Γράφει ο Σπήλιος Λαμπρόπουλος
Ας βγάλουμε γρήγορα από τη μέση όλα τα σχετικά με βραβεύσεις και διακρίσεις: ο Τζορτζ Φέντον ήταν πέντε φορές υποψήφιος για Οσκαρ μουσικής, είκοσι για BAFTA (κέρδισε τις τέσσερις), τρεις για Χρυσές Σφαίρες, δύο για Γκράμι, ενώ στο σπίτι του είχε άλλα 26 βραβεία. Φυσικά, ελάχιστη ουσιαστική σημασία έχουν αυτά για έναν άνθρωπο που αφιερώθηκε στη μουσική όλη του τη ζωή: 70 χρόνια ακριβώς, από την πρώτη φορά που έπιασε στα χέρια του μια ηλεκτρική κιθάρα, σε ηλικία επτά ετών, μέχρι την 5η Οκτωβρίου, που ξαφνικά, πέθανε, σε ηλικία 76 ετών.
Γεννημένος στο Κεντ το 1949, μεγάλωσε μαζί με τα τέσσερα αδέλφια του σε ένα σπίτι όπου ακουγόταν μονίμως μουσική. Μόλις έκλεισε τα δώδεκα, άρχισε μαθήματα εκκλησιαστικού οργάνου, μέσα από το οποίο ανακάλυψε τη μαγεία της θρησκευτικής μουσικής, αλλά με δασκάλους που τον ενθάρρυναν να μην περιοριστεί στο στενό πλαίσιο του είδους.
Τελειώνοντας το σχολείο, αποφάσισε να μην πάει ούτε σε πανεπιστήμιο ούτε σε μουσικό κολέγιο. Για ένα διάστημα, μάλιστα, σκεφτόταν να γίνει ηθοποιός – είχε εμφανιστεί σε μια επιτυχημένη θεατρική παράσταση και του είχε προσφερθεί υποτροφία σε δραματική σχολή, αλλά απέρριψε και αυτή την προοπτική. Ενιωθε πως κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα θα τον έβαζε σε καλούπι, ενώ τον καθοδηγούσε η ανάγκη να παραμείνει παντελώς ελεύθερος καλλιτεχνικά. Οι γονείς του ανησυχούσαν που τον έβλεπαν απλώς να παίζει σε συγκροτήματα χωρίς ξεκάθαρο επαγγελματικό προσανατολισμό, αλλά η απόφασή του να μη λάβει περαιτέρω εκπαίδευση τον δικαίωσε: βρέθηκε με δισκογραφικό συμβόλαιο και άρχισε να δουλεύει ως επαγγελματίας μουσικός σε στούντιο. Από γνωριμία σε γνωριμία, κατέληξε να ενορχηστρώνει μουσικά θέματα για το θέατρο και την τηλεόραση. Η δεκαετία του ’70 ήταν η χρυσή εποχή για τις «μουσικές βιβλιοθήκες»: θέματα που ηχογραφούνταν και ήταν διαθέσιμα να «μισθωθούν» για συγκεκριμένες χρήσεις, σε σκηνές καταδίωξης, σε ρομαντικές σκηνές, ως «χαλί» σε ραδιοφωνικές εκπομπές, ως συνοδεία ντοκιμαντέρ κ.ο.κ. Ο Φέντον είχε την τύχη να συναντήσει τον εθνομουσικολόγο Τζον Λιτς, που τον σύστησε στις μουσικές της Μέσης και της Απω Ανατολής, αλλά και στην ελληνική! Το 1974, ο Λιτς είχε ηχογραφήσει για λογαριασμό της ολλανδικής εταιρείας De Wolfe τον δίσκο «Greece: Ancient And Modern». O Φέντον είχε εντυπωσιαστεί τόσο πολύ από τα έγχορδα όργανα και τις ανατολίτικες κλίμακες, που ζήτησε από τον Λιτς να κάνουν κάτι αντίστοιχο μαζί: λίγους μήνες αργότερα, από την ίδια εταιρεία, κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος που έφερε το όνομα του Φέντον ως συνθέτη, με τίτλο «Grecian Adventure / Gypsy». Τρία χρόνια αργότερα, θα επανακυκλοφορούσε με πιο… τουριστικό εξώφυλλο (μια μικρή εικόνα της Ακρόπολης) και διαφοροποιημένο τίτλο (Greece / Central Europe). Στο εσώφυλλο διαβάζαμε: «Μια επιλογή μουσικής από την Ελλάδα και τα νησιά της, παιγμένη σε αυθεντικά όργανα».
Ο Λιτς στάθηκε ο μέντορας-καταλύτης για τον νεαρό συνθέτη. Τον έμαθε να γράφει μουσική για κινηματογράφο, πώς να διευθύνει μια ηχογράφηση, πώς να προετοιμάζεται κατάλληλα, πώς να διαχειρίζεται τους μουσικούς και του εξήγησε γιατί ο Μορίς Ζαρ και ο Τζον Μπάρι ήταν οι σημαντικότεροι συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής εκείνη την εποχή.
Δεν είχε καν κλείσει τα 26 όταν του ανατέθηκε να γράψει μουσική για μια θεατρική παράσταση που σηματοδότησε μια λαμπρή καριέρα, άρρηκτα συνδεδεμένη με την εικόνα: μπορεί να έγινε παγκοσμίως διάσημος από τον κινηματογράφο, όμως δεν ξέχασε ποτέ τα θέατρα του Γουέστ Εντ στο Λονδίνο, αποδεχόμενος προτάσεις παραγωγών και σκηνοθετών που εκτιμούσε μέχρι και το 2024.
Το ευρύτερο κοινό, βέβαια, τον έμαθε από τη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Το μεγάλο άλμα έγινε το 1982, με μία από τις πιο επιτυχημένες, εισπρακτικά, ταινίες της χρονιάς και, παράλληλα, μία από τις πιο εμπορικές στην ιστορία των ανεξάρτητων βρετανικών παραγωγών. Στο βιογραφικό «Γκάντι» του Ρίτσαρντ Ατένμπορο, που προτάθηκε για έντεκα Οσκαρ και κέρδισε τα οκτώ, υπέγραφε τη μουσική μαζί με τον Ινδό Ραβί Σανκάρ. Με τον Ατένμπορο επίσης να λειτουργεί ως πατρική φιγούρα απέναντί του, συνεργάστηκαν σε άλλες τέσσερις ταινίες. Για τις ανάγκες της ηχογράφησης του «Γκάντι», ο Φέντον είχε φέρει στο Λονδίνο οκτώ Ινδούς σολίστ, κορυφαίους στα παραδοσιακά όργανά τους, να παίξουν με ορχήστρα στο στούντιο. Ηταν η πρώτη φορά που οι οκτώ αυτοί μουσικοί έβλεπαν στη ζωή τους τόσο το χιόνι έξω, όσο και παρτιτούρες μπροστά τους – ήξεραν να παίζουν μόνο διαισθητικά. Με υπομονή, κατάφερε να τους εντάξει αρμονικά μέσα στη συμφωνική ορχήστρα.
Ο αδελφός του Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Ντέιβιντ, έγινε επίσης σταθερός συνεργάτης του: από το 1990, που δούλεψαν μαζί για το ντοκιμαντέρ «The Trials of Life», οι δρόμοι τους συναντήθηκαν πολλές φορές, με πιο γνωστές αφορμές τα «Blue Planet», «Planet Earth», «Frozen Planet» και «Life» – όλα τους προβάλλονται ακόμη στις συνδρομητικές τηλεοπτικές πλατφόρμες. Συνεργάστηκαν και στο προ τετραετίας «Wild Isles», παραγωγή του BBC.
Γενικώς, όποιος επέλεγε τον Τζορτζ Φέντον για συνθέτη στις ταινίες του, δύσκολα τον άλλαζε μετά. Ο σκηνοθέτης Κεν Λόουτς τον χρησιμοποίησε σε 17 ταινίες του, με πιο πρόσφατη το «The Old Oak» του 2023. Αντίστοιχα, με τον Στίβεν Φρίαρς συνεργάστηκε τέσσερις φορές (με τις «Επικίνδυνες σχέσεις» του 1988 να προκαλούν αίσθηση) και με τη Νόρα Εφρον άλλες τόσες, με το «You’ve Got Mail» του 1998 να έχει περάσει στην ιστορία ως η πιο επιτυχημένη σύμπραξή του.
Παρά την αποδοχή του από το Χόλιγουντ, ο Φέντον δεν έζησε ποτέ σταθερά εκτός Λονδίνου. Παντρεύτηκε δύο φορές, απέκτησε τρεις κόρες και πρόλαβε να δει έξι εγγόνια.
Ηταν από τους πρωτοστάτες της ίδρυσης της Βρετανικής Ακαδημίας Συνθετών, Τραγουδοποιών και Στιχουργών και μόλις ένας από τους δεκαοκτώ εκλεκτούς που είχαν ανακηρυχθεί επίτιμα μέλη, λαμβάνοντας την ανώτατη τιμητική διάκριση ως αναγνώριση της ασύγκριτης συνεισφοράς του στη μουσική δημιουργία.
«Οταν ήμουν νέος, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έγραφα μουσική για να βιοπορίζομαι, αλλά πάντα ήξερα ότι ήθελα να είμαι μέρος του κόσμου της μουσικής». Ακούγοντας σήμερα τα αθάνατα, πραγματικά, θέματά του από το «A Company of Wolves» ή το «The Jewel in the Crown», τη σαγηνευτική τζαζ του «White Mischief», τις αισθησιακές μελωδίες του «White Palace», τα αφρικανικά κρουστά του «Cry Freedom» και τόσα ακόμη, μπορεί ο καθένας να πειστεί ότι τα κατάφερε.




























