Kathimerini.gr
Για την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ η πιο ανήθικη πράξη ήταν η έλλειψη αυτογνωσίας· σε κάθε ευκαιρία το επαναλάμβανε τονίζοντας με πόσο κόπο η ίδια έκανε πυξίδα της το «γνώθι σαυτόν». Καθοριστικούς παράγοντες στον σχηματισμό της προσωπικότητάς της θεωρούσε τα οδυνηρά βιώματα της Κατοχής και τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, μέσα από τις τάξεις της ΕΠΟΝ, με καθοδηγητή τον Χρήστο Πασαλάρη.
Απεχθανόταν τις ταμπέλες και τις κατηγοριοποιήσεις. «Είμαι αριστερή, γιατί όλα πρέπει να περάσουν από εκεί, αλλά και δεξιά, γιατί από εκεί όλα θα φτιάξουν», έλεγε σε πείσμα όλων όσοι κατά καιρούς προσπαθούσαν να την κατατάξουν στη μία ή στην άλλη πλευρά. Παραδεχόταν ότι πάλευε με τις φοβίες της: «Ανέκαθεν προσπαθούσα να μην τις δείξω σε κανέναν, ούτε στον άνδρα μου ούτε στην κόρη μου, ούτε στους συνεργάτες μου. Nα σταθώ απέναντί τους και να μη με πάρουν από κάτω». Συνδιαλέχθηκε με αρχηγούς κρατών, προσωπικότητες της τέχνης και διανοητές. Με βαθιά ελληνικότητα υπηρέτησε την ελεύθερη σκέψη. Η εργογραφία της στη βυζαντινολογία είναι ιδιαίτερα σημαντική και σημείο αναφοράς των μελετητών. Η ακαδημαϊκή πορεία της ήταν αξιοζήλευτη και η ζωή της σαν μυθιστόρημα: διαπρεπής βυζαντινολόγος, πρώτη γυναίκα πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, πρύτανης του Πανεπιστημίου της Ευρώπης, ακαδημαϊκός, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και του Εθνικού Θεάτρου, μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων και διακρίσεων, και πάντα παθιασμένη με την Ιστορία. «Η Ιστορία δεν είναι επιφορτισμένη με την ευθύνη να λύνει τα προβλήματα του μέλλοντος. Απλώς, μας θυμίζει ποιες λύσεις επελέγησαν σε παρόμοιες καταστάσεις. Αλλά, Ιστορία που διδάσκει μόνο μία λύση είναι επικίνδυνη», έλεγε πριν από μερικά χρόνια στην «Κ».
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ τη δεκαετία του ’50 στην Αθήνα.
Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες από την Προύσα της Μικράς Ασίας. Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1926 στον Βύρωνα, στον αριθμό 21 της οδού Κολοκοτρώνη. Αργότερα μετονομάστηκε σε Ιωάννου Μεταξά και μετά έγινε πάλι Κολοκοτρώνη. «Αυτό για εμένα είναι η σύμπτυξη της μοίρας των λαών, που αλλάζουν τα καθεστώτα, τους συμμάχους και την Ιστορία τους την ίδια», έλεγε. Το πατρικό της ήταν φτωχικό και δεν είχε θέρμανση. Είχε όμως έναν γλυκό αναβρασμό: έξι παιδιά μοιράζονταν το ίδιο μικρό δωμάτιο. Η Ελένη έμαθε να γράφει και να διαβάζει πριν πάει στο σχολείο, ακούγοντας τα αδέλφια της.
Το 1945 μπήκε 13η στο Τμήμα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών· «Ευτυχώς, τότε μπορούσαμε ακόμα να δώσουμε εξετάσεις χωρίς το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων», όπως είχε εξηγήσει… Ηταν άριστη φοιτήτρια, διάβαζε πολύ και κάπνιζε αδιάκοπα. Παρέα έκανε με τα αγόρια της Φιλοσοφικής και της Νομικής -τον Λιγνάδη, τον Κοτζιά, τον Σαββίδη, τον Σκαλιώρα, τον Λαμπρία-, και τα δέκα όλα κι όλα κορίτσια του Αρχαιολογικού: τη Λαμπράκη, την Πετσοπούλου, την Τσώση, την Ιωαννίδου, την Τορναρίτη, μεταξύ άλλων. Είχε πάντα μαζί της ένα χάρτινο σκάκι για να παίζουν τις ώρες που δεν είχαν μάθημα. Τα βράδια, οι παρτίδες συνεχίζονται στα βραχάκια του Ηρωδείου, στα διαλείμματα των παραστάσεων.
Το 1953, ως πτυχιούχος πλέον και έχοντας εργαστεί για λίγο στο Κέντρο Μικρασιατικών Ερευνών, αποφάσισε να φύγει για το Παρίσι (σημειωτέον ότι οι γυναίκες δεν είχαν τότε πρόσβαση στην Αρχαιολογική Υπηρεσία). Εκεί συνέχισε τις σπουδές της στην Ecole des Hautes Etudes – στη Γαλλία αφοσιώθηκε στην έρευνα. «Καταδύθηκε» αμέσως στην ανάγνωση ποιητών, χρονικογράφων και ιστορικών του Βυζαντίου και στη μελέτη ιστορικών πηγών. Τρία χρόνια μετά, στο σπίτι του Αρμάν Μεγκλέ, εκδότη των γνωστών καταλόγων Bottin, στη rue des Saints Pères, γνώρισε τον Ζακ Αρβελέρ, φυσικοχημικό, από μεγαλοαστική παρισινή οικογένεια. Καλύτεροι φίλοι του ήταν ο Πωλ Ελυάρ, ο Λουί Αραγκόν, η Σιμόν ντε Μποβουάρ. Το γεγονός ότι δεν μιλούσε ιδιαίτερα αλλά και οι γνώσεις του την έκαναν να νομίζει ότι είναι ένας από τους νεαρούς διανοούμενους λογοτέχνες της παρέας. Ξαναβρέθηκαν όταν η βασίλισσα της Αγγλίας έκανε κρουαζιέρα στον Σηκουάνα και όσοι είχαν σπίτι με μπαλκόνι που έβλεπε στο ποτάμι μάζεψαν την παρέα για να δει το θέαμα. O Ζακ είχε χωρίσει από την πρώτη του σύζυγο και έμενε στην Bûcherie, το αριστοκρατικό ξενοδοχείο απέναντι από τη Notre Dame. Παντρεύτηκαν το 1958. Τον Απρίλιο του 1964, όταν παρέδωσε στον καθηγητή της, διαπρεπή βυζαντινολόγο Πωλ Λεμέρλ, τη διατριβή της με θέμα το Βυζάντιο και τη θάλασσα, ήταν εννέα μηνών έγκυος. Το ίδιο απόγευμα βγήκαν βόλτα με τον Ζακ, έφαγαν παγωτό στο Μονπαρνάς, και την επομένη, στις 11 του μήνα, γέννησε τη Μαρί-Ελέν.
Εγινε καθηγήτρια στη Σορβόννη το 1967. Η ίδια είχε εξηγήσει πώς, στη βιογραφία της «600 μολύβια και 10 βιβλία», γραμμένη από την Αννα Γριμάνη (Γκοβόστης, 2020): «Ο Λεμέρλ είχε αποφασίσει να πάει στο Collège de France, οπότε θα άφηνε τη θέση του, και ήμουν η μόνη που είχα τυπωμένη τη διατριβή μου. Ημασταν τρεις υποψήφιοι. Προηγήθηκαν 126 επισκέψεις στους καθηγητές, ως είθισται. Οταν φτάνω στον Ανρί Βαν Εφαντέρ, τον μεγάλο ελληνιστή, μου λέει: “Δεν θα ψηφίσω σένα, αλλά τον φίλο μου τον Μπομπέρ, που είναι Γάλλος και πρύτανης στην Μπρεστ”. Το ίδιο και η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, κι ας λογιζόμασταν φίλες. “Είμαστε πολλές γυναίκες”, μου λέει εκείνη. Μετά, πάω σε εκείνον που δίδασκε ισπανικά, και μόλις ανοίγω το στόμα μου, με προλαβαίνει: “Θα ψηφίσω σένα”. “Γιατί;” τον ρωτώ. “Γιατί έχεις την ίδια προφορά με μένα!”. Μετά φτάνω στον πιο δεξιό που υπήρχε, τον Nτελόρφ, και, πριν μπω, σκέφτομαι: “Αδικα πάω”. Μου λέει, λοιπόν, εκείνος: “Ξέρω ότι δεν είστε του κύκλου μου, αλλά θα σας ψηφίσω”. “Γιατί θα το κάνετε;”. “Απλούστατα, έχετε δημοσιεύσει τόσα κείμενα, έχετε δημοσιεύσει επιγραφές, έχετε κάνει διπλωματική ιστορία, καλύπτετε όλο τον χώρο των βοηθητικών επιστημών και της βασικής ιστορίας”».
Εγινε καθηγήτρια στη Σορβόννη το 1967. Το πρώτο μέλημά της μόλις διορίστηκε ήταν να συναντήσει τους μελλοντικούς φοιτητές της. «“Παιδιά, ήρθα να δούμε τι θα κάνουμε εφέτος· είμαι η καθηγήτρια στα Βυζαντινά”».
Το πρώτο μέλημά της μόλις διορίστηκε ήταν να συναντήσει τους μελλοντικούς φοιτητές της. «Παιδιά, ήρθα να δούμε τι θα κάνουμε εφέτος· είμαι η καθηγήτρια στα Βυζαντινά», τους είπε. Εκείνοι την κοίταζαν με δυσπιστία. «Ημουν τότε νέα, όμορφη, άκουγαν και την προφορά μου… “Kαμιά τρελή θα ’ναι”, μπορεί να σκέφτονταν. Κατάλαβα ότι δεν με πίστευαν. “Ελάτε στο γραφείο μου, να τα πούμε εκεί”, επέμεινα. Επειτα από λίγη ώρα, ήρθαν πέντε γελαστοί. Τους άνοιξα την πόρτα, ήταν λίγο αμήχανοι. Κάθισαν, συζητήσαμε τα θέματα που τους απασχολούσαν και φεύγοντας έδειξαν τον δέοντα σεβασμό. Μια εβδομάδα μετά, έχουμε συμβούλιο. “Κυρία Αρβελέρ, είδατε τους φοιτητές;”, μου λέει ο κοσμήτορας. Με σκουντάει ο φίλος συνάδελφος Μπερνάρ Γκενέ, ο μεγάλος ακαδημαϊκός: “Ελένη, εδώ δεν λέμε καλημέρα, παρά μόνον στους υφηγητές. Μόνο οι βοηθοί διδάσκουν στα πρώτα έτη· οι καθηγητές στα μεταπτυχιακά”. Ε, μετά από έναν χρόνο έγινε το ’68. Καταλαβαίνετε γιατί…».
Το 1976 έγινε πρύτανης του ιστορικού Πανεπιστημίου της Σορβόννης – η πρώτη γυναίκα στην επτακοσίων ετών ιστορία του. Στην επίσημη δεξίωση εμφανίστηκε με κίτρινο σμόκιν! Οσο διήρκεσε η θητεία της, εφάρμοσε μια βασική αρχή της: «Ουδέποτε στέλνω γραμματείς ή βοηθούς μου σε ανώτερο. Πάντα, εγώ μπροστά, και “το πρόσωπο σπαθί”, όπως μου έλεγε ο πατέρας μου». Ξεκινούσε νωρίς το πρωί τα μαθήματά της, για να ασχοληθεί μετά με τα διοικητικά. Το μεσημέρι πάντα πήγαινε στο σπίτι, για να δει τον Ζακ και τη Μαρί-Ελέν και να μείνουν για λίγο όλοι μαζί. Από το απόγευμα πάλι, δουλειά έως το βράδυ, οπότε άρχιζε ο κύκλος των κοινωνικών υποχρεώσεων – τουλάχιστον μέχρι τα μεσάνυχτα. Οποτε είχε η ίδια καλεσμένους στο σπίτι, έφτιαχνε τις δικές της συνταγές, με δημοφιλέστερο πιάτο τις λαδερές αγκινάρες. «Ετσι λανσαρίστηκε ως πρώτο πιάτο στα περισσότερα καθωσπρέπει γαλλικά σπίτια», έλεγε. Και κάθε φορά που ερχόταν η μητέρα της στο Παρίσι τής έφερνε συνταγές: για τσουρέκια, ψητά κυδώνια, μελομακάρονα… «Βέβαια, ουδέποτε ακολούθησα ακριβώς μια συνταγή, γιατί θεωρώ ότι η καλή κουζίνα είναι και θέμα φαντασίας και καλής καρδιάς. Τη φαντασία την έχω εγώ, την καλή καρδιά ο άντρας μου! Ομως, νιώθω μεγάλη συγκίνηση με τα φύλλα μαγειρικής που είναι γραμμένα από το χέρι των θειάδων μου, από τη γιαγιά μου και τη μάνα μου. Ο,τι καινούργιο από συνταγές, το σημειώνω εκεί».
Το 1956 γνώρισε τον Ζακ Αρβελέρ, φυσικοχημικό, από μεγαλοαστική παρισινή οικογένεια.
Γνώρισε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μέσω της στενής του φίλης Φώφης Λεβέντη, που είχε ιδρύσει και διηύθυνε το Centre Hellénique Culturel – εκείνη την εποχή η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ήταν επίτιμη πρόεδρος. Η φιλία τους γεννήθηκε στο Παρίσι και έγινε ακόμα πιο δυνατή όταν ο Καραμανλής επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την πτώση της χούντας. «Εχω μια λέξη για εκείνον: Δωρικός! Μου είχε μεγάλη εμπιστοσύνη. Πολλές φορές μού τηλεφωνούσε στο Παρίσι: “Tι λες γι’ αυτό;” – ζητούσε τη γνώμη μου. Οταν βγαίναμε για φαγητό, ποτέ δεν συζητούσαμε πολιτικά, μόνο μια φορά μού είπε: “Δεν μου λες, τι έχουν πάθει όλοι αυτοί για τη Μακεδονία; Εγώ Μακεδόνας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μίλησα; Αυτοί γιατί μιλάνε;”. Υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος πολιτικός της Ελλάδας, μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου· αν και εκείνος ήταν πιο μοντέρνος, είχε άλλο πνεύμα. Τον Καραμανλή θα τον συνέκρινα με τον Ντε Γκωλ· τον Ανδρέα με τον Μιτεράν, που τον θεωρώ από τους μεγάλους πολιτικούς, και ανακαινιστή».
Επί πολλές δεκαετίες μετά την αφυπηρέτησή της από τη Σορβόννη μοίραζε το χρόνο της ανάμεσα στη Γαλλία και την Ελλάδα. Ομως από το 1993 που έγινε πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και πολύ περισσότερο από το 2010, όταν ο Ζακ Αρβελέρ έφυγε από τη ζωή, η πλάστιγγα έγειρε προς την πλευρά της πατρίδας της. «Τι θα λέγατε σε ένα νέο παιδί που μόλις πήρε το πτυχίο του και θα φύγει για το εξωτερικό αναζητώντας περισσότερες ευκαιρίες και σε ένα άλλο, που αποφάσισε να μείνει στη χώρα και να το παλέψει εδώ;», την ρώτησα στο πλαίσιο μιας μεγάλης συνέντευξης για την «Κ» το 2019: «Το ίδιο πράγμα και στους δύο: να βγάλουν τη λέξη «αδύνατο» από το λεξιλόγιό τους, να την ξεχάσουν· όλα όσα πέτυχα στη ζωή μου τα κατάφερα γιατί δεν ήξερα πως ήταν αδύνατα, ποτέ δεν μου πέρασε αυτό από το μυαλό», απάντησε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. «Επίσης, να έχουν τα πόδια τους στη γη και το βλέμμα τους ψηλά. Απ’ όλα τα ζωντανά, μόνο ο άνθρωπος μπορεί να κοιτάξει τον ουρανό…»




























