ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

«Μεταφράσεις»: Ενα στέρεο βήμα μπροστά

Γράφει η Ελλάδα Ευαγγέλου

Οταν έχεις περάσει ένα μέρος της ακαδημαϊκής σου ζωής να μελετάς τη μετα-αποικιακότητα, η παράσταση «Μεταφράσεις» του Μπράιαν Φρίηλ, σε σκηνοθεσία Πάτρικ Μάιλς, από το κρατικό μας θέατρο, τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, έχει μεγάλη σημασία. Η επιλογή του έργου, αλλά σημαντικότερα το ανέβασμά του σε μια πολύγλωσση παραγωγή, με τη μετάφραση της ιρλανδικής γλώσσας (gaelic) στην κυπριακή ελληνική, και τη χρήση πέρα απ’ αυτό της αγγλικής ως της αποικιακής γλώσσας αυτούσιας, αντικατοπτρίζοντας τη σχέση ισχύος μεταξύ της γλώσσας του αποικιοκράτη (ως ισχυρής) και της γλώσσας του ντόπιου στοιχείου ως της αδύναμης. Η πράξη αυτή αποτελεί μια μικρή επανάσταση για ένα οργανισμό που εφαρμόζει (αυτο)αποικιοκρατικές πρακτικές από την ίδρυσή του σε σχέση με τη γλώσσα των παραστάσεων, με μια σχεδόν αποκλειστικά μονογλωσσική πολιτική, αγνοώντας τις πολλές άλλες γλώσσες του νησιού.  

Παρά τα ταιριαστά κοστούμια, ο σκηνικός χώρος ήταν ουδέτερος σε σημείο μη αναγνώρισης, που δεν επέτρεπε το στοιχείο της συνάντησης των δύο κόσμων να πραγματοποιηθεί

Το έργο το ίδιο είναι ένα εξαιρετικό δείγμα δραματουργίας, με άριστη δομή και καλά κτισμένους χαρακτήρες, που σταδιακά, πλέκοντας το προσωπικό με το πολιτικό, οδηγεί στην κορύφωση της απώλειας της ζωής, της αγάπης, της ταυτότητας, και της γλώσσας της ίδιας.

Επιστρέφοντας στο κεντρικό θέμα, την αποικιακότητα σε σχέση με το έργο, δεν θα ασχοληθώ με το θέμα της γλώσσας, υπάρχουν εξαίρετοι γλωσσολόγοι για να το αναλύσουν αυτό. Θα ήθελα να προσθέσω δύο σκέψεις στον καλλιτεχνικό δημόσιο διάλογο σε σχέση με τη δραματουργία και σκηνοθεσία της παράστασης.

Πρώτο και σημαντικότερο σημείο είναι ότι προφανώς η αποικιακότητα στην Ιρλανδία και στην Κύπρο, ενώ παρουσιάζει πολλά κοινά, δεν έχει τα ίδια συστατικά. Σε αμφότερα τα παραδείγματα, βάση της πρακτικής είναι βέβαια η οικονομική εκμετάλλευση του τοπικού από το ξένο, και ισχυρότερο, και μια πολιτισμική χειραγώγηση του τοπικού στοιχείου. Ας θυμηθούμε ότι μια από τις πρώτες πράξεις των Άγγλων όταν ήρθαν και στην Κύπρο ήταν η χαρτογράφηση του νησιού, από τον ίδιο χαρτογράφο που έκανε και τον χάρτη της Παλαιστίνης, τον αξιωματικό του Μηχανικού Οράτιο Κίτσενερ. Η προοπτική οικονομικής εκμετάλλευσης ως συνέχεια της πράξης αυτής είναι προφανής, αλλά η Ιρλανδία είχε υποστεί την αγγλική αποικιακή βία πολλές φορές κατά τη διάρκεια των αιώνων και είχε μια ξεκάθαρη (και βαθιά) σχέση καταπιεστή και καταπιεζόμενου. Υπέστη θρησκευτική, πολιτιστική και άγρια οικονομική εκμετάλλευση, σε βαθμό πρόκλησης λιμού. Η Κύπρος από την άλλη είχε περάσει από μια σειρά κατακτητών ως κτήση, διατηρώντας τον πολυγλωσσο και πολυ-πολιτισμικό χαρακτήρα του νησιού, μια γέφυρα από εμπορικές σχέσεις και φεουδαρχικά συστήματα στην Ανατολική Μεσόγειο. Έτσι μέχρι τον 19ο αιώνα, η σχέση του ντόπιου με τον αποικιοκράτη δεν ήταν γραμμική, αφού η γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητα των αποικιοκρατούμενων Κυπρίων ήταν μάλλον ένα μωσαϊκό. Ακόμα, για την Κύπρο ο Άγγλος αποικιοκράτης, εκτός της περιόδου των αρχών της δεκαετίας του 1930 και της ΕΟΚΑ, θεωρείτο από πολλούς ο πλέον πολιτισμένος αποκιοκράτης. Αλλά φυσικά το σημαντικότερο είναι η αποικιοκρατική σχέση μας με το Ηνωμένο Βασίλειο αυτή τη στιγμή, με τη συμπερίληψή μας (ακόμα) στην Κοινοπολιτεία, τη μυθοποίηση της αγγλικής ανώτερης εκπαίδευσης (ακόμα και της Αγγλικής Σχολής στη Λευκωσία), με ίσως το πιο τρανταχτό να είναι η παραμονή των αγγλικών βάσεων στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος εν κράτει (His Royal Majesty’s Sovereign Bases).

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με την απεικόνιση της τοπικότητας στο έργο, που παρατίθεται γλωσσικά μέσα από τη χρήση της κυπριακής ελληνικής, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια γέφυρα μεταξύ της ιρλανδικής και κυπριακής αγροτικής πραγματικότητας. Η χρήση της γλώσσας από την ομάδα των νεαρών, με τις αναφορές τους σε γεωργικές εργασίες, ενώ από την άλλη η αναφορά των λογίων χαρακτήρων στο κρυφό σχολείο (που μπορεί να είναι χρήσιμο ως γνώριμη αναφορά αλλά αποτελεί μια πολύ φορτωμένη εθνοκεντρική μυθοπλασία), κτίζουν μια κυπριακότητα πολύ μπερδεμένη. Πατά σε μια βουκολική αγροτική πραγματικότητα από τη μια, αλλά συντηρεί τον εθνικό μύθο που την καταξιώνει, από την άλλη. Ακόμα η τοποθέτησή της στην Ιρλανδία είναι σχεδόν ξένο σώμα. Σκηνοθετικά το στοιχείο που εμπόδισε τη σχέση αυτή να εξελιχθεί ήταν η τοποθέτηση της δράσης σε ένα στημένο «θεατρικό» σκηνικό, ένα αφαιρετικό σκηνικό με ένα χώρο για τη θεατρική δράση μπροστά και κέντρο, και με σκόρπια ενδιαφέροντα ρεαλιστικά αντικείμενα που πέφτουν όμως σε ένα (κυριολεκτικά) κενό χώρο. Παρά τα ταιριαστά κοστούμια, ο σκηνικός χώρος ήταν ουδέτερος σε σημείο μη αναγνώρισης, που δεν επέτρεπε το στοιχείο της συνάντησης των δύο κόσμων να πραγματοποιηθεί.

Όπως θεωρώ παραστάσεις όπως τους «Εραστές» του Ευριπίδη Δίκαιου, το «Ημερολόγιο Ενός Τρελού» του Μάριου Ιωάννου, και το «Out of Necessity» των Βαρνακκίδου και Κυριάκου, σημαντικούς σταθμούς σε αυτό τον διάλογο, που παλεύει να απελευθερωθεί από τις αναφορές στο κυπριώτικο σκετς και τι είναι γλώσσα και τι δεν είναι (σατσίν!), ταιριάζει ένα μεγάλο μπράβο για τους συντελεστές της παραγωγής αυτής. Είναι ένα στέρεο βήμα μπροστά.

*Η δρ Ελλάδα Ευαγγέλου είναι δραματολόγος, ερευνήτρια.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ