Η πρόσφατη ειδική στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ για τη σύλληψη του προέδρου Μαδούρο μέσα στο έδαφος της Βενεζουέλας, πυροδότησε έντονες πολιτικές συζητήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο για το διεθνές δίκαιο. Ακόμα και κράτη παραδοσιακοί σύμμαχοι της Αμερικής διχάστηκαν με τις επιβεβλημένες ανακοινώσεις και τοποθετήσεις τους για την επέμβαση αυτή, υπολογίζοντας τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα και ζητήματα κυριαρχίας, όπως η Δανία, η Ουκρανία, η Κύπρος. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή όχι κάποιος με την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, το παράδοξο της οικονομίας της αξίζει να αναλυθεί, διότι ίσως αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά οικονομικά παράδοξα του αιώνα.
Η Βενεζουέλα, ως γνωστόν, διατηρεί τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Πάνω από 300 δισ. βαρέλια που αποτελούν το 17% του παγκόσμιου συνόλου. Θα περίμενε κανείς με αυτά τα νούμερα, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών της να έχει φτάσει το κρατικό ταμείο πλούτου της Νορβηγίας. Ενα κράτος ευλογημένο με απαράμιλλους φυσικούς πόρους, πώς έφτασε στο σημείο η καθημερινότητα να είναι ασφυκτική για τον μέσο πολίτη; Με βάση αυτά τα δεδομένα, η χώρα θα έπρεπε να ξεχωρίζει για ευημερία και σταθερότητα, όχι φτώχεια και αβεβαιότητα. Αντί για ανάπτυξη, τα τελευταία δέκα ίσως και παραπάνω χρόνια, η Βενεζουέλα παρουσίασε ένα συνεχώς μειούμενο κατά κεφαλήν εισόδημα, έντονο πληθωρισμό, υψηλά επίπεδα ανεργίας και φτώχειας, και ένα διογκούμενο χρέος. Μια χώρα με αντιθέσεις, πλούσιους φυσικούς πόρους, αλλά με έντονη οικονομική δυσπραγία και προβλήματα για τους πολίτες της.
Οι οικονομικοί λόγοι που οδήγησαν σε αυτή την εικόνα είναι αξιοσημείωτοι. Η παραγωγή πετρελαίου κατέρρευσε λόγω μειωμένων επενδύσεων, γήρανσης των υποδομών και επιβολής διεθνών κυρώσεων, από το ιστορικό υψηλό των 3 εκατ. βαρελιών την ημέρα στις αρχές του 2000, στο ναδίρ των 800.000 βαρελιών τα τελευταία χρόνια. Η πτώση της παραγωγής και άρα της προσφοράς επιδείνωσε το οικονομικό κλίμα, αφού οι εξαγωγές πετρελαίου ήταν από τις βασικές πηγές εσόδων της Βενεζουέλας από το εξωτερικό.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (ονομαστικό) καθρεφτίζει τα διογκούμενα οικονομικά προβλήματα της χώρας, με αυτό να ανέρχεται σε λίγο πάνω από 4.000 δολάρια στο τέλος του 2024, σύμφωνα με επίσημα δεδομένα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF). Το 2013 το ΑΕΠ έπιασε την κορυφή φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά, περίπου 13.000 δολάρια, λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου. Από τότε όμως έχει συρρικνωθεί δραματικά: πάνω από 70% μείωση λόγω του υπερπληθωρισμού και της οικονομικής κακοδιαχείρισης για την οποία μια σημαντική μερίδα του λαού της Βενεζουέλας κατηγορεί τον Μαδούρο. Με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (ΙΑΔ), ναι μεν είναι υψηλότερη σε σύγκριση με το ονομαστικό ΑΕΠ, αλλά δεν ξεπέρασε τα 9.000 δολάρια. Η απότομη πτώση από τα επίπεδα πριν από την κρίση εξακολουθεί να αντικατοπτρίζεται στους μακροοικονομικούς δείκτες. Η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν ασταθής. Επειτα από μια μικρή επέκταση την περίοδο 2020-2024, η οικονομία εξακολούθησε να αντιμετωπίζει στασιμότητα εν μέσω συνεχιζόμενων εντάσεων. Αυτή η πτώση έχει αφήσει τη Βενεζουέλα σε χαμηλή παγκόσμια κατάταξη, συγκρίσιμη με χώρες όπως η Ζιμπάμπουε σε κατά κεφαλήν όρους. Η οικονομική συρρίκνωση έχει οδηγήσει σε μαζική έξοδο ειδικευμένων εργαζομένων, με πάνω από 7 εκατομμύρια Βενεζουελάνους να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, επιβαρύνοντας περαιτέρω το εγχώριο εργατικό δυναμικό. Σχετικά με την οικονομική ανισότητα και τα ποσοστά φτώχειας, ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι το 71% των νοικοκυριών αγωνίζεται να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Αυτό απέχει πολύ από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν τα ποσοστά φτώχειας μειώθηκαν στο μισό στο πλαίσιο των κοινωνικών προγραμμάτων, τα οποία τροφοδοτήθηκαν από το πετρέλαιο. Η επισιτιστική ανασφάλεια επηρεάζει εκατομμύρια, με σημαντικό ποσοστό ενηλίκων να αναφέρουν δυσκολίες στην αγορά των βασικών αγαθών το 2025. Η ανισότητα έχει επιδεινωθεί, καθώς ο πλούτος συγκεντρώνεται μεταξύ των ελίτ που συνδέονται με την κυβέρνηση και τον πετρελαϊκό τομέα. Ο συντελεστής GINI, για παράδειγμα, που μετράει ανισότητες στο εισόδημα, σημείωσε 53,9 το 2024, εκφράζοντας διαρκή αύξηση της ανισότητας.
Το εξωτερικό χρέος της χώρας ξεπερνάει τα 150 δισ. δολάρια, με υπέρογκες υποχρεώσεις σε πιστωτές όπως η Ρωσία και η Κίνα. Η διακοπή της χρηματοδότησης της χώρας από τις παγκόσμιες αγορές αλλά και οι κυρώσεις που τέθηκαν, ανάγκασαν την κεντρική τράπεζα της Βενεζουέλας να τυπώνει συνεχώς χρήμα, κάτι το οποίο τροφοδότησε τον υπερπληθωρισμό. Ο πληθωρισμός παραμένει μια παραλυτική δύναμη στην οικονομία της Βενεζουέλας. Το 2025, ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού εκτιμάται σε περίπου 270%. Αυτό έρχεται έπειτα από μια περίοδο υπερπληθωρισμού που κορυφώθηκε το 2018, αν και τα ποσοστά έχουν μετριαστεί κάπως λόγω της δολαριοποίησης στις συναλλαγές και της πολιτικής διαχείρισης. Οι βασικές αιτίες περιλαμβάνουν την υπερβολική εκτύπωση χρήματος για τη χρηματοδότηση ελλειμμάτων, την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και τις ελλείψεις στην προσφορά. Ως αποτέλεσμα, το μπολιβάρ έχει χάσει σχεδόν όλη την αξία του, ωθώντας μεγάλο μέρος της οικονομίας προς την άτυπη χρήση του δολαρίου. Οι προβλέψεις για το 2026 υποδηλώνουν ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να ανέλθει στο 629%, απειλώντας με επιστροφή σε υπερπληθωριστικές συνθήκες εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων.
Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι πολύ πριν οι ΗΠΑ επέμβουν στο εσωτερικό της χώρας, η Βενεζουέλα είχε καταρρεύσει ήδη από ένα εκρηκτικό μείγμα εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Ο γράφων έχει αναφερθεί σε προηγούμενες δημοσιεύσεις στην ολλανδική ασθένεια και την κατάρα του πετρελαίου, και η Βενεζουέλα φαίνεται πως δεν κατάφερε να ξεφύγει από αυτό. Η απόλυτη πρόσδεση της οικονομίας της στην παραγωγή και την πώληση του πετρελαίου δημιούργησε μια οικονομία απόλυτα ευάλωτη σε εξωτερικά ή παγκόσμια κραχ τιμών. Οι εθνικοποιήσεις και η διαφθορά στον κρατικό μηχανισμό δεν βοήθησαν την κατάσταση και επηρέασαν αρνητικά την παραγωγικότητα της οικονομίας. Ας μην ξεχνάμε ότι οι αμερικανικές κυρώσεις από το 2017 και έπειτα, έχουν επίσης περιορίσει σημαντικά τα κέρδη από τις πωλήσεις πετρελαίου.
Η πολιτική αστάθεια, συμπεριλαμβανομένων των αμφισβητούμενων εκλογών και της αυταρχικής διακυβέρνησης, έχει αποτρέψει τις επενδύσεις. Ενώ ορισμένα σημάδια ανάκαμψης εμφανίστηκαν τα έτη 2023 και 2024 μέσω της δολαριοποίησης και της χαλάρωσης των κυρώσεων με τίμημα την αλλαγή πολιτικών, οι νέες εντάσεις απειλούν να αντιστρέψουν τα κέρδη.
Συμπερασματικά, η ιστορία της Βενεζουέλας αποτελεί μία από τις αναξιοποίητες δυνατότητες που σπαταλώνται από συστημικές αποτυχίες, με αποθέματα πετρελαίου που θα μπορούσαν να διατηρήσουν την παραγωγή για πολλές δεκαετίες. Η πορεία προς την ανάκαμψη εξαρτάται από τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις, τη διαφοροποιημένη ανάπτυξη και τη διεθνή συνεργασία. Χωρίς αυτά, η πτώση σε βασικούς δείκτες, όπως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και η αυξανόμενη φτώχεια, πιθανότατα θα συνεχιστεί, αφήνοντας εκατομμύρια σε κακουχίες.
* Ο κ. Ευστάθιος Κάσσιος είναι οικονομολόγος, συγγραφέας, EU Project Manager.




























