Αλεξάνδρα Βουδούρη
Την πόρτα της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση έκλεισαν οι Ισλανδοί – τουλάχιστον για τα επόμενα χρόνια – απορρίπτοντας στο δημοψήφισμα του Σαββάτου την πρόταση της κυβέρνησης για επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Το «όχι», σύμφωνα με τα επίσημα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν χθες, επικράτησε με 52,8%, έναντι 47,2% του «ναι», σε μια αναμέτρηση που αποδείχθηκε πολύ πιο αμφίρροπη από ό,τι θα μπορούσε να υποδηλώνει η παραδοσιακά επιφυλακτική στάση της χώρας απέναντι στην πλήρη ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Το αποτέλεσμα, πάντως, δεν επηρεάζει τις στενές σχέσεις του Ρέικιαβικ με τις Βρυξέλλες. Η Ισλανδία συμμετέχει ήδη στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), έχοντας πρόσβαση στην ενιαία αγορά, ενώ ανήκει και στη ζώνη Σένγκεν και συνεργάζεται στενά με την Ε.Ε. σε τομείς όπως η δικαιοσύνη και η ασφάλεια. Ακριβώς αυτή η σχέση φαίνεται ότι έπεισε αρκετούς Ισλανδούς πως το σημερινό καθεστώς προσφέρει τα περισσότερα από τα πλεονεκτήματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, χωρίς τις υποχρεώσεις της πλήρους συμμετοχής.
«Ένα μεγάλο μάθημα για εμένα, αλλά και για την κυβέρνηση, είναι ότι οι πολίτες είναι ικανοποιημένοι με τη συμφωνία του ΕΟΧ. Είναι ικανοποιημένοι με τη σημερινή σχέση με την Ε.Ε.», παραδέχθηκε χθες σε συνέντευξη Τύπου η πρωθυπουργός Κρίστρουν Φρόσταντοτιρ. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι Ισλανδοί εξακολουθούν να αισθάνονται ασφαλείς υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και χάρη στη διμερή αμυντική συμφωνία με τις ΗΠΑ.
Άλλωστε, η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία ήταν εκείνη που οδήγησε στην επίσπευση του δημοψηφίσματος. Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία και η αβεβαιότητα γύρω από τη στάση της Ουάσινγκτον έναντι του ΝΑΤΟ είχαν ενισχύσει τη συζήτηση για το κατά πόσο η Ε.Ε. θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρόσθετο πλαίσιο ασφάλειας για τη χώρα.
Τελικά, όμως, η πλειονότητα των ψηφοφόρων προτίμησε τη διατήρηση του σημερινού μοντέλου: ΝΑΤΟ και στενές σχέσεις με τις ΗΠΑ για την ασφάλεια, ΕΟΧ για την οικονομική σχέση με την Ευρώπη και, κυρίως, εθνικό έλεγχο σε έναν από τους πλέον ευαίσθητους τομείς, την αλιεία.
Η Φρόσταντοτιρ ξεκαθάρισε, μάλιστα, ότι το ζήτημα της ένταξης κλείνει για την παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο. «Θέλω να είμαι απολύτως σαφής: αυτή η κυβέρνηση δεν θα επιδιώξει ενταξιακές διαπραγματεύσεις κατά τη διάρκεια αυτής της νομοθετικής περιόδου», τόνισε. Οι επόμενες εκλογές αναμένονται το 2028.
Για τις Βρυξέλλες, ωστόσο, το πολιτικό κόστος του αποτελέσματος είναι σημαντικό.
Μια θετική ψήφος θα ενίσχυε το επιχείρημα ότι, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η Ε.Ε. μπορεί να λειτουργήσει ως πόλος έλξης όχι μόνο για τις υποψήφιες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και των Δυτικών Βαλκανίων, αλλά και για εύπορες, ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Είχαν μάλιστα διατυπωθεί εκτιμήσεις ότι μια ισλανδική υποψηφιότητα θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τη συζήτηση ακόμη και στη Νορβηγία.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα έσπευσε, πάντως, να υπογραμμίσει ότι το αποτέλεσμα δεν αλλάζει τη στρατηγική σημασία της σχέσης Ε.Ε.–Ισλανδίας.
Μετά από ανταλλαγή μηνυμάτων με την Ισλανδή πρωθυπουργό κατά τη διάρκεια και μετά την καταμέτρηση, τόνισε ότι η Ε.Ε. «σέβεται πλήρως τη δημοκρατική επιλογή του ισλανδικού λαού, όπως αυτή εκφράστηκε στο δημοψήφισμα», προσθέτοντας ότι «η Ισλανδία παραμένει ένας από τους στενότερους και πιο αξιόπιστους εταίρους της Ε.Ε., ιδίως μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου». Η Φρόσταντοτιρ, από την πλευρά της, εξέφρασε την πρόθεσή της να συνεχιστεί η ενίσχυση των σχέσεων με την Ένωση.
Το ισλανδικό «όχι» έρχεται, πάντως, σε μια περίοδο κατά την οποία η ίδια η δυνατότητα της Ένωσης να υποδεχθεί νέα μέλη επιστρέφει ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει τους Ευρωπαίους ηγέτες στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Οκτωβρίου, ενώ το Μαυροβούνιο φιλοδοξεί να ολοκληρώσει την πορεία του προς την ένταξη έως τα τέλη του 2028.
Στην επικείμενη συζήτηση αναμένεται να επανέλθουν ζητήματα όπως ο περιορισμός της ομοφωνίας σε ορισμένους τομείς, αλλά και διαφορετικά μοντέλα σταδιακής ή μερικής ένταξης των υποψήφιων χωρών πριν από την πλήρη ενσωμάτωσή τους.
Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό βάρος -ενόψει του κρίσιμου εκλογικού κύκλου του 2027 σε σειρά κρατών-μελών-, μεταξύ των οποίων και χώρες, που παραδοσιακά εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε νέες διευρύνσεις, όπως η Γαλλία.




























