ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ζωγραφίζοντας με πινέλο τη μαγεία του κινηματογράφου

Ο Βασίλης Δημητρίου υπήρξε ο ύστατος μιας γενιάς ζωγράφων που «έντυναν» κάθε εβδομάδα την πόλη με καινούργια έργα

Newsroom Κ, Αθήνα

Υπήρξε ο ύστατος μιας γενιάς ζωγράφων που «έντυναν» κάθε εβδομάδα την πόλη με καινούργια έργα. Σε ένα σύντομο τηλεοπτικό πορτρέτο τον είχαν ονομάσει «Ο τελευταίος ζωγράφος του σινεμά», αφού σε μεγάλη ηλικία, αλλά με αξιοθαύμαστη αντοχή, εξακολουθούσε να παλεύει με τη δουλειά του, τη δημιουργία χειροποίητων γιγαντοαφισών για τον κινηματογράφο. Αυτή την τέχνη δεν την εγκατέλειψε ποτέ, ακόμη και όταν η εποχή έμοιαζε να τον ξεπερνά και η ψηφιακή εκτύπωση εκτόπιζε σιγά σιγά τα πινέλα από τα τεράστια διαφημιστικά πανό του σινεμά.

Ο Βασίλης Δημητρίου, που έφυγε από τη ζωή πριν από δύο ημέρες σε ηλικία 85 ετών, «ήταν μέλος της οικογένειας του κινηματογράφου “Αθήναιον”», όπως μας είπε ο συνιδιοκτήτης των δύο αιθουσών («Αθήναιον» 1 και 2) Κώστας Γιαννόπουλος, ο οποίος τον γνώριζε από παιδί. Επί τρεις δεκαετίες ζωγράφιζε αποκλειστικά για το «Αθήναιον», συνεχίζοντας μια παράδοση που ήθελε να μην υπάρχει πρεμιέρα χωρίς νέα χειροποίητη αφίσα στη μαρκίζα του σινεμά, σε περίοπτη θέση, επί της οδού Βασιλίσσης Σοφίας 124.

«Ερχόταν πάντοτε το βράδυ της Τετάρτης με το καινούργιο έργο ανά χείρας και μετά το τελευταίο εισιτήριο της βραδινής προβολής, γύρω στις 11 η ώρα, κατεβάζαμε τα τελάρα από την πρόσοψη και αναρτούσαμε την αφίσα της νέας ταινίας. Δεν είχε λείψει ούτε μία φορά, γι’ αυτό όσο εκείνος είχε τις δυνάμεις του, εμείς τον στηρίζαμε», λέει ο κ. Γιαννόπουλος.

Με τέτοια συνέπεια έμεινε στο επάγγελμα για πάνω από 60 χρόνια, στην αρχή με περισσότερες από 10 παραγγελίες κάθε εβδομάδα, από διάφορους κινηματογράφους της Αθήνας, στην πορεία με όλο και λιγότερες. Στο εργαστήριό του, που βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του, στην Αγία Παρασκευή, άπλωνε το τεράστιο ρολό με το στρατσόχαρτο και ετοίμαζε τα χρώματα με τον παλιό τρόπο, χρησιμοποιώντας σκόνες και ψαρόκολλα. Συνήθως, η ζωγραφική σύνθεση αναπτυσσόταν σε δύο κομμάτια λόγω του μεγάλου μεγέθους του έργου –η πρόσοψη του «Αθήναιον» έχει μήκος 6,5 μ. και ύψος 2,5 μ.– και στη συνέχεια ενωνόταν σε μια ενιαία εικόνα.

Ομως, παρά τον κόπο της, αυτή ήταν μια τέχνη εφήμερη, προορισμένη από τη γέννησή της να καταστρέφεται κάθε εβδομάδα – είναι τόσο περίπλοκη και κοπιαστική η ανάρτηση των τεράστιων αφισών στις μαρκίζες και η τοποθέτηση μέσα στα ειδικά τελάρα, που συνήθως η καινούργια κολλούσε επάνω στην προηγούμενη, καταστρέφοντάς την. Επίσης, ήταν μια τέχνη λαϊκή, που διαφήμιζε ένα επίσης λαϊκό τρόπο διασκέδασης, τον κινηματογράφο, ιδίως στα χρόνια του ’50 και του ‘60, όταν έζησε την ακμή της. Την υπηρέτησαν με αφοσίωση μάστορες και τεχνίτες με διαφορετική εκπαίδευση, από αυτοδίδακτοι μακετίστες που έμαθαν την τέχνη στα εργαστήρια των παλιότερων έως ζωγράφοι της Σχολής Καλών Τεχνών.

Ευτυχώς, κάποιες από τις περίφημες γιγαντοαφίσες των δεκαετιών 1950-1970, δουλειές εικαστικών καλλιτεχνών όπως ο Γιώργος Βακιρτζής, ο Γεράσιμος Τουλιάτος, οι Κώστας και Γιώργος Κουζούνης, ο Στέφανος Αλμαλιώτης κ.ά., έχουν διασωθεί χάρη στην πρωτοβουλία συλλεκτών (ΕΛ. ΑΦΙ) και αποτελούν μέρος της συλλογής του Μουσείου Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ο Βασίλης Δημητρίου έλεγε ότι υπήρχαν πρόσωπα ηθοποιών, όπως αυτό του Κλιντ Ιστγουντ, που μπορούσε να ζωγραφίσει από μνήμης και με κλειστά μάτια. Ελεγε, επίσης με αφοπλιστική ειλικρίνεια, ότι δεν ζωγράφιζε τους ηθοποιούς που δεν του άρεσαν. Σε μια παλιότερη συνέντευξη, η κόρη του ζωγράφου Μέμου Τουλιάτου –ο οποίος έχει επίσης «φύγει»–, είχε πει ότι στον πατέρα της άρεσε το πρόσωπο του Κάρι Γκραντ και του Αλέν Ντελόν, ενώ θυμόταν μια πανέμορφη Ναστάζια Κίνσκι που ζωγράφισε ο πατέρας της για την ταινία «Παρίσι, Τέξας». Με την αποδημία του Βασίλη Δημητρίου, ενός από τους παλιούς, κλείνει ένα κεφάλαιο σε μια τέχνη που κατάφερε με πείσμα να φθάσει ώς τον 21ο αιώνα, διαφυλάσσοντας με επιμονή την αθωότητα στο βλέμμα μας.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση

X