ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Scream: Η ιστορία μιας κραυγής

Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη ταινία και λίγο πριν δούμε στις αίθουσες την έβδομη, παρατηρούμε την πορεία του θρυλικού franchise και πώς ο δολοφόνος με τη λευκή μάσκα άλλαξε το σινεμά του τρόμου

Γράφει ο Αλέξανδρος Διακοσάββας

Το λευκό ασύρματο, σταθερό ακόμα τότε, τηλέφωνο. Η θήκη για τα κουζινομάχαιρα. Το μεγάλο, απομονωμένο σπίτι της αμερικανικής suburbia με τις φαρδιές τζαμόπορτες, τη φωτιζόμενη πισίνα και τα αναρίθμητα πορτοπαράθυρα – αδύνατον να τα ασφαλίσεις όλα όταν προκύψει ανάγκη! Το τηγάνι μιας χρήσης με τα προκάτ ποπκόρν, που θέλει μόνο λίγο ζέσταμα στο γκάζι για να αρχίσει να φουσκώνει. Και βέβαια η λευκή μάσκα φαντάσματος, ο μαύρος μανδύας, η τρομακτική, μπάσα και ελαφρώς ένρινη φωνή και η ερώτηση με την οποία ξεκινά το «παιχνίδι»: Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία τρόμου;

Όλα τα παραπάνω αποτελούν εμβληματικά κομμάτια της ’90s ποπ εικονογραφίας, έτσι όπως διαμορφώθηκε μέσα από τον κινηματογράφο και πιο συγκεκριμένα από το πρώτο μόλις δεκάλεπτο του Scream, μιας ταινίας που έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία στα μέσα της δεκαετίας για να αλλάξει μέσα σε μία νύχτα ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η νύχτα που έκανε μόδα τις μάσκες

Το 1978, ο Τζον Κάρπεντερ έγραψε, μαζί με την Ντέμπρα Χιλ, και σκηνοθέτησε μια ταινία που συνδέθηκε αναπόσπαστα με το Halloween. Η αριστουργηματική Νύχτα με τις μάσκες ξεκίνησε τη «χρυσή εποχή» του υποείδους του slasher, που είχε θεμελιωθεί λίγα χρόνια πριν με ταινίες όπως ο Τρόμος στο παρθεναγωγείο (η cult ελληνική απόδοση του Black Christmas) και ο Σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι.

Ο ιδιοφυής Αμερικανός δημιουργός πρακτικά συνέταξε εδώ τους άτυπους κώδικες του είδους: μασκοφόρος δολοφόνος συνήθως άγνωστης ταυτότητας και κινήτρων, συχνά με δυνάμεις και αντοχές που ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια, νυχτερινό σκηνικό, γραφική βία και πρωτότυπες δολοφονίες, θύματα συνήθως νεαροί έφηβοι και έφηβες, μία εκ των οποίων συνήθως επιβιώνει ως το «τελικό κορίτσι» (final girl) για να οδηγήσει την ιστορία στα επόμενα κεφάλαια.

Το είδος όμως οδηγήθηκε πολύ γρήγορα σε κορεσμό, μέσα από φτηνές απομιμήσεις και αλλεπάλληλες συνέχειες. Η δεκαετία του ’80 έβριθε τέτοιων παραδειγμάτων, με πιο χαρακτηριστικά τις σειρές ταινιών Παρασκευή και 13 και Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες, που εισήγαγαν δύο από τους πιο εμβληματικούς κακούς του αμερικανικού σινεμά: τον Τζέισον Βόρχις με τη μάσκα του χόκεϊ και τον Φρέντι Κρούγκερ με τα δάχτυλα-λεπίδες. Ακόμα και οι πιο μέτριες ή αδιάφορες ταινίες του είδους, όπως η Κούκλα του Σατανά ή το Sleepaway Camp, θα αποκτούσαν σχεδόν υποχρεωτικά μια ουρά από συνέχειες που απομυζούσαν κάθε έννοια ευρηματικότητας, γούστου ή κινηματογραφικής ουσίας.

Ο τρόμος στα ’90s

Ο Γουές Κρέιβεν έδειξε από την αρχή της καριέρας του μια αγάπη προς το σινεμά του τρόμου. Τη δεκαετία του ’70 συστήθηκε με τα υπερβίαια The Last House on the Left (που πολλές δεκαετίες αργότερα, το 2009, γνώρισε μια αξιοπρεπέστατη διασκευή από τον δικό μας Ντένη Ηλιάδη) και The Hills Have Eyes, προτού στοιχειώσει τα όνειρα εκατομμυρίων εφήβων με τον κύριο Κρούγκερ και τον πρώτο Εφιάλτη του, το 1984 – ταινία στην οποία έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο, σε ηλικία 20 ετών, ο Τζόνι Ντεπ.

Μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε, ο Κρέιβεν αναλώθηκε, όπως και το ίδιο το είδος, σε μάλλον ξεχασμένα πρότζεκτ, ενώ το μέινστριμ σινεμά των ’90s οδηγούνταν σταδιακά προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις: επικές ταινίες μεγάλων διαστάσεων, πιο ιδιοσυγκρασιακά φιλμ δημιουργών και, σίγουρα, πιο εγκεφαλικές, ενήλικες horror ή crime προτάσεις, όπως η Σιωπή των αμνών, ο Δράκουλας του Κόπολα, το Se7en του Φίντσερ και οι Συνήθεις ύποπτοι.

Χρειάστηκε η μοναδική δημιουργική σύμπνοια ενός παλαίμαχου μετρ και ενός ορμητικού, αυθάδικα ευφυούς πρωτοεμφανιζόμενου πιτσιρικά για να αναστηθεί το slasher και να λάβει το φιλί της ζωής ολόκληρο το σινεμά του τρόμου το 1996. Λάτρης του είδους, ως άλλος Ταραντίνο του horror, ο μόλις 29χρονος Κέβιν Γουίλιαμσον εμπνεύστηκε από την αληθινή ιστορία ενός σίριαλ κίλερ στη Φλόριντα και έγραψε ένα πανέξυπνο σενάριο που ειρωνικά στην αρχή ονομαζόταν Scary Movie (τίτλο που θα υιοθετούσε στη συνέχεια η ανυπόφορη σειρά παρωδιών που επίσης επιστρέφει φέτος το καλοκαίρι), επιλέχθηκε από την τότε πανίσχυρη Miramax των αδερφών Γουάινστιν για το νεοσύστατο τμήμα της, την Dimension, που ειδικευόταν στο horror, και ανατέθηκε στον Κρέιβεν.

Mην ανεβαίνεις τις σκάλες!

Το πρώτο Scream κατάφερνε το φαινομενικά αδύνατο: να ανακυκλώνει, αλλά ταυτόχρονα να αποδομεί, να σατιρίζει και να σχολιάζει όλους τους κώδικες, τα κλισέ και τις εξωφρενικές καταστάσεις από τις ταινίες τρόμου του κιλού της προηγούμενης εικοσαετίας, παίρνοντας τον θεατή από το χέρι και τοποθετώντας τον ως συμμέτοχο σε ένα μοναδικό σινεφίλ ταξίδι. Προσέθετε μελετημένες δόσεις χιούμορ, φρίκης, βίας και τρόμου και έκανε μόδα την αυτοαναφορικότητα, το meta στοιχείο, πατώντας πάνω στο έδαφος που μόλις είχαν στρώσει ταινίες όπως τα Reservoir Dogs και Pulp Fiction του Ταραντίνο.

Με άλλα λόγια, η ηρωίδα της ταινίας, αντί να τρέξει έξω για να σωθεί από τον δολοφόνο, όπως θα έκανε κάθε σώφρων άνθρωπος, θα ανέβει τις σκάλες –ενώ πιο πριν έχει σχολιάσει τις ηλίθιες ξανθιές των ταινιών που ανεβαίνουν τις σκάλες αντί να τρέξουν έξω να σωθούν– ή θα κάνει σεξ και θα δεχθεί επίθεση, ενώ γνωρίζει τον «κανόνα» ότι το σεξ στα slasher ισοδυναμεί με θάνατο. Το Scream έγινε μεμιάς ένα αληθινό ποπ φαινόμενο στην Αμερική τα Χριστούγεννα του 1996, αλλά και στους εγχώριους κινηματογράφους δεν τα πήγε καθόλου άσχημα, όταν κυκλοφόρησε κάποιους μήνες μετά, τον Οκτώβριο του 1997, με τον ελληνικό τίτλο Κραυγή αγωνίας, καταφέρνοντας να παρεισφρήσει στα τότε εφηβικά trends των πρώτων Μillennials.

Στα πρώτα δέκα λεπτά της πρώτης ταινίας, η Ντρου Μπάριμορ είχε προλάβει να γνωρίσει τον Ghostface και να γράψει ιστορία για την ποπ κουλτούρα. (Φωτογραφία: afp/visualhellas.gr)

Το πιο ενδιαφέρον ίσως κομμάτι στον τρόπο προώθησης της πρώτης ταινίας ήταν το γεγονός πως η Ντρου Μπάριμορ, το πιο διάσημο μέλος του νεανικού, άγνωστου στο ευρύ κοινού, καστ (πλην ίσως της Κόρτνεϊ Κοξ, που ήδη πρωταγωνιστούσε στα Φιλαράκια), είναι το πρώτο θύμα του δολοφόνου που ξεπαστρεύεται μέσα σε εκείνο το αξέχαστο πρώτο δεκάλεπτο. Ωστόσο, όλη η αρχική προωθητική καμπάνια της ταινίας είχε βασιστεί εν πολλοίς πάνω της, επιτρέποντας στον Κρέιβεν και στον Γουίλιαμσον να επαναλάβουν, αποτίνοντας φόρο τιμής και «τερματίζοντας» ουσιαστικά, την παραπλάνηση του κοινού που πρώτος είχε τολμήσει ο Άλφρεντ Χίτσκοκ στο Ψυχώ, όπου επίσης δολοφονούσε την πρωταγωνίστριά του Τζάνετ Λι μέσα στο πρώτο σαρανταπεντάλεπτο, στην αξέχαστη σκηνή του ντους.

Αξίζει να αναφερθεί ότι λίγους μήνες μετά, στις Κάννες του 1997, έκανε πρεμιέρα ακόμα μία ταινία που σχολίαζε με εντελώς διαφορετικό τρόπο –ευρωπαϊκό και διόλου χολιγουντιανό– το ίδιο θέμα, τον ρόλο που διαδραματίζουν τα μίντια στη φαινομενικά αναίτια βία. Ήταν τα Παράξενα παιχνίδια του σπουδαίου Μίκαελ Χάνεκε.

Ουρλιάζοντας ξανά και ξανά

Επιβεβαιώνοντας τον κανόνα και ταυτόχρονα διαψεύδοντάς τον, το πρώτο σίκουελ του Scream ήταν έτοιμο σε χρόνο dt, κυκλοφορώντας ακριβώς έναν χρόνο μετά στις αμερικανικές αίθουσες και μόλις μερικούς μήνες αργότερα στις εγχώριες, ανήκοντας όμως σε εκείνη την πολύ εκλεκτική λίστα των συνεχειών που όχι μόνο δεν προσβάλλουν το πρωτότυπο, αλλά καταφέρνουν να πάνε τον μύθο παραπέρα.

Η δοσολογία σε αίμα αυξήθηκε, η σατιρική διάθεση έστρεψε τα βέλη της αναμενόμενα στα ίδια τα σίκουελ, η αυτοαναφορικότητα και οι σινεφίλ αναφορές επανήλθαν, ενώ το σκηνικό της fictional καλιφορνέζικης κωμόπολης Γούντσμπορο αντικαταστάθηκε από αυτό του fictional κολεγίου Γουίντσορ. Και ευφυώς, το ίδιο το φινάλε –που σύμφωνα με το παρασκήνιο της εποχής υπέστη σοβαρές επανεγγραφές, καθότι η ταυτότητα του δολοφόνου είχε διαρρεύσει στο πρώιμο ίντερνετ– ήταν ένα έξοχο κλείσιμο ματιού στο δεύτερο μέρος του Παρασκευή και 13, από την ανάποδη: εδώ η μάνα ήρθε να εκδικηθεί και να συνεχίσει ό,τι άρχισε ο γιος Μπίλι Λούμις στην πρώτη ταινία.

Το τρίτο μέρος ήρθε τρία χρόνια αργότερα, χωρίς τον Κέβιν Γουίλιαμσον στο σενάριο, ο οποίος, ως it boy της εποχής, ήταν περιζήτητος και ήθελε να ασχοληθεί με άλλα πρότζεκτ, όπως η θρυλική σειρά Νεανικές ανησυχίες. Είχε όμως και την ατυχία να συμπέσει χρονικά με το μακελειό στο λύκειο Κολουμπάιν του Κολοράντο, που άναψε συζητήσεις για την οπλοκατοχή στις ΗΠΑ, ως το πρώτο φαινομενικά αναίτιο σχετικό συμβάν μεγάλης κλίμακας, αλλά και για τον ρόλο που διαδραματίζει στον ψυχισμό των εφήβων η βία στα μίντια και στην ψυχαγωγία.

Έτσι το Scream 3, σε σενάριο του Έρεν Κρούγκερ, ακολουθεί μια σοβαρή τονική αλλαγή που δεν λειτουργεί πάντα ιδανικά: έχει δοθεί μεγάλο βάρος στο χιούμορ, που ωστόσο έχει περισσότερο φαρσική παρά σατιρική και αυτοαναφορική διάθεση, το αίμα έχει μειωθεί αισθητά, η direct επαφή της λεπίδας του Ghostface (όπως πλέον είχε γίνει γνωστός ο δολοφόνος) με την ανθρώπινη σάρκα είναι σαφώς περιορισμένη, ενώ η δόλια Γκέιλ Γουέδερς της Κόρτνεϊ Κοξ, διαθέτει, εκτός από μια αντιπαθέστατη doppelgänger (σωσία) στη μορφή της Πάρκερ Πόουζι, την πιο ανεκδιήγητη κουπ της ιστορίας της. Η ταινία στέκει ως ο φτωχός, άνευρος, αλλά όχι εντελώς ενδεής συγγενής όλου του franchise, του οποίου η περιορισμένη εμβέλεια και αποδοχή οδήγησαν στο να μπει το μαχαίρι στο συρτάρι για πάνω από μία δεκαετία.

Νέα δεκαετία, νέοι κανόνες

Το 2011 όλα ήταν διαφορετικά: κινητά τηλέφωνα, γρήγορο ίντερνετ, σόσιαλ μίντια και η πλήρης νεκρανάσταση του είδους του slasher μέσα από νέες κατευθύνσεις, όπως το french new extremity και το tortune porn, αλλά και μέσα από τη σταδιακή εμφάνιση και εδραίωση του πιο σοφιστικέ elevated horror. Και βέβαια, ο σταδιακός, αναπόφευκτος, νέος κορεσμός του είδους ήταν γεγονός. Ο Γουές Κρέιβεν και ο Κέβιν Γουίλιαμσον έδωσαν τα χέρια για μια τελευταία φορά για ένα νέο σίκουελ, που εκείνη την εποχή πλασαρίστηκε ως reboot, καθώς επανεκκινούσε πρακτικά το franchise, επαναφέροντας όλα τα επιζώντα πρόσωπα και εστιάζοντας σε αυτά, δηλαδή την αγία τριάδα των Σίντνεϊ Πρέσκοτ, Γκέιλ Γουέδερς και Ντιούι Ράιλι (Νιβ Κάμπελ, Κόρτνεϊ Κοξ και Ντέιβιντ Αρκέτ αντίστοιχα), αλλά πλαισιώνοντάς τα με ένα νεαρότερο καστ από φασαίους, κινηματογραφόπληκτους teens της εποχής τους.

Το Scream 4 ήταν, λοιπόν, μια αξιοπρεπής για την εποχή επιστροφή, που όμως, όπως αποδεικνύουν οι επαναληπτικές προβολές του σήμερα, δεν έχει μεγαλώσει τόσο καλά όσο οι προκάτοχοί του. Η αιματοχυσία επανήλθε μεγαλοπρεπέστατη, ενώ η εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας μέσα στην ταινία, που σχολίαζε τις αναρίθμητες συνέχειες ενός franchise, μπήκε στο πάνθεον των πιο έξυπνων στοιχείων όλης της μυθολογίας. Μοιραία αυτό έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του θείου Γουές, ο θάνατος του οποίου, τέσσερα χρόνια αργότερα, σε συνδυασμό με τις απογοητευτικές εισπράξεις στην Αμερική έστειλαν εκ νέου το πρότζεκτ για αγρανάπαυση.

Το Scream στη δεκαετία του 2020

Ακόμα μία δεκαετία και μία γενιά ταινιών και φαν τρόμου είχαν παρέλθει, όταν το 2022 κυκλοφόρησε επάξια το πρώτο requel ή αλλιώς legacy sequel του Scream, το οποίο μάλιστα, ακολουθώντας την τάση, πλασαρίστηκε απλώς ως Scream (και όχι ως Scream 5). Εδώ η στόχευση ήταν ξεκάθαρη και διπλή. Είχαν ήδη περάσει 25+ χρόνια από την πρώτη ταινία, οπότε έπρεπε να βρεθεί ένας τρόπος και μια ιστορία που να ιντριγκάρει τους παλιούς φαν, ως επί το πλείστον από τη δεξαμενή της Gen X και των Millennials, αλλά και να καλωσορίσει μια εντελώς νέα γενιά θεατών που ήταν αγέννητοι το 1996, με τρόπο φιλικό και εύληπτο.

Επιστρατεύτηκαν συνολικά τέσσερα άτομα, ένα δίδυμο σκηνοθετών, οι Ματ Μπετινέλι-Όλπιν και Τάιλερ Ζιλέτ, και ένα δίδυμο σεναριογράφων, οι Τζέιμς Βάντερμπιλτ και Γκάι Μπιούσικ, που αγαπούσαν εμφανώς και συνεπώς σεβάστηκαν το υλικό που είχαν στα χέρια τους. Το αποτέλεσμα ήταν ανέλπιστα υψηλού επιπέδου, παρά τα επιμέρους ψεγάδια του. Η παλιά τριάδα ήταν μεν παρούσα, αλλά εντελώς σε δεύτερη μοίρα και, όπως αποδείχθηκε, μέρος της τελικά ήταν αναλώσιμο (σημείο των καιρών και των requels!), οι νέοι χαρακτήρες περιλάμβαναν μερικές από τις πιο hot φάτσες της εποχής, ένα νέο final girl, η Σαμ Κάρπεντερ της Μελίσα Μπαρέρα, βρέθηκε στο επίκεντρο, μαζί με τον τρόπο να επανέλθει, έστω και ως φάντασμα, ο νεκρός από καιρό δολοφόνος Μπίλι Λούμις. Και –αν είναι ποτέ δυνατόν!– η μία εκ των δύο δολοφόνων ήταν η Άμπερ της Μάικι Μάντισον, της ηθοποιού που τρία χρόνια αργότερα θα έφευγε από το Dolby Theatre με το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου για το Anora του Σον Μπέικερ! Στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκαν αυτή τη φορά οι ίδιοι οι τρελαμένοι φαν των κινηματογραφικών franchises και ο τρόπος που επηρεάζουν πλέον τον ρου της κινηματογραφικής βιομηχανίας – βλέπε Marvel, DC και όχι μόνο.

Το Scream απέκτησε με τα χρόνια μια τεράστια βάση θαυμαστών. Εδώ βλέπουμε μια αίθουσα στο Παρίσι για την πρεμιέρα του Scream 4 το 2011. (Φωτογραφία: Richard Bord/ Getty Images/ Ideal Image)

Η επιτυχία της αναβίωσης έβαλε στον αυτόματο το σίκουέλ της, που ήρθε έναν χρόνο αργότερα από την ίδια τετράδα συντελεστών, διαθέτοντας πολλά στοιχεία ομάζ στο πρώτο σίκουελ του 1997: από τη μετακίνηση του σκηνικού εκτός Γούντσμπορο, μακριά από τα προάστια, στον συνωστισμό της Νέας Υόρκης (σκηνικό που σε κάποιες περιπτώσεις λειτουργεί τέλεια, όπως στις σεκάνς στο μετρό και στην κάβα, πληγώνει όμως την αίσθηση εγκλωβισμού της μικρής κοινότητας), έως την τελική αποκάλυψη. Καλοδεχούμενο και καίριο ήταν και το σχόλιο για την cancel culture, μεγαλύτερο μειονέκτημα, όμως, της ταινίας ήταν η προσωρινή, όπως ευτυχώς αποδείχθηκε, εξαφάνιση της Σίντνεϊ Πρέσκοτ από την εξίσωση, λόγω οικονομικών διαφωνιών της Νιβ Κάμπελ με την παραγωγή.

Πίσω στις ρίζες

Κι ενώ το τρίτο μέρος της νέας τριλογίας με επίκεντρο τις αδερφές Κάρπεντερ ήταν στα σκαριά, η καταδίκη στο Twitter της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη από τη Μελίσα Μπαρέρα, μία από τις πρώτες χολιγουντιανές ηθοποιούς που τόλμησαν να μιλήσουν ανοιχτά για το ζήτημα, οδήγησε στην απόλυσή της από την παραγωγή και στη συνέχεια σε ένα ντόμινο εξελίξεων: με τη σειρά της παραιτήθηκε και η Τζίνα Ορτέγκα, ενώ οι σκηνοθέτες είχαν ήδη εμπλακεί σε άλλο πρότζεκτ.

Τελικά, η έβδομη ταινία άλλαξε σενάριο και μορφή, η Νιβ Κάμπελ ευτυχώς επέστρεψε και τη νέα ανάσταση ανέλαβε να φέρει σκηνοθετικά εις πέρας ο αρχικός εμπνευστής του Scream, ο Κέβιν Γουίλιαμσον. Με βάση το προωθητικό υλικό, καθότι μέχρι την ώρα που γραφόταν το κείμενο δεν έχουμε δει ακόμα το Scream 7, πρόκειται για μια πλήρη επιστροφή στις ρίζες: οι σεναριογράφοι Βάντερμπιλτ και Μπιούσικ, με τη συνδρομή του Γουίλιαμσον, επαναφέρουν τη δράση στο Γούντσμπορο, η Σίντνεϊ Πρέσκοτ γίνεται ξανά πρωταγωνίστρια, αυτή τη φορά μαζί με την έφηβη κόρη της, που έχει μεγαλώσει αρκετά ώστε να είναι ο πρωτεύων στόχος του νέου Ghostface, ενώ το τρέιλερ και κυρίως το πρώτο επίσημο πόστερ, που αισθητικά παρέπεμπε ευθέως στα ’70s και στον Σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι, αφήνουν καλούς οιωνούς.

Από την άλλη, οφείλουμε να πούμε πως κρατάμε μικρό καλάθι, κυρίως επειδή ο Γουίλιαμσον ως σκηνοθέτης έχει να επιδείξει μόνο την εξής μία δουλειά: το εντελώς ξεχασμένο και ανεκδιήγητο Teaching Mrs. Tingle του 1999 με την Έλεν Μίρεν και την Κέιτι Χολμς. Ωστόσο, το franchise δεν μας έχει απογοητεύσει ποτέ εντελώς, οπότε η ελπίδα για κάτι έστω αξιοπρεπές, που με έναν ευρηματικό τρόπο θα αποτίνει νέο φόρο τιμής στο legacy και θα έχει ταυτόχρονα κάτι καινούργιο να πει, πεθαίνει πάντα τελευταία.

Σας αρέσει να φοβάστε;

Μια σύντομη συζήτηση με τον ψυχολόγο-ψυχαναλυτή και μέλος της Ελληνικής Εταιρείας της Νέας Λακανικής Σχολής, Γιάννη Γραμματόπουλο, ο οποίος έχει συμμετάσχει και σε συζητήσεις στις προβολές της πρωτοβουλίας «Σινεμά
και Ψυχανάλυση».

Γιατί μας αρέσει να τρομάζουμε στο σινεμά; Είναι μαζοχιστική αυτή η τάση;

Για τις εμπειρίες όπου οι άνθρωποι αναζητούν ένα βίωμα φαινομενικά δυσάρεστο ή επώδυνο, η ψυχανάλυση κάνει χρήση της έννοιας της απόλαυσης. Ίσως, λοιπόν, χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο αυτό, να πούμε ότι, πέραν του ότι «μας αρέσει» να τρομάζουμε, αυτό που συμβαίνει με τις ταινίες τρόμου είναι ότι απολαμβάνουμε. Η έννοια της απόλαυσης που εισήγαγε στη διδασκαλία του ο Ζακ Λακάν αφορά εκείνο που ο Φρόιντ περιέγραψε ως «πέραν της αρχής της ηδονής». Πρόκειται για ένα είδος ικανοποίησης πέραν της ευχαρίστησης και εντοπίζεται, συν τοις άλλοις, στα φαινόμενα του μαζοχισμού, όπου ορθώς αναφέρεστε. Η λακανική απόλαυση είναι, λοιπόν, μια ικανοποίηση επώδυνη και πρωτίστως σωματική, την οποία το υποκείμενο μπορεί να αντλήσει και από θεάματα, ακούσματα και αφηγήματα γκροτέσκα, απόκοσμα, τρομακτικά, όπως αυτά συχνά απεικονίζονται στις ταινίες τρόμου.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη όψη της απόλαυσης που σχετίζεται ιδιαίτερα με το σινεμά και την οποία ο Λακάν –που αγαπούσε πολύ τη ζωγραφική– μας βοήθησε να καταλάβουμε με βάση το έργο τέχνης. Αυτό που αναδεικνύει για πρώτη φορά στο 11ο Σεμινάριό του είναι μια ανατρεπτική προσέγγιση του βλέμματος. Για τον Λακάν, το βλέμμα δεν ταυτίζεται με την όραση, π.χ. τη ματιά του θεατή πάνω σε ένα έργο τέχνης ή στην οθόνη του κινηματογράφου. Πρόκειται για το βλέμμα του κόσμου, το οποίο επιστρέφεται στο υποκείμενο μέσω του αντικειμένου: το υποκείμενο δεν κοιτά, αλλά κοιτιέται· μια εμπειρία απόκοσμη που το κάνει να αισθάνεται εκτεθειμένο και έρμαιο ενός Άλλου ριζικά έτερου. Αυτό το βλέμμα που έρχεται απέξω ο κινηματογράφος το γνωρίζει πολύ καλά. Όπως η θέα της Ακρόπολης άγχωσε τον Φρόιντ το 1904, όπως ο Λακάν συνειδητοποίησε πως «τον κοίταζε» ένα κονσερβοκούτι το 1964, έτσι κι εμάς, που καθόμαστε –υποτίθεται– στην ασφάλεια και στην ανωνυμία της σκοτεινής αίθουσας, οι δισδιάστατοι φορείς της φρίκης και του τρόμου μάς επιστρέφουν το βλέμμα μας, καθιστώντας μας αντικείμενα της δικής τους –τρομακτικής– απόλαυσης.

Μια θρυλική ατάκα από το πρώτο Scream έλεγε: «Οι ταινίες δεν δημιουργούν ψυχοπαθείς. Οι ταινίες κάνουν τους ψυχοπαθείς πιο δημιουργικούς». Έχει όντως την ικανότητα η υπέρμετρη βία των ταινιών τρόμου να επηρεάσει τους θεατές με οποιονδήποτε τρόπο;

Θα πρέπει να συμφωνήσουμε, τουλάχιστον με το πρώτο μέρος της ατάκας. Οι καλλιτέχνες, όπως και η λογοτεχνία, η μυθοπλασία κ.λπ., δεν γεννούν ex nihilo καμία επιθετική ή αυτοκαταστροφική τάση σε κανέναν, μετατρέποντας τους ανθρώπους σε «psychos». Αυτό που κάνουν οι δημιουργοί, χειριζόμενοι εργαλεία όπως το βλέμμα και η φωνή –κατεξοχήν αντικείμενα απόλαυσης– είναι να μας δείχνουν πράγματα που μας αφορούν. Η καταστροφική ροπή του ατόμου είναι κάτι το εγγενές, το πρωταρχικό, σύμφυτο της ανθρώπινης υποκειμενικότητας, και χρειάζεται προσπάθεια για να πάρουμε μια απόσταση από αυτή μας την τάση να βλάψουμε τον άλλο – αυτή την προσπάθεια ο Φρόιντ την αποδίδει στη λειτουργία του πολιτισμού που αποκαλεί, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, «πηγή δυστυχίας».

Αυτό το κομμάτι της βίας, λοιπόν, που βρίσκεται εκ των προτέρων μέσα μας, το σινεμά του τρόμου το εκθέτει, όπως μας δείχνει και άλλες καταστάσεις που προκαλούν αγωνία, όπως π.χ. την ψυχική ασθένεια. Πόσες κινηματογραφικές ταινίες θρίλερ, τρόμου κ.λπ. δεν παίζουν με το διφορούμενο –κάποιες φορές με τρόπο ρητό, άλλοτε πλάγιο–, εάν ο πρωταγωνιστής είναι τρελός ή όχι; Με άλλα λόγια, το τέρας, ο δολοφόνος, ο ψυχασθενής που προβάλλεται στην οθόνη και μας τρομάζει –και ενίοτε μας σαγηνεύει– μας δείχνει κάτι δικό μας. Οι χαρακτήρες αυτοί αναδεικνύουν το τερατώδες, το καταστροφικό, το παρανοϊκό ή και το γκροτέσκο που έχουμε ήδη μέσα μας. Το σινεμά δεν καλλιεργεί αυτή μας την ιδιότητα, απλώς στρέφει το κάτοπτρο προς τα εμάς, άλλοτε με τρόπο κεκαλυμμένο και άλλοτε εντελώς ωμό.

Εκτός, λοιπόν, από την ικανοποίηση ή την απόλαυση του γκροτέσκου, το σινεμά μπορεί να μας προσφέρει και μια ευκαιρία να προβληματιστούμε ή να γνωρίσουμε κάτι για τον άνθρωπο και την κοινωνία του. Αλίμονο αν δεν είχαμε τους καλλιτέχνες, ώστε να μας ανοίγουν τα μάτια, αποκαλύπτοντάς μας τι μας γίνεται και για τι πράγματα είμαστε ικανοί. Θα ανησυχούσα, λοιπόν, πολύ περισσότερο για τα τέρατα με τα οποία ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι και ορίζουν τη ζωή μας έξω από τη σκοτεινή αίθουσα παρά γι’ αυτά που προβάλλονται στην οθόνη του κινηματογράφου.

Σύντομη ιστορία του τρόμου

Αναδρομή στους σταθμούς του είδους τα τελευταία 50 χρόνια

1975: Το καλοκαίρι εκείνο σημαδεύεται από τα Σαγόνια του καρχαρία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Κοινό και κριτικοί παραληρούν, η ταινία παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο επικερδείς του είδους και τα μπάνια μας στη θάλασσα δεν θα είναι ποτέ πια τα ίδια.

1978: Το Halloween του Τζον Κάρπεντερ αποτελεί μέχρι σήμερα το αρχετυπικό slasher, με κώδικες και μοτίβα που κοπιαρίστηκαν με σεβασμό έως και ασύστολα τα επόμενα χρόνια. Η ταινία ανήγαγε την Τζέιμι Λι Κέρτις στη scream queen της επόμενης δεκαετίας.

1979: «Στο διάστημα κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις κραυγές σου», έλεγε εύγλωττα το tag line του Alien, και ο Ρίντλεϊ Σκοτ κατάφερε να δημιουργήσει το απόλυτο κακό έτη φωτός μακριά από τη Γη και στο πρόσωπο της Σιγκούρνι Γουίβερ την απόλυτη γυναίκα survivor.

1980: Όταν ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ αποφάσισε να γυρίσει horror, διασκευάζοντας τη Λάμψη του Στίβεν Κινγκ, το αποτέλεσμα ήταν ένα ακόμα αριστούργημα, που ωστόσο μίσησε ο δημοφιλής συγγραφέας, ένα αινιγματικό φινάλε που ακόμα ξεσηκώνει αναλύσεις και ένας Τζακ Νίκολσον που μας στοίχειωσε για πάντα.

1991: Πέντε Όσκαρ σε βασικές κατηγορίες, το μόνο horror που έχει κατακτήσει την ανώτατη διάκριση και ένα από τα πιο ανορθόδοξα «ζευγάρια» του σελιλόιντ: Η σιωπή των αμνών του Τζόναθαν Ντέμι κατάφερε να βάλει το υποτιμημένο είδος στα μεγάλα σαλόνια και να κάνει τους Τζόντι Φόστερ και Άντονι Χόπκινς σταρ πρώτης γραμμής.

1999: Όταν ο Χάλεϊ Τζόελ Όσμεντ είδε νεκρούς ανθρώπους, η έννοια του plot twist στην Έκτη αίσθηση του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν απέκτησε άλλη βαρύτητα σε εποχές προ σόσιαλ μίντια, τότε που η παράκληση «μην αποκαλύψετε το τέλος» είχε ακόμα νόημα και βαρύτητα.

1999: Και όμως, υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν για πολύ καιρό μετά την κυκλοφορία της ταινίας ότι τα γεγονότα του Blair Witch Project συνέβησαν στ’ αλήθεια. Η ταινία που έκανε μόδα το found footage διατηρεί μέχρι σήμερα ρεκόρ, ως μία από τις πιο επικερδείς σε σχέση με το μηδενικό μπάτζετ της στην ιστορία
του μέσου.

2017: Η ταινία που οριοθέτησε αυτό που σήμερα αποκαλούμε «elevated horror», προσθέτοντας στο «ελαφρύ» είδος το σοβαρό κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, δεν είναι άλλη από το Get Out! του Τζόρνταν Πιλ, δημιουργού που αναγορεύτηκε μέσα σε μία νύχτα ένας από τους μεγάλους auteurs της εποχής.

2017: Το πρώτο μέρος της δεύτερης διασκευής του δημοφιλούς έπους It! του Στίβεν Κινγκ εξακολουθεί να κρατάει τα σκήπτρα της πιο εμπορικής ταινίας τρόμου που έγινε ποτέ – και ο Πενιγουάιζ του Μπιλ Σκάρσγκαρντ μία από τις πιο φρικαλέες απεικονίσεις κακού της πρόσφατης μνήμης.

2025: 250 εκατ. δολάρια παγκόσμιες εισπράξεις, η πιο συζητημένη ταινία του περσινού καλοκαιριού και μια εντελώς νέα προσέγγιση στο είδος, που αναμένεται να γεννήσει επίδοξους μιμητές και απογόνους. Το Weapons απέδειξε ότι στο Χόλιγουντ υπάρχουν ακόμα φρέσκες ιδέες.

2026: Οι 16 υποψηφιότητες του Sinners στα φετινά Όσκαρ αποτελούν το απόλυτο ρεκόρ στην ιστορία του θεσμού και επαναφέρουν ηχηρά το είδος του τρόμου στις μεγάλες κατηγορίες. Αν κερδίσει το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, η ταινία του Ράιαν Κούγκλερ θα είναι μόλις η δεύτερη του είδους που το καταφέρνει, μετά τη Σιωπή των αμνών.

*Το Scream 7 κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 28 Φεβρουαρίου, από τη Feelgood.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ