Γράφει ο Γιάννης Παπαδόπουλος
Μετά την απολογία του στην ανακρίτρια για το Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα που εμφάνισε σε τηλεοπτική δημοπρασία και τους πίνακες ζωγραφικής που κατασχέθηκαν από τις αστυνομικές αρχές, καθώς εκτιμήθηκαν από ειδικό της Εθνικής Πινακοθήκης ως πλαστοί, ο Γιώργος Τσαγκαράκης αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους. Πέραν της εγγυοδοσίας των 50.000 ευρώ και την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, επιβλήθηκε και ένας όρος που ίσως συναντάται για πρώτη φορά: του επιτρέπεται η ενασχόληση με τους πίνακες μόνο με πιστοποιητικό γνησιότητας.
Ο κ. Τσαγκαράκης, ευρύτερα γνωστός μέσα από τηλεοπτικές εκπομπές και τις τηλεδημοπρασίες που πραγματοποιούσε, αρνείται τις κατηγορίες που του αποδίδονται και υποστηρίζει ότι δεν προσπάθησε να εξαπατήσει κάποιον. Σχετικά με τους πίνακες που κατασχέθηκαν η υπεράσπισή του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι πολλοί εξ αυτών ήταν «παμπάλαια κειμήλια» που τα είχε κληρονομήσει από τους γονείς του. Ακόμη ο δικηγόρος του, Μιχάλης Δημητρακόπουλος, αμφισβήτησε τη διαδικασία ελέγχου βάσει της οποίας κρίθηκε η πλαστότητα εκατοντάδων κατασχεμένων έργων τέχνης.
Ωστόσο, σε μια γκρίζα αγορά όπως η ελληνική, δεν διευκρινίζεται από τους περιοριστικούς όρους που επιβλήθηκαν πώς θα εξασφαλίζονται τα πιστοποιητικά γνησιότητας ή πώς θα εγγυάται κάποιος την εγκυρότητά τους. Οπως έχει φανεί σε παλαιότερες υποθέσεις στη χώρα μας, οι πλαστογράφοι πέρα από τον καμβά μπορεί να παρεμβαίνουν και στις υποτιθέμενες πραγματογνωμοσύνες που τον συνοδεύουν.
Σύσταση μητρώου
Ο νέος νόμος 5271 για την καταπολέμηση της πλαστογραφίας στην τέχνη ψηφίστηκε τον περασμένο Ιανουάριο και προβλέπει τη σύσταση μητρώου ορκωτών πραγματογνωμόνων. Οσοι εγγράφονται στο μητρώο θα πρέπει να διαθέτουν σχετικά πτυχία και πολυετή εμπειρία, θα περνούν από εξετάσεις και επιμορφωτικά σεμινάρια. Το μητρώο δεν έχει συσταθεί καθώς πρέπει να οριστικοποιηθούν και να εκδοθούν οι εφαρμοστικές διατάξεις του νέου νόμου. Η Πινακοθήκη προβαίνει σε ελέγχους γνησιότητας μόνο έπειτα από αιτήματα αστυνομικών και δικαστικών αρχών.
Συνήθης τακτική κυκλωμάτων διακίνησης πλαστών έργων τέχνης είναι η κατάρτιση ψευδών εκτιμήσεων αυθεντικότητας από ιστορικούς τέχνης, οι οποίοι δεν βρίσκονται στη ζωή
Μία από τις συνήθεις τακτικές των κυκλωμάτων διακίνησης πλαστών έργων τέχνης περιλαμβάνει την κατάρτιση ψευδών εκτιμήσεων αυθεντικότητας από ιστορικούς τέχνης, οι οποίες δήθεν αποκτήθηκαν πριν από δεκαετίες. Επιλέγονται πρόσωπα που δεν βρίσκονται στη ζωή και δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τη γνησιότητα της πραγματογνωμοσύνης που αποδίδεται σε αυτούς.
Υπόψη της «Κ» είχε τεθεί παλαιότερα μία σχετική περίπτωση πλαστού έργου του Μαλέα. Το αγόρασε πριν από χρόνια ένας συλλέκτης στην Αθήνα από κάποιον «πλασιέ» πινάκων. Στην πίσω όψη του φέρει μια σφραγίδα από τον πρώην διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Δημήτρη Παπαστάμο, ο οποίος απεβίωσε το 2008, καθώς και μια υποτιθέμενη υπογραφή του. Το πιστοποιητικό γνησιότητας είναι γραμμένο σε υπολογιστή και σημειώνεται ότι συντάχθηκε το 1983. Ωστόσο αυτό θα ήταν αδύνατο, καθώς η στοίχιση των λέξεων και η ενσωμάτωση έγχρωμων φωτογραφιών δεν ήταν εφικτή με τις δυνατότητες που είχαν οι κειμενογράφοι εκείνης της εποχής.
Τον Ιανουάριο του 2024 στο σπίτι συλληφθέντος για υπόθεση πλαστογραφίας οι αστυνομικοί εντόπισαν διάφορα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονταν αναφορές για αγοραπωλησίες πινάκων, εκτιμήσεις αυθεντικότητας, καθώς και ιστορικά προέλευσης και κατοχής έργων τέχνης. Σε ένα από αυτά τα έγγραφα αναφερόταν ότι ένας υποτιθέμενος πίνακας του Πικάσο και ένα μπλοκ ζωγραφικής που αποδιδόταν στον Καντίνσκι είχαν πωληθεί το 1986 από συνεργάτη του γκαλερίστα και συλλέκτη Αλέξανδρου Ιόλα. Η «Κ» είχε επικοινωνήσει τότε τηλεφωνικά με τον άνθρωπο που φέρεται να είχε πουλήσει τα δύο αντικείμενα και εκείνος διέψευσε κατηγορηματικά οποιαδήποτε συναλλαγή.
Τον Φεβρουάριο του 2024 σε έρευνες της αστυνομίας στο Κολωνάκι σε εργαστήριο πλαστών έργων τέχνης, εκτός από πίνακες κατασχέθηκαν και σφραγίδες που παραπέμπουν σε επίσημους κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς, ιδρύματα και γκαλερί της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ρουμανίας.
«Αλλαζε μόνο το όνομα»
Τον Ιούνιο του 2025 συνελήφθησαν 13 άτομα σε παράλληλες εφόδους στην Αττική. Μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκονταν οι φερόμενοι ως δημιουργοί πλαστών έργων τέχνης, ιδιοκτήτες παλαιοπωλείων στο Μαρούσι και στα Μελίσσια, καθώς και ο ιδιοκτήτης ενός φωτοτυπείου. Σύμφωνα με αστυνομική πηγή που έχει γνώση εκείνης της υπόθεσης, κύριο σημάδι της πλαστότητας των πινάκων που κατασχέθηκαν ήταν τα υποτιθέμενα πιστοποιητικά γνησιότητας που είχαν κολλημένα οι πίνακες στην πίσω όψη τους. Ηταν όλα «σεταρισμένα», αναφέρει αστυνομικός. «Είχαν παρόμοιες γραμμές, σφραγίδες και γραφικό χαρακτήρα. Το μόνο που άλλαζε ήταν το όνομα του καλλιτέχνη».




























