ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Πώς η ενεργειακή κρίση αναβαθμίζει την Ανατολική Μεσόγειο

Τα κοιτάσματα αερίου μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση της Ευρώπης από τη Μόσχα, ενισχύοντας γεωπολιτικά την περιοχή

Kathimerini.gr

Χρύσα Λιάγγου

Η ενεργειακή κρίση αναθερμαίνει το ενδιαφέρον για τα κοιτάσματα φυσικού αερίου της ΝΑ Μεσογείου και μαζί των εγχώριων ανεξερεύνητων κοιτασμάτων στις περιοχές της Κρήτης και του Ιονίου, που έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον της αμερικανικής ExxonMobil και της γαλλικής Total. Η αύξηση των τιμών φυσικού αερίου κατά 250% από τις αρχές του χρόνου ανέδειξε τόσο την οικονομική πτυχή της αξίας αυτών των κοιτασμάτων όσο και τη γεωπολιτική, καθώς η Ευρώπη μαθαίνει πληρώνοντας ακριβά τι σημαίνει η υπερεξάρτησή της από έναν προμηθευτή. Ο προ δεκαετίας σχεδιασμός της Ε.Ε. διαφοροποίησης πηγών και οδεύσεων φυσικού αερίου έφερε τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα σε σχέση με τον περιορισμό της εξάρτησης από τη Ρωσία. Τα στοιχεία του BP Statistical Review of World Energy, επιβεβαιώνουν την αποτυχία της Ε.Ε. στη στρατηγική απεξάρτησης από εισαγωγές και από το ρωσικό αέριο. Το 2010, με συνολική κατανάλωση φυσικού αερίου στα 422 δισ. κ.μ. η παραγωγή της Ευρώπης κάλυπτε το 30% της ζήτησης. Η εξάρτηση από εισαγωγές έφτανε το 70% και από το ρωσικό αέριο το 32%. Το 2020 η συνολική κατανάλωση ήταν 458 δισ. κ.μ. Η εγχώρια παραγωγή περιορίστηκε σε μόλις 47,8 δισ. κ.μ. και η εξάρτηση από εισαγωγές εκτοξεύτηκε στο 90% και από τη Ρωσία στο 43%.

Η ελληνική πρόταση

Τα δεδομένα πιστοποιούν την ορθότητα –από οικονομικής και γεωπολιτικής άποψης– της πρότασης που διατύπωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ανέδειξε τη γεωπολιτική διάσταση της ενεργειακής κρίσης και τον ρόλο που μπορεί να παίξει η Ανατολική Μεσόγειος ως εναλλακτική πηγή στην ενεργειακή ασφάλεια της Ε.Ε. Τα κοιτάσματα στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου υπολογίζονται, βάσει των στοιχείων της Γεωλογικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ (2010), σε 122 τρισ. έως 277 τρισ. κυβικά πόδια, αξίας (με τιμές αγοράς προ πανδημίας) 700 δισ. δολαρίων, σημαντικό μέρος των οποίων έχει επιβεβαιωθεί στις ΑΟΖ του Ισραήλ, της Αιγύπτου και της Κύπρου.

Πέραν του φυσικού αερίου, η περιοχή μπορεί να διασφαλίσει για την Ευρώπη φθηνή πράσινη ηλεκτρική ενέργεια από την έρημο της Σαχάρας μέσω της υποθαλάσσιας ηλεκτρικής διασύνδεσης Αιγύπτου, Κύπρου και Ελλάδας, σχέδιο που επισφραγίστηκε με την τριμερή συμφωνία που υπεγράφη την περασμένη εβδομάδα.

Στο κοινό ανακοινωθέν αναφέρεται και η επιθυμία συνέχισης της συνεργασίας, «μέσω μιας σειράς συμφωνιών για την εξερεύνηση και μεταφορά φυσικού αερίου». Η δημιουργία ενός ενεργειακού διαδρόμου της Aνατολικής Mεσογείου προς την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας (ηλεκτρική διασύνδεση με Αίγυπτο και αγωγό East Med ) προϋποθέτει σταθερότητα στην περιοχή και ενισχύει τα επιχειρήματα της χώρας έναντι της Τουρκίας. Το ζήτημα της σταθερότητας ανέδειξε ο πρωθυπουργός στο συνέδριο 1st «Καθημερινή» ESG Summit. Η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι κρίσιμη για την Ευρώπη μόνο διότι πρέπει να συμπαρασταθεί σε δύο κράτη των οποίων τα κυριαρχικά δικαιώματα παραβιάζονται από την Τουρκία, «αλλά διότι η Ανατολική Μεσόγειος –και αναφέρομαι στην Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο– θα πρέπει να είναι μια νέα πηγή φυσικού αερίου για την Ε.Ε.», είπε.

Η Ελλάδα δεν έχει εξερευνήσει το δυναμικό των πιθανολογούμενων κοιτασμάτων της φυσικού αερίου, τα οποία εκτιμώνται σε Ιόνιο και Κρήτη στα 70 και 90 τρισ. κυβικά πόδια αντίστοιχα. Η συγκυρία έχει επαναφέρει τη συζήτηση για την αξιοποίησή τους, ενώ έχει τονώσει το ενδιαφέρον των Total και ExxonMobil για τα οικόπεδα νοτίως και δυτικά της Κρήτης. Η ενεργειακή κρίση και ο ρόλος του φυσικού αερίου στην ενεργειακή μετάβαση αναλύθηκε εκτενώς στη συνάντηση που είχαν στην Αθήνα το διήμερο 7-9 Οκτωβρίου 110 εκπρόσωποι 75 πετρελαϊκών εταιρειών, μεταξύ των οποίων οι ExxonMobil, Total, Equinor, OMV, MOL, Repsol. Στη συνάντηση, ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΔΕΥ Α. Στεφάτος παρουσίασε στις πετρελαϊκές στοιχεία για τις πιθανότητες μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου.

«Η Ελλάδα θα πρέπει να κεφαλαιοποιήσει τα σημαντικά οφέλη από τα δυνητικά αποθέματα φυσικού αερίου. Τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει δείχνουν ότι η δυνητική αξία τους είναι της τάξης των 250 δισ. ευρώ (με τιμές προ κρίσης)», τονίζει στην «Κ» ο κ. Στεφάτος. «Η τιμολογιακή κρίση Φ.Α. και η κλιμακούμενη υπερεξάρτηση της Ε.Ε. από τις ρωσικές εξαγωγές καθιστά αδήριτη την ανάγκη αναστροφής της πολιτικής εγκατάλειψης των εγχώριων ευρωπαϊκών κοιτασμάτων. Η θέση της χώρας μας είναι υπό προϋποθέσεις πλεονεκτική, από την άποψη ότι το υδρογονανθρακικό μας δυναμικό, ιδίως πέριξ της Κρήτης και του ΒΔ Ιονίου, δεν έχει ακόμη διακριβωθεί και θα μπορούσε να συμβάλει μαζί με τα άλλα κράτη της ΝΑ Μεσογείου, όπως τόνισε και ο πρωθυπουργός, στη δημιουργία μιας νέας πηγής για την τροφοδοσία της Ενωσης», δηλώνει ο Θ. Τσακίρης, αν. καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Γαλλογερμανική κόντρα για τα πυρηνικά

Η αναζήτηση αξιόπιστων λύσεων, που θα εγγυώνται την επάρκεια και την ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης στον δρόμο προς την οικονομία των μηδενικών ρύπων το 2050, καλύπτοντας το κενό της μεταβλητότητας της αιολικής και ηλιακής παραγωγής, προβάλλει ως κοινό αίτημα επιχειρήσεων και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Τεχνολογίες στις οποίες η Ευρώπη γύρισε την πλάτη τα προηγούμενα χρόνια, όπως τα πυρηνικά και το φυσικό αέριο, επανέρχονται στο προσκήνιο, διεκδικώντας ρόλο γέφυρας και εγγυητή της ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού. Η πλειοψηφία των 27 χωρών της Ε.Ε. τάχθηκε την περασμένη Πέμπτη υπέρ της αναγνώρισης του ρόλου του φυσικού αερίου και της πυρηνικής ενέργειας στον αγώνα εναντίον της κλιματικής αλλαγής, ζήτημα που απασχολεί ενόψει της αναμενόμενης πρότασης της Επιτροπής για την «πράσινη ταξονομία».

Η γαλλική συμμαχία

Το ζήτημα της ταξονομίας και συγκεκριμένα το κατά πόσον η Ευρώπη θα συμπεριλάβει την πυρηνική ενέργεια και το φυσικό αέριο στις ενάρετες για το κλίμα και το περιβάλλον μορφές ενέργειας, παραμένει ανοικτό από τον περασμένο Μάρτιο. Η υπόθεση είχε εξελιχθεί σε ένα ισχυρό μπρα ντε φερ μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, με την πρώτη να στρέφεται σθεναρά κατά του φυσικού αερίου, θέλοντας να στηρίξει την πυρηνική ενέργεια που κυριαρχεί στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής της, και τη δεύτερη, που εφαρμόζει πρόγραμμα αποπυρηνικοποίησης, προκειμένου να μπλοκάρει τα γαλλικά σχέδια, να αφήνει ανοιχτό το θέμα, βάζοντας στην ίδια μοίρα με τον τρόπο αυτό πυρηνικά και φυσικό αέριο.

Η Γαλλία αξιοποιώντας την κρίση τιμών και επάρκειας σε αέριο και ηλεκτρισμό έχει κινητοποιηθεί το τελευταίο διάστημα και δημιούργησε μια συμμαχία 10 κρατών για τον χαρακτηρισμό της πυρηνικής ενέργειας ως «πράσινης». Σχετικό κείμενο συνυπέγραψαν στα μέσα Οκτωβρίου οι Ρουμανία, Τσεχία, Φινλανδία, Σλοβακία, Κροατία, Σλοβενία, Βουλγαρία, Πολωνία και Ουγγαρία, ενώ με την ίδια θέση συντάχθηκε προσφάτως και η Ολλανδία. Υπέρ της γαλλικής πρότασης τάχθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Ελλάδα, με τον πρωθυπουργό να διευκρινίζει ότι η Ελλάδα δεν θα αποκτήσει πυρηνική ενέργεια.

Το γερμανικό μπλοκ

Σθεναρά στην πρόταση αντιστέκονται η Γερμανία, η Αυστρία και το Λουξεμβούργο, ενώ μια άλλη συμμαχία 11 χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στην οποία συμμετέχουν και η Ελλάδα, η Κύπρος και η Μάλτα, τάσσονται υπέρ της ένταξης του φυσικού αερίου στην «πράσινη ταξονόμηση», καθώς κρίνεται απαραίτητη για την απανθρακοποίηση της οικονομίας τους με ασφαλή και οικονομικό τρόπο. Η «πράσινη ταξονόμηση» ουσιαστικά θα εξαιρέσει μια κατηγορία επενδύσεων ως κλιματικά επιβλαβή, δίνοντας στην ιδιωτική τραπεζική σήμα να αποσύρει επενδύσεις ή να αυξήσει τα επιτόκια, κάτι που η Ελλάδα δεν θα ήθελε να συμβεί με το φυσικό αέριο.
Αναμένοντας την Κομισιόν

Η Ε.Ε. αναμένεται να προτείνει πριν από το τέλος της χρονιάς τον σχετικό κατάλογο με τις πράσινες μορφές ενέργειας, εκτιμάται ωστόσο ότι το αποτέλεσμα, που θα αποτελέσει προϊόν διαπραγμάτευσης και συμβιβασμού μεταξύ των κρατών-μελών, δεν πρόκειται να κλείσει πριν συσταθεί νέα κυβέρνηση στη Γερμανία, η συναίνεση της οποίας κρίνεται απαραίτητη.

Η πρόταση για κοινές αγορές αερίου από την Ε.Ε. ενέχει και κινδύνους
Αγορά φυσικού αερίου ως Ευρωπαϊκή Ενωση, στα πρότυπα της αγοράς εμβολίων, για όσα κράτη το επιθυμούν, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύς, είναι μια πρόταση που στήριξε και η Ελλάδα μαζί με άλλα κράτη-μέλη στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπου κυριάρχησε το θέμα της ενεργειακής κρίσης. «Η χώρα μας έχει προτείνει να αυξηθεί η δυνατότητα αποθήκευσης φυσικού αερίου, αλλά και στο μέλλον να μπορούμε να αγοράζουμε από κοινού φυσικό αέριο, ώστε να αυξήσουμε τη διαπραγματευτική μας ισχύ έναντι των προμηθευτών φυσικού αερίου».

Πρακτικά προβλήματα

Ερωτήματα τίθενται από αναλυτές τόσο ως προς τη ρεαλιστικότητα της πρότασης όσο και ως προς τους κινδύνους που εγκυμονεί, στον βαθμό που καταστεί εφαρμόσιμη, στο να σπρώξει τα πράγματα στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός καρτέλ φυσικού αερίου τύπου ΟΠΕΚ. Ως προς το πρώτο σκέλος, επισημαίνουν κατ’ αρχάς το γεγονός ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει τους αναγκαίους αποθηκευτικούς χώρους, τονίζοντας μάλιστα ότι οι μεγαλύτεροι από αυτούς, ειδικά στη Γερμανία και στην Ολλανδία, δεν ανήκουν σε ευρωπαϊκές εταιρείες. Επιπλέον, σημειώνουν, οι διασυνδέσεις δεν εξυπηρετούν το σύνολο των κρατών-μελών. Ειδικά η Ελλάδα δεν διαθέτει χώρους αποθήκευσης φυσικού αερίου, κάτι που παραδέχθηκε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος παρέπεμψε στο project της υπόγειας αποθήκης Καβάλας, που έχει δρομολογηθεί πάνω από μια δεκαετία και βρίσκεται σε διαδικασία διαγωνισμού παραχώρησης από το ΤΑΙΠΕΔ, η οποία όμως προχωράει με μεγάλες καθυστερήσεις. Ερωτήματα τίθενται και ως προς το διαδικαστικό της υπόθεσης, όπως ποιος θα αγοράσει στρατηγικά αποθέματα, η Ε.Ε. ή το κάθε κράτος-μέλος, και για λογαριασμό ιδιωτικών εταιρειών που θα πρέπει να εμπιστευτούν εμπορικά μυστικά λειτουργώντας στον ανταγωνισμό.

Η γέννηση του ΟΠΕΚ

Ως προς το δεύτερο σκέλος, αναλυτές της γεωπολιτικής παρομοιάζουν την από κοινού αγορά στρατηγικών αποθεμάτων με τη δημιουργία ενός «αντικαρτέλ» που μπορεί να οδηγήσει σε καρτέλ παραγωγών φυσικού αερίου, που σήμερα δεν υπάρχει. Η Ρωσία, αναφέρουν, δεν συντονίζει τις τιμές της με την Αλγερία ή τη Νορβηγία, και παραπέμπουν στη δημιουργία του ΟΠΕΚ στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Τότε το ολιγοπώλιο των «7 αδελφών» κυριαρχούσε στην αγορά της Ευρώπης και προκειμένου να αντιδράσει στις μεγάλες εκπτώσεις των ρωσικών εταιρειών και στην απώλεια μεριδίου προχώρησαν σε μειώσεις τιμών, καταστρατηγώντας τις συμφωνίες που είχαν με τα κράτη-παραγωγούς. Τα τελευταία, βλέποντας τα έσοδά τους να μειώνονται δραματικά και να ανατρέπονται οι προϋπολογισμοί τους, συνασπίστηκαν και δημιούργησαν τον ΟΠΕΚ, στους ρυθμούς του οποίου «χορεύει» έκτοτε η διεθνής πετρελαϊκή αγορά.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Πολιτική: Τελευταία Ενημέρωση