Kathimerini.gr
Η Βρετανή δημοσιογράφος και πρώην γιατρός Ντέμπορα Κοέν κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο «Bad Influence: How the Internet Hijacked our Health», στο οποίο απομακρύνεται από τις συνήθεις εκκλήσεις του ύφους «προσέξτε τι διαβάζετε online» και εστιάζει στην καρδιά του προβλήματος: στις πλατφόρμες που διακινούν προβληματικές ιατρικές πληροφορίες.
– Το βιβλίο σας, στον πυρήνα του, διερευνά το ερώτημα αν οι ιατρικές πληροφορίες που παίρνουμε από το Διαδίκτυο είναι αξιόπιστες ή όχι. Παρότι μάλλον η απάντηση δεν είναι άσπρο ή μαύρο, ο τίτλος σας, «Κακή επιρροή», στέλνει ξεκάθαρο μήνυμα. Πού πιστεύετε ότι βρίσκεται σήμερα η ισορροπία;
– Νομίζω ότι υπάρχει λόγος να ανησυχούμε. Και όπως είπατε, δεν είναι άσπρο-μαύρο. Εστίασα στην υγεία γιατί έχω σπουδάσει Ιατρική, άρα αυτό είναι το υπόβαθρό μου. Στη συνέχεια εργάστηκα στο «British Medical Journal», όπου έστησα το τμήμα ερευνητικής δημοσιογραφίας, και εργάστηκα στο BBC και στο ITV News ως ρεπόρτερ υγείας.
Οταν έφυγα από το ITV News, ένιωθα εξουθενωμένη. Κάλυπτα την COVID και παρατηρούσα τους φίλους μου να χρησιμοποιούν πλατφόρμες για να βρουν πληροφορίες υγείας, κάτι που δημιουργούσε απίστευτη σύγχυση. Oταν αναζητούμε συμβουλές υγείας, αυτό που χρειαζόμαστε είναι ανεξάρτητη και αμερόληπτη ενημέρωση, βασισμένη σε στοιχεία που δεν έχουν πίσω τους
οικονομικά κίνητρα ή συγκρούσεις συμφερόντων, και τα οποία έχουν αξιολογηθεί διεξοδικά. Oμως οι πληροφορίες που διάβαζαν οι φίλοι μου δεν πληρούσαν καμία από αυτές τις προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να μπερδεύονται και να μην ξέρουν ποιον να εμπιστευτούν. Ξεκίνησα το βιβλίο με ανοιχτό μυαλό, χωρίς να γνωρίζω τι θα ανακαλύψω. Ερευνώντας διαπίστωσα ότι πίσω από τα δημοφιλέστερα βίντεο υπήρχαν ισχυρά οικονομικά κίνητρα, τα οποία επηρέαζαν άμεσα την αμεροληψία της συμβουλής. Στην υγειονομική περίθαλψη χρειάζεται να γνωρίζει κανείς τόσο τα οφέλη όσο και τους κινδύνους ή τις παρενέργειες. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές τα βίντεο αυτά προέβαλλαν είτε μόνο μια ιστορία τρόμου είτε μόνο τα οφέλη. Αυτό δεν συνιστά έγκυρη συμβουλή. Το βιβλίο λειτουργεί περισσότερο ως μια προειδοποίηση: αν χρησιμοποιείτε αυτές τις πλατφόρμες για να λαμβάνετε αποφάσεις υγείας, να ξέρετε ότι πολλοί άνθρωποι εκεί δεν ενεργούν με γνώμονα το δικό σας συμφέρον, αλλά προσπαθούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις σας, γεγονός που μπορεί να αποβεί επιζήμιο για την υγεία σας.
– Δίνετε μεγάλη έμφαση στις ε-μπορικές συγκρούσεις συμφερόντων, αμφισβητώντας ευθέως την ιατρική αυθεντία του Instagram και του TikTok.
– Πρέπει να είμαστε ιδιαιτέρως προσεκτικοί. Δεν με ενδιαφέρουν τόσο πολύ τα συμπληρώματα διατροφής ή τα προϊόντα που προωθούν διασημότητες όπως η Γκουίνεθ Πάλτροου, όσο τα προϊόντα εκείνα που δημιουργούν την εντύπωση της έγκυρης επιστήμης, όπως τα wearables, οι μετρητές και τα full body scans, καθετί δηλαδή που προωθείται σαν να αποτελεί μέρος αξιόπιστης ιατρικής φροντίδας. Η δυσκολία που αντιμετωπίζει το κοινό είναι ότι στις ψηφιακές πλατφόρμες υπάρχουν γιατροί που προωθούν τέτοιες υπηρεσίες, έχοντας και οι ίδιοι συμφέροντα. Ενδέχεται να προωθούν ιδιωτικές κλινικές, να συνεργάζονται με ινφλουένσερ, να προσφέρουν εκπτωτικά κουπόνια και να κατευθύνουν το κοινό σε συγκεκριμένα κέντρα. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναγνωρίσει ο πολίτης ποιος προσφέρει αμερόληπτες συμβουλές. Στο τέλος, οι πολίτες δεν θα ξέρουν ποιον να εμπιστευτούν.
– Θα μπορούσε κανείς να προστατευθεί αγνοώντας απλώς όλες αυτές τις πηγές;
– Είναι θεμιτό και χρήσιμο να γνωστοποιούν οι άνθρωποι τις προσωπικές τους ιστορίες. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση της κοινότητας και της αμοιβαίας κατανόησης γύρω από θέματα υγείας. Ωστόσο, όταν η κοινοποίηση συνοδεύεται από προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τα κίνητρα. Oταν βλέπουμε γιατρούς στις πλατφόρμες, πρέπει να αναρωτιόμαστε αν μας κατευθύνουν σε μια συγκεκριμένη κλινική και ποια είναι τα συμφέροντά τους. Οι γιατροί υπόκεινται σε ρυθμιστικά πλαίσια που απαγορεύουν την άμεση διαφήμιση συνταγογραφούμενων φαρμάκων στο ευρύ κοινό, κανόνας που ισχύει στην Ευρώπη και για τους ινφλουένσερ. Παρ’ όλα αυτά, η φύση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης καθιστά την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας ανεπαρκή.
Οταν πρόκειται για την αναζήτηση τεκμηριωμένων πληροφοριών σχετικά με θεραπείες, είναι προτιμότερο να ανατρέχει κανείς σε αυθεντικές, ανεξάρτητες πηγές εκτός TikTok ή Instagram, αντί να βασίζεται αποκλειστικά σε όσα προβάλλονται στο Διαδίκτυο.
– Αν υπήρχε περισσότερη διαφάνεια, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά;
– Υπάρχει σαφής έλλειψη διαφάνειας. Ωστόσο, μια μελέτη σε εφήβους έδειξε ότι ακόμη και όταν υπήρχε πλήρης διαφάνεια σχετικά με τα εμπορικά συμφέροντα, οι σχέσεις που αναπτύσσονταν [με τα ψηφιακά είδωλα] ήταν ισχυρότερες. Γνωρίζουμε πόση δύναμη έχει η παραδοσιακή διαφήμιση. Ο Μάικλ Τζόρνταν, για παράδειγμα, διαφήμιζε αθλητικά παπούτσια πασίγνωστης φίρμας. Το διαφορετικό που φέρνουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η διαρκής παρουσία των ινφλουένσερ στο feed του χρήστη, η οποία προκαλεί αίσθηση οικειότητας. Η ψηφιακή εγγύτητα δημιουργεί νέες προκλήσεις για τους κανονισμούς διαφήμισης. Το παρατηρούμε έντονα στους «ασθενείς ινφλουένσερ», σε ασθενείς δηλαδή που συνεργάζονται με φαρμακευτικές εταιρείες. Δεν πρόκειται για τυπική διαφήμιση φαρμάκου με σαφή αναφορά στις παρενέργειες, αλλά για οικοδόμηση προσωπικών σχέσεων. Αυτό δυσκολεύει τον έλεγχο από τις ρυθμιστικές αρχές, καθώς η επικοινωνία μπορεί να γίνει πολύ ιδιωτική και να μεταφερθεί στα προσωπικά μηνύματα του χρήστη.
– Στο βιβλίο σας περιλαμβάνετε ένα γλωσσάρι με όρους όπως «prosumer effect», «nocebo effect» και «ορθοϋπνία» («orthosomnia»). Μπορείτε να μας εξηγήσετε αυτούς τους όρους;
– Το «prosumer effect» παρατηρείται όταν οι χρήστες δεν καταναλώνουν απλώς πληροφορίες, αλλά τις παράγουν κιόλας. Eνα παράδειγμα αφορά τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ, όπου οι χρήστες προσθέτουν δικές τους ερμηνείες, μεταβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη διαταραχή. Το φαινόμενο «nocebo» είναι το αντίθετο του «placebo». Αν πιστεύετε ότι κάτι θα σας προκαλέσει αρνητικές παρενέργειες, η πρόβλεψη αυτή μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση πραγματικών συμπτωμάτων. Eρευνες στην Αυστραλία έδειξαν ότι χρήστες που παρακολουθούσαν βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με παρενέργειες φαρμάκων είχαν αυξημένες πιθανότητες να τις εμφανίσουν. Τέλος, η «ορθοϋπνία» περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία η συνεχής παρακολούθηση του ύπνου μέσω ψηφιακών συσκευών προκαλεί άγχος, το οποίο διαταράσσει τον ύπνο.
– Στο βιβλίο σας αναφέρεστε και στους ειδικούς που αποκαλύπτουν «μυστικά» μακροζωίας.
– Ναι, ορισμένες από τις προτάσεις τους συνεπάγονται απλώς οικονομική επιβάρυνση χωρίς αντίκρισμα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, ενδέχεται να προκληθεί βλάβη, καθώς δεν έχουν πραγματοποιηθεί οι απαραίτητες μελέτες. Επιπλέον, οι περιττές εξετάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε αυτό που ονομάζεται «clinical cascade», μια αλυσίδα διαδοχικών εξετάσεων που αυξάνουν το άγχος, το κόστος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους ιατρικούς κινδύνους. Οι βασικές αρχές της υγείας παραμένουν απλές: ισορροπημένη διατροφή, αποφυγή του καπνίσματος, περιορισμός του αλκοόλ και, κυρίως, διατήρηση της ανθρώπινης σύνδεσης. Η μοναξιά είναι μια επιδημία που επιβαρύνει την υγεία στον ίδιο βαθμό με το κάπνισμα.
– Θεωρείτε ότι υπάρχει ανάγκη αυστηρότερου ρυθμιστικού πλαισίου για τις εταιρείες τεχνολογίας;
– Ασφαλώς. Είναι απαραίτητο να υπάρχει μεγαλύτερος έλεγχος στους αλγορίθμους. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο θεσπίστηκε πρόσφατα η δυνατότητα απενεργοποίησης των στοχευμένων διαφημίσεων στις πλατφόρμες της Meta. Οι κυβερνήσεις συχνά διστάζουν να επιβάλουν αυστηρούς κανόνες στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, λόγω οικονομικών συμφερόντων. Ωστόσο, η ρύθμιση είναι αναγκαία. Οι αλγόριθμοι εκμεταλλεύονται τις ανησυχίες των χρηστών, στοχεύοντας ευάλωτες ομάδες όπως οι εγκυμονούσες. Οι τεχνολογικές πλατφόρμες οφείλουν να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για το περιεχόμενο που προωθούν. Ο σκεπτικισμός από την πλευρά των χρηστών και η θεσμική ρύθμιση αποτελούν τα βασικά εργαλεία για την αντιμετώπιση του ζητήματος.
– Σήμερα, ολοένα και περισσότεροι αφήνουν την ερμηνεία των συμπτωμάτων τους στις μηχανές αναζήτησης και προστρέχουν σε εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης όπως το ChatGPT. Πώς το βλέπετε αυτό;
– Στο βιβλίο έχω παραθέσει μια μελέτη που συμπέρανε ότι οι ασθενείς εκτιμούσαν πιο πολύ τον τρόπο επικοινωνίας των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων παρά εκείνον των γιατρών. Ταυτόχρονα, όμως, αδυνατούσαν να εντοπίσουν πότε έκανε λάθος το σύστημα. Γι’ αυτό και πρέπει πάντα να ζητάμε τις βιβλιογραφικές αναφορές και να διασταυρώνουμε τα στοιχεία που μας παρέχονται.
Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα κάνουν πολλά λάθη και επινοούν παραπομπές. Το ανησυχητικό είναι ότι παρέχουν πληροφορίες που προσομοιάζουν σε διάγνωση, προσθέτοντας παράλληλα και μια τυπική αποποίηση ευθύνης. Και το ακόμη πιο επικίνδυνο είναι ότι επειδή ο λόγος τους είναι δομημένος με φυσικό τρόπο, οι χρήστες τείνουν να τα εμπιστεύονται υπερβολικά.
– Τι θα συμβουλεύατε λοιπόν τους αναγνώστες σας;
– Απαιτείται προσοχή και σκεπτικισμός. Oταν μια πηγή προβάλλει μόνο τα οφέλη μιας θεραπείας, πρέπει να αναρωτιόμαστε το γιατί. Η έγκυρη ενημέρωση οφείλει να παρουσιάζει τα οφέλη, τους κινδύνους και τις αβεβαιότητες. Επίσης, είναι σημαντικό να εξετάζεται ποιος αποκομίζει οικονομικό όφελος από την πληροφορία. Πριν από τη χρήση μιας φορητής συσκευής παρακολούθησης, αξίζει να αναρωτηθούμε αν η μέτρηση ενός δείκτη θα επηρεάσει ουσιαστικά τις αποφάσεις που θα λάβουμε για την υγεία μας. Είναι απαραίτητο να στεκόμαστε κριτικά απέναντι στις πληροφορίες που παίρνουμε απ’ τις πλατφόρμες, καθώς οι αλγόριθμοι τείνουν να ενισχύουν τις προκαταλήψεις μας. Μας προβάλλουν περιεχόμενο που επιβεβαιώνει τις εδραιωμένες πεποιθήσεις μας, καθιστώντας την αυτοδιάγνωση ιδιαιτέρως επισφαλή.




























