ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
Τελευταία Ενημέρωση: 22:39
 

Aπό βοηθός μπακάλη, επιχειρηματίας στο Λονδίνο

Πολλά ερευνητικά πεδία άνοιξε ο λογοτεχνικός ήρωας Δημήτρης Χατζηγιώργης

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΗΣ ΓΙΩΤΑΣ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Αυτοβιογραφία ή μυθοπλασία; Αφήγημα που εξιστορεί προσωπικά βιώματα ή διήγημα που αναπλάθει τον χαρακτήρα ενός Eλληνα της μετεπαναστατικής εποχής; Σάτιρα για τους Eλληνες του Λονδίνου της βικτωριανής Εποχής ή απάντηση στην επικριτική Αθήνα για τους ξενιτεμένους που δεν επενδύουν τα κεφάλαια τους στην πατρίδα; Πολλά ερευνητικά πεδία άνοιξε ο λογοτεχνικός ήρωας που εμφανίζεται το 1868 ως ένας ατίθασος «Λουκής Λάρας» με το όνομα Δημήτρης Χατζηγιώργης αρκετά χρόνια πριν από την αντιηρωική μορφή του Δημητρίου Βικέλα (1879).

Το διήγημα με τον τίτλο «Γιατί μένω στο Χάιντ Παρκ», άγνωστου συγγραφέα, που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «The Cornhill Magazine» (1858-1975), έφερε πρόσφατα στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό η αρχαιολόγος Ελένη Στούμπου- Κατσαμούρη, μεταφρασμένο σε μια έκδοση υπό τον τίτλο «Από τη Λαρίγκοβα στο Χαϊντ Παρκ». Το ανακάλυψε αναζητώντας πηγές για τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Στεφάνου Αρναίας κατά τη διάρκεια αναστήλωσης του μνημείου έπειτα από την πυρκαγιά το 2005. Το ζητούμενο της έρευνας της ήταν πιθανές περιγραφές του μνημείου και το απρόβλεπτο διήγημα την οδήγησε σε μια παράλληλη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από την Αρναία (Λαρίγκοβα η αρχαία ονομασία) ξεκίνησε εξάλλου ο Χαλκιδικιώτης ήρωας ο οποίος αφού επιβίωσε στην υπόδουλη Ελλάδα, διέπρεψε στο εμπόριο του επιχειρηματικού Λονδίνου απ’ όπου και εξομολογείται τα πεπραγμένα του, χωρίς ηθικούς φραγμούς, στην ώριμη ηλικία του «έτοιμος για την otium cum dignitate (ανάπαυση με αξιοπρέπεια)», όπως ο ίδιος γράφει.

Οικογένεια ελλήνων βοσκών σε χαρακτικό που διακοσμούσε χάρτη (1870) του Kiepert

Ο ανώνυμος συγγραφέας γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο με βρετανικό χιούμορ για τη ζωή του υπόδουλου ελληνισμού συστήνεται εξαρχής στο κοινό της ανώτερης αγγλικής τάξης ως Demetri Chazzi-Georgi επικαλούμενος καταγωγή από τα Στάγειρα-γενέτειρα του επιφανούς Αριστοτέλη για να αντλήσει μεγαλύτερη υπερηφάνεια από τους Χιώτες του Λονδίνου που επιδείκνυαν τον Oμηρο της γενέτειρας τους. Είναι φανερό ότι ήρωας δεν είναι Αρναιώτης. Στο λογοτεχνικό κείμενο δεν περιγράφει τον τόπο αλλά χαρακτήρες, ήθη (ταφικά) και έθιμα, θρησκευτικές παραδόσεις, τον ορθόδοξο κλήρο, τους Βλάχους, τους λεβαντίνους, τους ληστές… Εξιστορεί τη ζωή του με αυτοπεποίθηση χωρίς τύψεις συνείδησης για τις απάτες του που διδάχθηκε από την παιδική ηλικία αρχικά ως μαθητευόμενος στον «πανούργο μπακάλη» κι αργότερα σε έναν λεβαντίνο έμπορο στη Σμύρνη όπου δημιουργεί δικό του κεφάλαιο κλέβοντας από την επιχείρηση και δεν αργεί να φτάσει με δική του εταιρεία στην καρδιά του παγκόσμιου εμπορίου, το Λονδίνο. «Τώρα που πέρασαν τα χρόνια είμαι πεπεισμένος ότι αν ζούσε (σ.σ. ο μπακάλης Γιαννούλας) σε αυτούς τους συνταρακτικούς καιρούς, θα είχε διακριθεί ακόμα και σ αυτή τη σπουδαία μητρόπολη των μηχανορράφων της οικονομίας και των επιδέξιων απατεώνων…», αναφέρει αναλύοντας τις μεθόδους που εφάρμοσε για αθέμιτο πλουτισμό «χωρίς να βλάψει κανέναν» όπως λέει, επικαλούμενος τον αθάνατο Σαίξπηρ: «Αυτόν που τον ληστεύουν, όταν δεν θέλει ό,τι του κλέβουν, ας’τον να μην το ξέρει, και θα’ναι σαν να μην τον έκλεψαν καθόλου».

Από την αιχμηρή του σάτιρα δεν γλιτώνουν οι Eλληνες του Λονδίνου, παλαιοί και νεοαφιχθέντες («το όνομα μας υπέφερε τελευταία από τις κακές πρακτικές ορισμένων συμπατριωτών μου, οι οποίοι, φαντάστηκαν ότι με το που θα πατούσαν το πόδι τους στην Αγγλία θα έφτιαχναν μεγάλες περιουσίες…»), ούτε τα παιδιά του, ούτε «οι πεινασμένοι πολιτικοί των Αθηνών», όπως τους αποκαλεί, που «αμφισβητούν τον πατριωτισμό μας γιατί δεν ξοδεύουμε τις λίρες στην πατρίδα μας προς όφελος των συμπατριωτών μας. Δεν υπολείπομαι κανενός έλληνα σε πατριωτισμό, αλλά λυπάμαι πολύ, …δεν θα εμπιστευτώ τον εαυτό μου και τους δικούς μου στην επικράτεια του Βασιλιά Γεώργιου -ο Θεός να τον ευλογεί- πριν να έχω τη βεβαιότητα ότι θα μπορώ να αισθάνομαι το ίδιο ασφαλής και σίγουρος όσο τώρα στο Χάιντ Παρκ».

 

Η πρώτη σελίδα του διηγήματος με τίτλο «Why I live at Hyde Park” που δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1868 στο λογοτεχνικό περιοδικό του Λονδίνου «The Cornhill Magazine» (158-1975)

Ποιος θα μπορούσε να είναι ο μυστηριώδης συγγραφέας και γιατί γράφει δημόσια αυτά που κανένας Ελληνας έμπορος, δεν θα παραδεχόταν; Το ψευδώνυμό του, επισημαίνει στην έρευνα της η Ελένη Στούμπου, εμφανίζεται στη λογοτεχνία μια και μόνη φορά. Αποκλείοντας τον ευπατρίδη Βικέλα, τις περισσότερες πιθανότητες συγκεντρώνει ο Στέφανος Θ. Ξένος. Με το δημοσίευμα αυτό φαίνεται πως επιδιώκει να αποτυπώσει κυνικά, για μια ακόμη φορά, πτυχές των ελλήνων που διέφυγαν από την υπόδουλη πατρίδα αλλά και μια από τις εσωτερικές διαμάχες του παροικιακού ελληνισμού. Καθώς πλησιάζουν τα 200 χρόνια από την Επανάσταση, η επιστροφή στην εποχή αυτή θέτει ξανά τα ερωτήματα της εθνικής μας αυτογνωσίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση

Γλαφυρή απεικόνιση της επιδημίας χολέρας στο περιοδικό Le Petit Journal. Η εικόνα κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου «Epidemics and Society» του Φρανκ Σνόουντεν

Ο ιός της τέχνης

Ο τόμος «Επιδημίες και Κοινωνία» περιγράφει την επίδραση που είχαν μεγάλες επιδημίες και πανδημίες στις κοινωνίες
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ
X