ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

75o Φεστιβάλ Καννών: Οι Νταρντέν αφηγούνται την οδύσσεια δυο νεαρών μεταναστών

Στη Νάπολη της Κομόρα μας μεταφέρει ο Ιταλός Μάριο Μαρτόνε στη δοσμένη με δύναμη και ειλικρίνεια ταινία του

ΚΥΠΕ

Ένα μικρό αγόρι και ένα έφηβο κορίτσι από την Αφρική αντιμετωπίζουν εκμετάλλευση και εχθρότητα στην προσπάθεια τους να επιβιώσουν σε μια ευρωπαϊκή χώρα, στην ένατη ταινία των αδερφών Αν-Λικ και Πιέρ Νταρντέν, «Τόρι και Λοκίτα», βραβευμένων ήδη δυο φορές με τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών για τις ταινίες τους «Ροζίτα» και «Το παιδί».

Έχοντας φτάσει στο Βέλγιο παράνομα ο μικρός Τόρι και η Λοκίτα παρουσιάζονται ως αδέρφια και αλληλοβοηθούνται, δουλεύοντας νύχτα μέρα, είτε τραγουδώντας είτε ως βαποράκια, για να μπορέσουν να βγάλουν τα απαιτούμενα χρήματα τόσο για να ξοφλήσουν τον έμπορο ναρκωτικών που τους βοήθησε να φτάσουν στη χώρα (και που τους υπόσχεται τα απαραίτητα νόμιμα χαρτιά παραμονής) όσο και για να στείλουν χρήματα στη μητέρα της Λοκίτα για να μπορέσει να σπουδάσει το άλλο της παιδί.

Την πιο δύσκολη και απάνθρωπη δουλειά αναλαμβάνει η Λοκίτα, που θέλει να προστατέψει τον Τόρι, αναγκασμένη όχι μόνο να πουλάει τα ναρκωτικά αλλά και να υποκύπτει (για λίγα περισσότερα χρήματα) στις σεξουαλικές ορέξεις του αφεντικού, που την κάνουν, όπως πιστεύει, να αισθάνεται βρώμικη («βρώμικος είναι αυτός», θα της πει κάποια στιγμή ο πανέξυπνος, έτοιμος να την προστατεύσει, Τόρι). Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν η Λοκίτα, αποφασισμένη να αποκτήσει όσο πιο γρήγορα τα απαιτούμενα έγγραφα παραμονής και να γλιτώσει, όπως πιστεύει από την εκμετάλλευση του ναρκέμπορα, δέχεται να παραμείνει έγκλειστη για τρεις μήνες σε μια κρυφή φάρμα καλλιέργειας ναρκωτικών.

Με το γνωστό ρεαλιστικό, που φτάνει στα όρια του νατουραλισμού, στιλ τους, συγγενικό με εκείνο του Βρετανού Κεν Λόουτς, οι Νταρντέν παρακολουθούν από κοντά τους δυο μικρούς πρωταγωνιστές τους, καταγράφοντας τη μαρτυρική τους οδύσσεια: τον καθημερινό, συχνά εξουθενωτικό, αγώνα τους, μαζί με την πεισματική αλληλεγγύη τους ενάντια σε ένα αδιάφορο για την κατάσταση των μεταναστών, σύστημα, για να καταλήξει σε μια έκκληση ελπίδας για ένα πιο αισιόδοξο και πιο ανθρώπινο μέλλον - με τον Τόρι, σε ωραία στημένες σκηνές «πρόβας», να εξετάζει την Λοκίτα σχετικά με τις απαντήσεις που πρέπει να δώσει στους υπεύθυνους του κράτους, για να αποδείξει πως είναι αδέρφια και να μπορέσει να αποκτήσει τα χαρτιά παραμονής.

Στη Νάπολη της Κομόρα μας μεταφέρει ο Ιταλός Μάριο Μαρτόνε στη δοσμένη με δύναμη και ειλικρίνεια ταινία του, «Νοσταλγία», με τον μεσήλικα ήρωά του να επιστρέφει στη γενέτειρα του ύστερα από 40χρονη απουσία.

Η επιστροφή του δεν είναι μόνο για να προλάβει να δει και να φροντίσει τη γριά μητέρα του αλλά και να αντιμετωπίσει το ένοχο παρελθόν που τον στοιχειώνει. Παρελθόν που, μετά το θάνατο της μητέρας του, ο Φελίτσε (μια πολύ καλή ερμηνεία από τον Πιερφραντσέσκο Φαβίνο), έχοντας δουλέψει για χρόνια στην Αφρική, παντρευτεί και ασπαστεί τον ισλαμισμό, αποκαλύπτει στον φιλικό καθολικό ιερέα της περιοχής πως στην εφηβική του ηλικία, ο κολλητός του φίλος (που τώρα είναι ο αρχηγός της τοπικής Κομόρα), σκότωσε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού που προσπάθησαν να ληστέψουν. Ένας φόνος που από τότε τον στοιχειώνει και που ελπίζει να ξεπεράσει μέσα από μία συνάντηση.

Όπως αναφέρει και ο τίτλος της ταινίας, η νοσταλγία είναι εκείνη που καθορίζει τις πράξεις του ήρωα: Γι αυτόν η Νάπολη παραμένει ακριβώς, όπως ήταν πριν από 40 χρόνια, με τους ίδιους κώδικες και τις ίδιες σταθερές φιλίες, αν και, όπως του λένε οι παλιοί του φίλοι καθώς και ο ιερέας, τα πράγματα και οι άνθρωποι έχουν αλλάξει, μαζί και ο παλιός του φίλος, που τώρα έχει μετατραπεί σε ένα βίαιο, αδίστακτο δολοφόνο παιδιών. «Φύγε», είναι η καλύτερη συμβουλή που του δίνουν. Αντίθετα, ο Φελίτσε πιστεύει πως οι άλλοι, όπως και ο ίδιος, έχουν τώρα αλλάξει προς το καλύτερο… Η νοσταλγία όμως δεν μπορεί να τον σώσει…

Ο Μαρτόνε καταγράφει από τη μια την κοινωνική κατάσταση που επικρατεί, με τη τοπική μαφία να ελέγχει τη νεολαία, ενώ από την άλλη, παρουσιάζει τον αγώνα των πολιτών, μ’ επικεφαλής τον ιερέα της περιοχής, να σταματήσουν τα εγκλήματα και να αλλάξουν την πορεία της βασανισμένης τους πόλης. Σε μια σκηνή, ο ιερέας, ύστερα από το φόνο ενός παιδιού, αρνείται να αφήσει τους πιστούς να εισέλθουν στη εκκλησία, επιλέγοντας να τους μιλήσει έξω απ’ αυτήν, καλώντας τους να αντισταθούν στην Κομόρα, ενώ σε άλλες σκηνές δείχνει τις προσπάθειες του ιερέα και της ομάδας του να βοηθήσουν τους νέους να βρουν το δρόμο τους και να ασχοληθούν με την τέχνη που τους αρέσει. Με αυτούς τους νέους και τις νέες της περιοχής (που είναι και η ελπίδα της αλλαγής) φτιάχνει και την ωραία ορχήστρα που παρακολουθούμε να παίζει προς το φινάλε της ταινίας.

Στη δεκαετία του ‘80, όπως και πιο πριν στο Armageddon Time ο Τζέιμς Γκρέι, μας επιστρέφει η σκηνοθέτρια/ηθοποιός Βαλέρια Μπρούνι- Τεντέσκι στην ταινία της «Πάντα νέοι» (Les Amandiers), γύρω από τη ζωή μιας ομάδας νέων ηθοποιών στη διάσημη σχολή Les Amandiers της Ναντέρ του γνωστού σκηνοθέτη Πατρίς Σερό. Σχολή στην οποία φοίτησε το 1986 και η ίδια η σκηνοθέτρια έχοντας για δασκάλους τον Πατρίς Σερό και τον Πιέρ Ρομάν.

Τα παιδιά, με επικεφαλής την Στέλλα, το alter ego της Μπρούνι-Τεντέσκι (με μια πολύ καλή ερμηνεία από την Νάντια Τερέσκιεβιτς), κινούνται άνετα, με πάθος, τόλμη, απερίσκεπτα, θυσιάζοντας τα πάντα και δοκιμάζοντας τα όλα, σε μια περίοδο που κυριαρχούσαν τα ναρκωτικά και το AIDS (σε μια σκηνή όλες οι κοπέλες ανακαλύπτουν πως ίσως να κόλλησαν την αρρώστια εξαιτίας ενός άντρα που μπορεί τη μετέδωσε σε όλες και τρέχουν να κάνουν τις αναγκαίες εξετάσεις).

Το πάθος για το θέατρο του Σερό είναι τόσο μεγάλο, ώστε ένα από τα κορίτσια, όταν απορρίπτεται, αποφασίζει να εργαστεί στην καφετέρια της Σχολής για να μπορεί να βρίσκεται στην καρδιά του δημιουργικού αυτού γίγνεσθαι. Από τις καλύτερες σκηνές, αναφέρω εκείνες με τις πρόβες του «Πλατόνοφ», του νεανικού έργου του Τσέχοφ, με τους μαθητές και τις μαθήτριες να παίζουν διάφορους ρόλους μέχρι που ο εμπνευσμένος, σκληρός και απαιτητικός «μετρ» να επιλέξει τον πιο κατάλληλο. Η Μπρούνι-Τεντέσκι μας έδωσε το ωραίο πορτρέτο μιας εξαίρετης θεατρικής ομάδας που την αναπαριστά όμορφα και με ζωντάνια το πολύ καλό καστ.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση

Ο μικρός Μιγκέλ, μας ταξιδεύει στο κόσμο των Προγόνων του, στη τελευταία προβολή του υπαίθριου καλοκαιρινού κινηματογράφου ...
Kathimerini.com.cy
 |  ΣΙΝΕΜΑ