και η Ουγγαρία.

Οπως αναφέρει η Deutsche Welle, εκείνη την εποχή, που η Συμμαχία γιόρταζε την 50ή επέτειό της, υπήρχε ένα κλίμα αισιοδοξίας και ο Ψυχρός Πόλεμος έμοιαζε να έχει νικηθεί. Η Ρωσία θεωρείτο πλέον εταίρος, ενώ η Μόσχα είχε συμφωνήσει πως δεν θα εξέφραζε ενστάσεις σε μια επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά.

Οι χώρες της Βαλτικής (Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία) καθώς και η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία εντάχθηκαν το 2004, ενώ η Αλβανία και η Κροατία το 2009. Επιπλέον, το 2017 και το 2020, μέλη της νατοϊκής οικογένειας έγιναν δύο ακόμη χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας: πρώτα το Μαυροβούνιο και αργότερα η Βόρεια Μακεδονία.

Η αλλαγή στρατηγικής από τον Πούτιν

Στις αρχές όμως της δεκαετίας του 2000, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν άρχισε να επικρίνει τη διεύρυνση της Συμμαχίας προς τα ανατολικά. Ο Πούτιν ισχυρίστηκε πως κατά την περίοδο της γερμανικής επανένωσης το 1990 υπήρξε δέσμευση προς τη Σοβιετική Ενωση ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτεινόταν στη σφαίρα επιρροής της.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν κατοχυρώθηκε ποτέ γραπτώς. Η Ιδρυτική Πράξη για τις Αμοιβαίες Σχέσεις Ρωσίας και ΝΑΤΟ, την οποία η Μόσχα υπέγραψε το 1997, δεν περιελάμβανε τέτοιου είδους εγγυήσεις.

Το 2008, το ΝΑΤΟ υποσχέθηκε στην Ουκρανία και τη Γεωργία ότι θα ήταν δυνατόν να ενταχθούν μελλοντικά στη Συμμαχία και τότε ήταν που ο Πούτιν άλλαξε στρατηγική. Επιτέθηκε στη Γεωργία, θέτοντας περιοχές της χώρας υπό ρωσικό έλεγχο και το 2014 προσάρτησε τη χερσόνησο της Κριμαίας, παρέχοντας μάλιστα υποστήριξη στους αυτονομιστές της ανατολικής Ουκρανίας.

Τα γεγονότα αυτά διαδέχτηκε και η πλήρους κλίμακας επίθεση των ρωσικών δυνάμεων στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Παρ’ όλα αυτά –ή ίσως ακριβώς επειδή συνέβησαν αυτά– το ΝΑΤΟ διατηρεί ακόμη ανοιχτές τις πόρτες του σε νέα μέλη.

Η Ιστορία επαναλαμβάνεται… με μια κρίσιμη διαφορά

Κατά την περίοδο της ίδρυσής του το 1949, τη δεύτερη δηλαδή χρονιά του Ψυχρού Πολέμου, το ΝΑΤΟ είχε να αντιμετωπίσει την απειλή που ερχόταν από τα ανατολικά. Σήμερα, φαίνεται πως το παρελθόν τού ξαναχτυπά την πόρτα.

«Σε ό,τι αφορά την κατάσταση κινδύνου και την αντίδραση του ΝΑΤΟ, όλα μοιάζουν να είναι όπως ήταν τότε. Η συλλογική άμυνα αποτελεί για άλλη μια φορά τον βασικότερο στόχο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς αυτό», αναφέρει στην Deutsche Welle ο Ματίας Ντεμπίνσκι από το Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη με έδρα τη Φρανκφούρτη.

Ο ίδιος προσθέτει, ωστόσο, ότι σε σύγκριση με το 1949 η βασικότερη διαφορά είναι ότι σήμερα υπάρχει έντονη δυσπιστία απέναντι στην ηγετική χώρα του ΝΑΤΟ, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν μάλιστα ο Ντόναλντ Τραμπ επανεκλέγει πρόεδρος στις εκλογές του Νοεμβρίου, η «φόρμουλα» αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ κρατών-μελών ίσως πάψει να υφίσταται όπως την ξέραμε.

«Στο χειρότερο υποθετικό σενάριο, το καθήκον που θα έπεφτε στους Ευρωπαίους θα ήταν διπλό», εξηγεί ο Ντεμπίνσκι. «Να αναπληρώσουν δηλαδή τόσο τον ηγετικό πολιτικό ρόλο των ΗΠΑ καθώς και τη στρατιωτική συνεισφορά τους στο ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα. Πρόκειται για έναν ηράκλειο άθλο. Δεν είναι καθόλου σίγουρο εάν θα τον πετύχαιναν».

Το «αγκάθι» της αμυντικής χρηματοδότησης

Στο πλαίσιο όλων των παραπάνω, το ΝΑΤΟ βρίσκεται επίσης αντιμέτωπο με μια κρίση, η οποία φαίνεται να έχει εξελιχθεί σε αργό ρυθμό, σύμφωνα με το CNN. Εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, μέλη της Συμμαχίας επενδύουν λιγότερα χρήματα για την Αμυνα, ενώ ταυτόχρονα οι αντίπαλοι της Δύσης εκσυγχρονίζουν και ενισχύουν τις δικές τους στρατιωτικές ικανότητες.

Τονίζεται μάλιστα ότι η φύση της βοήθειας που παρέχει το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία έχει φέρει στην επιφάνεια τις συνέπειες αυτής της υποχρηματοδότησης για τη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

Σύμφωνα με το CNN, αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με το γεγονός ότι λιγότερα χρήματα σημαίνουν και μικρότερα αποθέματα όπλων. Η έλλειψη ζήτησης σημαίνει επίσης πως οι ιδιωτικές εταιρείες στον συγκεκριμένο τομέα δεν έχουν κίνητρο να επενδύσουν στην κατασκευή όπλων.

Στο μεταξύ, η Ρωσία έχει επεκτείνει μαζικά την παραγωγή πυρομαχικών, ενώ έχει στραφεί και σε άλλους αντιπάλους της Δύσης, όπως η Βόρεια Κορέα και το Ιράν, για επιπλέον όπλα.

Η απάντηση στο πρόβλημα και η πίεση του χρόνου

Αυτό είναι κάτι που τα μέλη του ΝΑΤΟ φαίνεται να έχουν αναγνωρίσει. Σήμερα, οι χώρες της Συμμαχίας που πληρούν τη δέσμευσή τους για αμυντική χρηματοδότηση που ανέρχεται στο 2% του ΑΕΠ τους είναι περισσότερες από ποτέ. Ο αριθμός μάλιστα των χωρών αυτών αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω ενόψει της Συνόδου του Μαΐου στην Ουάσιγκτον.

Οπως αναφέρει όμως το CNN, αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ, οι οποίοι τείνουν να αντιμετωπίζουν τα πράγματα με σκεπτικισμό, σπάνια εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι περισσότερες κυβερνήσεις μελών της Συμμαχίας παίρνουν πράγματι πιο σοβαρά το ζήτημα της αμυντικής χρηματοδότησης.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, παρά τις δεσμεύσεις για χρηματοδότηση ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων με στόχο την ενίσχυση της παραγωγής πυρομαχικών και όπλων, χρειάζεται χρόνος προκειμένου αυτό να μεταφραστεί στην πράξη.

Ενότητα αλλά και… πικρία

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, καθίσταται εμφανές πως το ΝΑΤΟ βρίσκεται εν μέσω μιας συγκυρίας με ασυνήθιστα χαρακτηριστικά.

Θα μπορούσε ίσως να ισχυριστεί κάποιος ότι από τη μία πλευρά τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα από ό,τι ήταν εδώ και πολλά χρόνια, τονίζει το CNN. Αυτό επειδή οι χώρες εμφανίζονται σχετικά ενωμένες αναφορικά με τους μακροπρόθεσμους στόχους τους και σε μεγάλο βαθμό πιο πρόθυμες να επενδύσουν χρήματα προς αυτή την κατεύθυνση.

Από την άλλη, όμως, πλανάται ακόμα στην ατμόσφαιρα ένα αίσθημα… πικρίας. Κάποιες χώρες δεν πιστεύουν πραγματικά πως οι άλλοι σύμμαχοι θα είναι ιδιαίτερα γενναιόδωροι στο θέμα των αμυντικών επενδύσεων στο σενάριο που ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας τελειώσει.

Παράλληλα, αξιωματούχοι χωρών που ιστορικά τηρούσαν τις δεσμεύσεις τους σε αυτό το ζήτημα εξακολουθούν να θεωρούν ότι οι ομόλογοί τους εκμεταλλεύονται τα δικά τους χρήματα και ενδέχεται να μην πάρουν μαθήματα από τον εν εξελίξει πόλεμο.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση