ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

77ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΝΕΤΙΑΣ: Στα γρανάζια μιας εφιαλτικής, αφιλόξενης Νέας Υόρκης

Με τον Αμερικανό σκηνοθέτη Έιμπελ Φεράρα να τιμάται με το βραβείο Jaeger-Lecoultre Glory to the Filmmaker

Newsroom Κ/ ΚΥΠΕ

Με τον Αμερικανό σκηνοθέτη Έιμπελ Φεράρα να τιμάται με το βραβείο Jaeger-Lecoultre Glory to the Filmmaker, συνεχίστηκε η 77η Μόστρα του Κινηματογράφου. Βράβευση που την ακολούθησε η προβολή (εκτός συναγωνισμού) της ταινίας του Φεράρα «Sportin’ Life». Το Βραβείο καριέρας της φετινής 77ης Μόστρας του Κινηματογράφου απονεμήθηκε στην σκηνοθέτρια Αν Χούι και στην ηθοποιό Τίλντα Σουίντον.

Αποδεχόμενη το βραβείο, η Σουίντον ανάφερε: «Αυτό το μεγάλο φεστιβάλ ήταν πάντα πολύ κοντά στην καρδιά μου όλες αυτές τις τρεις δεκαετίες: το να βραβεύομαι με αυτό τον τρόπο είναι πολύ ταπεινό. Το να έρθω στη Βενετία, αυτή τη χρονιά από όλες τις χρονιές, να γιορτάσουμε τον αθάνατο κινηματογράφο και την προκλητική του επιβίωση μπροστά από όλες τις προκλήσεις που μπορεί να αντιτάξει σε όλους μας η εξέλιξη - θα είναι η ειλικρινής χαρά μου». Ενώ, σχολιάζοντας τη βράβευση της Αν Χούι, ο διευθυντής του φεστιβάλ, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα τόνιζε πως «η Αν Χούι είναι μια από τις πιο αναγνωρισμένες, παραγωγικές και ευέλικτες, σύγχρονες σκηνοθέτριες της Ασίας, με μια καριέρα που καλύπτει τέσσερις δεκαετίες και αγγίζει όλα τα κινηματογραφικά είδη. Από το ξεκίνημά της, έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα σημαντικά πρόσωπα του ονομαζόμενου Νέου Κύματος του Χονγκ Κονγκ».

Το εφιαλτικό δράμα μιας μητέρας και της πεντάχρονης κόρης της παρουσιάζουν στη συγκλονιστική, πρώτη ταινία τους, «Topside» η Σελίν Χελντ και ο Λόγκαν Τζορτζ, που προβλήθηκε στην «Εβδομάδα της Κριτικής» του φεστιβάλ. Η ταινία ξεκινά στις εγκαταλειμμένες σήραγγες του μέτρο της Νέας Υόρκης, όπου έχει φτιάξει το «σπίτι» της μια κοινότητα φτωχών περιθωριακών ανθρώπων. Εκεί ζει η Νίκι (ρόλο που ερμηνεύει η ίδια η σκηνοθέτρια) με την 5χρονη κόρη της, Λιτλ (μια εκπληκτική Ζάιλα Φάρμερ) και τον φίλο της. Κάποια στιγμή, κυνηγημένη από τους ανθρώπους του Δήμου, που θέλουν να κατεδαφίσουν τους χώρους, προτείνοντας στους ανθρώπους που ζουν εκεί να τους βρουν καταφύγια άλλου, η Νίκι παίρνει την κόρη της και βγαίνει στην επιφάνεια, σε μια Νέα Υόρκη κι ένα κόσμο εντελώς άγνωστο στη μικρή Λιτλ που έχει ζήσει ολόκληρη τη ζωή της στους υπονόμους. Κι αρχίζει μια εφιαλτική περιπλάνηση μητέρας και κόρης που δεν θα έχει ευχάριστα αποτελέσματα.

Τα μισοσκότεινα τούνελ, στο πρώτο μέρος της ταινίας, με τους συνεχείς, εκκωφαντικούς θορύβους των τρένων που περνούν ασταμάτητα, οι απόμακρες ομιλίες των ανθρώπων που διασχίζουν τις πλατφόρμες του μετρό, οι διαπεραστικές φωνές των άλλων κατοίκων των τούνελ, οι σταγόνες του νερού που πέφτει, στους χώρους όπου ζει η παράξενη αυτή οικογένεια, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ταινία, δημιουργώντας μιαν αλλόκοτη, εξώκοσμη ατμόσφαιρα. Σ’ αυτούς τους χώρους κινείται η μικρή Λιτλ, ψάχνοντας, προσπαθώντας να μάθει, ακούγοντας τις ιστορίες που της διαβάζει από παιδικά βιβλία η μητέρα της, και θέλοντας να μάθει για τα «μαγικά» αστέρια που λάμπουν τη νύχτα στον ουρανό και που δεν έχει δει ποτέ στη ζωή της.

Οι αντίστοιχοι θόρυβοι μιας νυχτερινής, πολύβοης Νέας Υόρκης, με τα αυτοκίνητα, τις σειρήνες, τα εκτυφλωτικά φώτα, τους βιαστικούς περαστικούς, τρομάζουν τη Λιτλ που ξαφνικά βρίσκεται σε έναν εντελώς άγνωστο για αυτήν κόσμο. Άλλοτε κλείνοντας τα μάτια της κι άλλοτε κλαίγοντας, η τρομοκρατημένη Λιτλ προσπαθεί να κρυφτεί στην αγκαλιά της μητέρας της - κάποια στιγμή μάλιστα, αποκαμωμένη και φοβισμένη της λέει, «μαμά θέλω να πάω στο σπίτι μας». Θόρυβοι και ήχοι εκκωφαντικοί, που δημιουργούν μια εφιαλτική, τρομακτική ατμόσφαιρα που κάνει εκείνη των υπόγειων τούνελ να μοιάζει με παράδεισο.

Με την κάμερα του Λόουελ Μέγιερ («Ο δρόμος του κεραυνού»), να κινείται ασταμάτητα, παρακολουθώντας τις δυο γυναίκες στην εφιαλτική πορεία τους στους δρόμους της Νέας Υόρκης, ή, αργότερα, την Νίκι, η οποία, έχοντας χάσει το παιδί της σε ένα από τα περαστικά τρένα, αρχίζει να ανεβοκατεβαίνει, τρομοκρατημένη και έξαλλη, τις πλατφόρμες των τρένων, ψάχνοντας τη Λιτλ, συχνά με πλάνα σύντομα δοσμένα με γρήγορο ρυθμό αλλά και σασπένς, (εξαίρετο είναι και το μοντάζ που έκανε ο συν-σκηνοθέτης της ταινίας, Λόγκαν Τζορτζ), η Σελίν Χελντ και ο Λόγκαν Τζορτζ έφτιαξαν μια ταινία που δείχνει πως ο αμερικανικός κινηματογράφος απέκτησε δυο ταλαντούχους, με φαντασία και ευρηματικότητα, σκηνοθέτες που έχουν πολλά να προσφέρουν. Ταινία που σίγουρα της αξίζει ένα από τα βραβεία του φεστιβάλ.

Την ταινία «Το πορτρέτο μια γυναίκας που φλέγεται» της Σελίν Σιαμά θυμίζει το θέμα της δραματικής ταινίας Τhe World to Come της νορβιγικής καταγωγής σκηνοθέτριας Μόνα Φάστβολντ. Πρόκειται για την ιστορία μιας φιλίας ανάμεσα σε δυο παντρεμένες γυναίκες, σε μια ειδυλλιακή αμερικανική επαρχία του 19ου αιώνα, που μετατρέπεται σε ένα παθιασμένο έρωτα, με δυο πολύ καλές ερμηνείες από τις Κάθριν Γουότερστον και Βανέσα Κέρμπι.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η ιρανική ταινία «Τα παιδιά του ήλιου» του Μαζίντ Μαζίντι («Ο πατέρας», «Τα παιδιά του παραδείσου»). Πρόκειται για την ιστορία του 12χρονου Αλί και των τριών φίλων του (με ερασιτέχνες, όπως φαίνεται, ηθοποιούς, που ο σκηνοθέτης μάζεψε από τους δρόμους της Τεχεράνης), που για να βοηθήσουν τις οικογένειες τους, αναλαμβάνουν, για λογαριασμό του τοπικού μαφιόζου, να διεισδύσουν στο τοπικό σχολείο, το Σχολείο του Ηλίου, για να μπορέσουν να σκάψουν και να βρουν έναν υποτιθέμενο θησαυρό. Παράλληλα με το κυνήγι του θησαυρού ο Ματζίντι περιγράφει και τον αγώνα των σχολικών αρχών να σώσουν το Σχολείο, που λόγω χρεών, κινδυνεύει να κλείσει.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση