Ο Απόστολος Δοξιάδης συνεχίζει την παράδοση που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια με το «Βίος παράλληλος» (1985) και ταυτόχρονα πραγματοποιεί μια τομή. Στο νέο του μυθιστόρημα εξακολουθεί να καλλιεργεί το οξύτατο παρωδιακό ύφος που διακρίνει ολόκληρο το πεζογραφικό έργο του, τον ευφρόσυνα ευτράπελο τόνο που σταθερά συναντάμε στον «Μακαβέττα» (1989), στα «Τρία ανθρωπάκια» (1997) και στο «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ» (2001). Εξακολουθεί επίσης να καλλιεργεί το παρωδιακό ύφος και με τη βαθύτερη έννοια του όρου, όπως την ανέπτυξε η θεωρία της λογοτεχνίας στα μέσα του 20ού αιώνα – μίμηση ενός πρώτου κειμένου από ένα δεύτερο που, αντιγράφοντας τους τρόπους του πρώτου, τους θέτει στην υπηρεσία των δικών του λογοτεχνικών στόχων.



























