ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Το παρόν της πόλης και η αχλή της ιστορίας

Πώς το βιβλίο της Άννας Μαραγκού «Περπατώντας στις Όχθες του Πεδιαίου Ποταμού» έγινε θεατρική πράξη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η Άννα Μαραγκού έγραψε το βιβλίο «Περπατώντας στις Όχθες του Πεδιαίου Ποταμού» στο οποίο αφηγείται 31 ιστορίες της Λευκωσίας, της πόλης που έχει αγαπήσει, μιας πόλης που έχει ακόμα πολλές πληγές να επουλώσει από το πρόσφατο παρελθόν της, αλλά και οι κάτοικοί της να ανακαλύψουν. Η πόλη ορίστηκε κατά κάποιον τρόπο από τον Πεδιαίο ποταμό που τη διέτρεχε και φαίνεται ότι αυτό το φυσικό όριο να βοά, άλλοτε κρυμμένο και άλλοτε όχι, να θέλει να φωνάξει τα είδε και τα έκαναν. Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Βαλεντίνος Κόκκινος διάβασε το βιβλίο, και αμέσως σκέφτηκε ότι αυτό πρέπει να γίνει θεατρικό και το έκανε…

–Βαλεντίνε, να πούμε πώς ήλθε η ιδέα να κάνεις αυτή τη δουλειά.

–Διάβασα το βιβλίο και σκέφτηκα αμέσως ότι θα ήθελα να το κάνω θεατρικό. Είμαι και ένας άνθρωπος που με συγκινούν οι ιστορίες που μιλάνε για την Κύπρο, όχι με γραφικό, αλλά με έναν σύγχρονο τρόπο, και συχνά πιάνω τον εαυτό μου να έχει ανάγκη να τις ακούει. Αμέσως, λοιπόν, είπα ότι κάτι έχει αυτό το βιβλίο και το αμέσως επόμενο πράγμα που σκέφτηκα είναι το πώς το κάνεις θεατρικό, ώστε να σέβεσαι το βιβλίο και να το κάνεις με κάποιον τρόπο να μιλήσει στο σήμερα.

–Ποια Λευκωσία θέλεις να δείξεις, την παλιά ή αυτή που ζούμε σήμερα;

–Ουσιαστικά παντρεύονται αυτές οι δύο. Η Άννα Μαραγκού έγραψε ένα βιβλίο που έχει να κάνει και με δικές της αναμνήσεις, πράγματα τα οποία της αρέσουν στην πόλη, άλλα που είχε διαβάσει για την πόλη. Δεν φοβάται να ακουμπήσει μυστικά, αλήθειες ή τραύματα της πόλης. Ξέρεις, η Λευκωσία είναι στην καθημερινότητα της Άννας και ήταν πάντα έτσι. Φυσικά, και στη σχέση με την αδελφή της τη Νίκη. Για την Άννα η πόλη δεν ήταν απλώς μια σχέση με το παρελθόν, αλλά εξυπηρετούσε την καθημερινότητά της. Ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας βιώνει τη Λευκωσία είναι με έντονος, με πάθος, χωρίς όμως να βυθίζεται στο παρελθόν, ούτε και να φαντάζεται ένα εξιδανικευμένο μέλλον, αλλά βιώνοντάς τη στο παρόν, βλέποντας προς το μέλλον, με σεβασμό στο παρελθόν. Παρατήρησα μία πολύ ωραία αρμονία σε αυτή τη σχέση της Άννα Μαραγκού με τη Λευκωσία.

Η Λευκωσία είναι μια πόλη γεμάτη μη ειπωμένα πράγματα, τα οποία ανεπαίσθητα σε διαμορφώνουν, σου δημιουργούν ταυτότητα, από ιδρύσεώς της

–Αντωνία, Ειρήνη, εσείς πώς ζείτε τη Λευκωσία της Άννας Μαραγκού;

–ΑΝΤΩΝΙΑ: Η πρώτη μου ανάγκη ήταν να περπατήσω την πόλη, να κοιτάξω ψηλά κι εγώ για να καταλάβω τι είναι εκείνο που αγαπά η Άννα στη Λευκωσία και τι είναι αυτό που κρατάει μέσα της και εμείς ως ηθοποιοί πρέπει να το φέρουμε προς τα έξω. Όσο περισσότερο προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει, αποκτώ μεγαλύτερη συναισθηματική εμπλοκή με την πόλη, και τότε είναι που αρχίζω και εγώ να τη σέβομαι, να ενοχλούμαι και να πληγώνομαι, όπως ακριβώς σε μια ερωτική σχέση.

–ΕΙΡΗΝΗ: Εγώ μεγάλωσα στην Παλιά Λευκωσία και νιώθω ότι είμαι πάρα πολύ κοντά στην Άννα. Νιώθω ότι έχουμε κοινές εμπειρίες, κι εγώ ανακάλυπτα συνεχώς πράγματα στην πόλη μου, ωστόσο τώρα βλέπω τη διαφορετική οπτική της Άννας, η οποία ως αρχαιολόγος βλέπει πιο βαθιά. Ο δικός μου τρόπος ήταν πιο συναισθηματικός, ενώ εκείνη τα εξηγεί, πάει πίσω, τα αναλύει, άρα κι εγώ τώρα προσπαθώ να κάνω το ίδιο, να βρω την ιστορία. Είναι μια ευκαιρία για μένα να ξαναγνωρίσω την πόλη μου.

–ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ: Να πω εδώ ότι έψαχνα στο ίδιο το βιβλίο να μου προτείνει με κάποιον τρόπο τη δραματουργία του. Βλέποντας, λοιπόν, πίσω από τις λέξεις και γνωρίζοντας την Άννα αντιλήφθηκα ότι αυτή η παράσταση πρέπει να περνάει μέσα από μία σχέση, όπως ακριβώς ήταν η σχέση της Άννας με τη Νίκη, ότι με αφορμή αυτή τη σχέση θα ειπωθούν ιστορίες και οι δύο χαρακτήρες θα επικοινωνήσουν μέσω αυτών των ιστοριών.

–Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο που ανακάλυψες, διαβάζοντας το βιβλίο και δουλεύοντάς το ως θεατρικό πια;

–Την έντονη δυικότητά του. Το πιο απλό είναι το ποτζεί και το ποδά, αλλά και τον ποταμό, ο οποίος γέννησε την πόλη, τη σπρώχνει στο σήμερα, θα την πάει και στο μέλλον. Επίσης, τις περιπέτειές της μέσω του ποταμού, και εδώ έρχεται η μουσική, που για εμάς είναι ο Πεδιαίος ποταμός και έτσι φτιάχνεται ένα περίεργο τρίγωνο, που είναι μια πόλη με δύο πλευρές δύο αδελφές και με βάση έναν ποταμό που είναι ζωή, ο ποταμός που χάθηκε και έγινε αργότερα η Πράσινη Γραμμή, αλλά και η απώλεια της μιας αδελφής, άρα έχουμε τον θάνατο, το στέρεμα του ποταμού. Βλέπεις πως όλα έρχονται και δένουν, τουλάχιστον στα δικά μας τα μάτια. Στην παράσταση όλα γίνονται με αφορμή τα παραπάνω. Αξιοποιώ από το βιβλίο τη σχέση των δύο αδελφών και τον ποταμό που τις σπρώχνει στην αυτογνωσία, στον αναστοχασμό, στη συνειδητότητα, στην ωριμότητα, στη διαχείριση του πένθους, αλλά κυρίως στη ζωή.

–Θα δούμε στην παράσταση την πολιτική δυικότητά, του ποτζεί και του ποδά;

–Σίγουρα όχι επί τούτω. Δεν το χωρίζουμε με αυτόν τον τρόπο. Μην ξεχνάς ότι η ίδια η πόλη ήταν ανέκαθεν χωρισμένη λόγω του ποταμού, οι βόρειες και οι νότιες συνοικίες και μετά το 1963, στις μεν οι Τ/κ και στις δε οι Ε/κ. Δεν μένουμε, όμως, σε αυτό, διότι το ίδιο το βιβλίο δεν έχει στόχο να καυτηριάσει τα γεγονότα, αλλά μάλλον να κάνει τον αναγνώστη να γνωρίσει κάποια πράγματα.

–Όπως;

–Η Λευκωσία είναι μια πόλη γεμάτη μη ειπωμένα πράγματα, τα οποία ανεπαίσθητα σε διαμορφώνουν, σου δημιουργούν ταυτότητα, από ιδρύσεώς της. Ξέρεις, η Λευκωσία παρόλο το μεγάλο της πένθος έχει πολλή δύναμη, και επιμένει να υπάρχει, προσπαθώντας να διαχειριστεί τα τραύματά της…

–Καταφέρνουμε να τα διαχειριστούμε;

–ΑΝΤΩΝΙΑ: Μετά από τόσα χρόνια νιώθω σαν να μη θέλουμε να τα συζητάμε, κάνουμε ότι δεν υπάρχουν, ότι δεν συνέβησαν. Πράγμα φυσικά που δεν ισχύει, γιατί αν ανοίξεις τα μάτια σου και κοιτάξεις γύρω σου θα τα δεις… Δουλεύοντας το κείμενο της παράστασης άρχισα να αναρωτιέμαι πώς γίνεται να κλείνουμε τα μάτια και δεν στεκόμαστε για μια στιγμή στην οδό Πενταδακτύλου να δούμε το υπόλοιπο της πόλης.

–ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ: Το ότι ο καθρέφτης μας είναι η πόλη, είναι κάτι που το ανακαλύπτεις συνέχεια, αν αρχίσεις να βλέπεις την πόλη, όπως κάνει η Άννα Μαραγκού μέσα από ιστορίες, μέσα από ανθρώπους, από μυρωδιές, κάπου αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Τούτον τον αιώνιο φόβο που αντιμετωπίζουμε ως λαός, αυτό το πένθος που, αν παρατηρήσεις, υπάρχει μόνιμα στον Λευκωσιάτη. Είναι μια πόλη που φοβάται τα δέντρα να ψηλώσουν. Τα δέντρα θα σου πει ένας ψυχολόγος ότι είναι το μέλλον σου, η αυτοπραγμάτωσή σου, ένας λαός που ήταν συνέχεια τραυματισμένος, που φοβόταν να ονειρευτεί, αυτό το κουβαλά και συμφωνώ με την Αντωνία ότι δεν μπήκαμε στη διαδικασία να αντιμετωπίσουμε κατάματα τα προβλήματα. Υπάρχει ένα τραύμα και θα πρέπει να το αναγνωρίσουμε, να το διαχειριστούμε και να σπρωχτούμε προς το μέλλον.

–ΕΙΡΗΝΗ: Εγώ θεωρώ ότι φοβόμαστε να το αντιμετωπίσουμε, γιατί όταν έλθει η ώρα να βρεθείς αντιμέτωπος με οτιδήποτε σημαίνει και αλλαγή και εξέλιξη και πρέπει να είσαι πολύ δυνατός και χρειάζονται πολλά εφόδια για να φτάσεις σε εκείνη τη στιγμή. Έχουμε άλλωστε συνηθίσει να βλέπουμε τη σημαία στον Πενταδάκτυλο και νιώθουμε μόνο οργή, μόνο… αλλά δεν σκεφτόμαστε τα πολλά γιατί.

–Στην παράσταση ασχολείστε με τα γιατί, θέλετε να δώσετε κάποιες απαντήσεις;

–ΟΛΟΙ: Ας θέσουμε τα γιατί κατ’ αρχάς!

–ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ: Είναι λάθος, έως και επικίνδυνο να μπεις στη διαδικασία των απαντήσεων, γιατί το να απαντήσεις είναι διδακτισμός και δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας και αυτό νομίζω ότι είναι ένα από τα λάθη μας, ότι ψάχνουμε τον έναν τρόπο. Η παράστασή μας δεν έχει στόχο να πει στον κόσμο τι να νιώσει, αλλά θέλει να φέρει πράγματα στην επιφάνεια και να ανοίξει κάποιους προβληματισμούς και νομίζω πως βγαίνει από το κείμενο είναι το περπάτα, κάνε κάτι, σπρώξε τον εαυτό σου στο σήμερα και στο αύριο, μάθε ποιος είσαι…

–ΑΝΤΩΝΙΑ: Σήκω και συνέχισε…

Σε αυτό το σημείο στην παρέα μας προστέθηκε και ο Ανδρέας Οικονομίδης, ο οποίος έχει τη μουσική επιμέλεια της παράστασης και μπαίνει αμέσως στη συζήτησή μας, λέγοντας:

–ΑΝΤΡΕΑΣ: Εγώ προσπαθώ να έχω πίστη στους ανθρώπους, νομίζω εάν ο καθένας καθίσει και δει κάποια πράγματα και προσπαθήσει να αλλάξει είναι αρκετό. Η πόλη μπορεί να κουβαλά την ιστορία μας, αλλά εναπόκειται στον καθένα μας να τα δει.

–Τι φοβηθήκατε σε αυτή την παράσταση;

–ΑΝΤΩΝΙΑ: Είναι μία δύσκολη δουλειά, ομολογώ. Για εμένα η μεγάλη πρόκληση ήταν κληθήκαμε να κάνουμε διάλογο, χωρίς να υπάρχει διάλογος. Είναι σαν έναν συνεχή μονόλογο… με την καθεμιά να προσθέτει, που λέμε το ίδιο πράγμα, η καθεμία μέσα από τον χαρακτήρα της.

–ΕΙΡΗΝΗ: Συμφωνώ με την Αντωνία ότι είναι μία από τις πιο δύσκολες δουλειές μου. Αυτό που λάτρεψα στο κείμενο του Βαλεντίνου είναι ότι δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις κάποιο τεχνικό μέσο, και είναι νομίζω πάρα πολύ τίμιο για έναν σκηνοθέτη και έναν ηθοποιό να μην μπορεί να βασιστεί σε μεθοδολογία και σε τεχνικά μέσα, αλλά να βρει μια άλλη διεργασία υποκριτική.

Πόνος μα και έρωτας πολύς

–Αυτή η πόλη έχει μόνο απώλειες και πόνο; Δεν έχει ομορφιές, οι δρόμοι της δεν κρύβουν ρομαντισμό;

–ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ: Αυτό το βιβλίο, αλλά και η παράστασή μας βγάζουν και αυτό στην επιφάνεια, το πάθος, τον έρωτα, τη σωματικότητα, τα ζουμιά και τα αρώματά της. Χαρακτηριστικές ο ιστορίες με τα χαμάμ, αλλά και ανθρώπινη πλευρά της πόλης, με τα σχολεία της, με τη Φανερωμένη… η πόλη δημιουργεί μια κινητικότητα, έναν ποταμό να κινείται χωρίς να το ξέρουμε. Αυτό που δεν έχουμε αναγνωρίσει στη Λευκωσία είναι ότι έχει μια ομορφιά, που δεν τη συναντάς σε άλλη πόλη της Κύπρου. Και όπως λέει και το βιβλίο η Λευκωσία κρύβει μυστικά που αν δεν τα περπατήσεις δεν τα καταλαβαίνεις. Η πόλη σου τα δείχνει, εσύ το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να την περπατήσεις και θα τα ανακαλύψεις.

–Αυτή την ερωτικότητα της πόλης νιώθω ότι πολλές φορές θέλουμε να την κρύψουμε…

–ΑΝΔΡΕΑΣ: Μα δεν μπορείς, όλο και σε κάποιο στενοκάντουνο θα φαίνεται, εν τζιαμέ…

–ΑΝΤΩΝΙΑ: Πάντως, κάνουμε φιλότιμες προσπάθειες. Μας έχει πιάσει και ένας μιμητισμός για πράγματα που δεν είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε…

–Πάντως, σε πολλές περιπτώσεις κάνουμε όντως ό,τι μπορούμε εξωραΐζοντας… αλλά ποτέ δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο…

ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ: Είναι ωραίο αυτό που λες, γιατί και η παράστασή μας ξεκινάει από μια θεϊκή παρέμβαση στις ιστορίες και φτάνει σιγά-σιγά στην ατομική ευθύνη. Τούτη η παράσταση θέλει ειλικρίνεια, θέλει σεμνότητα αλλά θέλει προ πάντων ειλικρίνεια. Όταν έχεις να διαχειριστείς αλήθειες, δράματα μα και ομορφιές μιας πόλης αν πας να φανείς έξυπνος θα είναι σαν να τα περιπαίζεις. Μόνο αν είσαι έντιμος, ειλικρινής, ουσιαστικός και σεμνός και λιτός μόνο τότε θα είσαι αποτελεσματικός.

Ροκ ιστορίες

–Να πούμε, Ανδρέα, για τη μουσική της παράστασης…

–ΑΝΔΡΕΑΣ: Ο Βαλεντίνος με είχε δει να παίζω ζωντανά στο σημείο που θα γίνει η παράσταση και αυτό το street performance μάλλον του άρεσε. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε ήταν να δείξουμε το στοιχείο της συνέχειας του ποταμού, ότι παρ’ όλα τα δεινά πάντα υπάρχει μια συνέχεια. Υπάρχει έντονο το στοιχείο του ροκ στη μουσική της παράστασής μας, πάντως, με έναν σύγχρονο τρόπο.

–ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ: Το βιβλίο αναφέρεται πάρα πολύ έντονα στην περιοχή της Φανερωμένης και πώς διάφοροι τύποι κάθονται στην πλατεία με μια κιθάρα και τραγουδούν, και πώς κάνουν και δική τους την πόλη. Πιάσαμε αυτή την εικόνα και προσπαθήσαμε να παντρέψουμε και να δυναμώσουμε πολλά ετερόκλητα στοιχεία. Να σου πω ότι ο Αντρέας ήταν μια ιδανική επιλογή, γιατί έφερε έναν πολύ φρέσκο αέρα και όλοι μαζί, ροκάραμε τις ιστορίες του βιβλίου, με τον δικό μας πάντα τρόπο. Γεμίζουμε το «Χαράτσι», που είναι ακριβώς στις όχθες του ποταμού και το γεμίζουμε με μουσική και ιστορίες.

–ΑΝΤΩΝΙΑ: Μα και Κήπος των παιδικών χρόνων της Άννας σήμερα έγινε οικείος τόπος άλλων κατοίκων της πόλης, με τα δικά τους αρώματα και τις δικές τους μουσικές.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση