Της Σοφίας Σπίγγου
Στο επίκεντρο ποινικής προκαταρκτικής έρευνας βρίσκονται πλέον ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος και ακόμη πέντε πρόσωπα έπειτα από έρευνα της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος. Η έρευνα των ελεγκτών οδήγησε στο «πάγωμα» των τραπεζικών λογαριασμών του προβεβλημένου συνδικαλιστή και πέντε προσώπων. Φέρεται να εμπλέκονται σε υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων που προορίζονταν για εκπαιδευτικά προγράμματα από το ελληνικό Δημόσιο και την Ε.Ε., αλλά και σε ξέπλυμα μαύρου χρήματος.
Στο πόρισμα που συνέταξε ο επικεφαλής της Αρχής, Χαράλαμπος Βουρλιώτης, και έχει διαβιβαστεί στον εισαγγελέα με ενδείξεις για τα κακουργήματα της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, εμπλέκονται ακόμη πέντε φυσικά πρόσωπα και έξι εταιρείες για τις οποίες έχει διαταχθεί δέσμευση λογαριασμών τους, ενώ η δέσμευση επεκτείνεται και σε δύο ακίνητα των ελεγχόμενων προσώπων.
«Πρωταγωνιστικός» ρόλος αποδίδεται στον Γιάννη Παναγόπουλο, ο οποίος φέρεται με την ιδιότητά του ως προέδρου τριών κέντρων και ινστιτούτων επαγγελματικής κατάρτισης και εκπαίδευσης (Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ, Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ και Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής ΓΣΕΕ), με τη συνδρομή και άλλων φυσικών προσώπων, να υπεξαιρούσε χρήματα που προορίζονταν για προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης.
«Παγώνουν» οι λογαριασμοί έξι προσώπων και έξι εταιρειών – Φέρεται να εμπλέκονται σε υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων, αλλά και σε ξέπλυμα μαύρου χρήματος
Χρηματοδοτήσεις
Στο «στόχαστρο» της Αρχής τέθηκαν χρηματοδοτήσεις που ξεπερνούν συνολικά το ποσό των 73 εκατ. ευρώ, οι οποίες ελήφθησαν τη χρονική περίοδο από το 2020 έως και το 2025 από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ερευνήθηκε ενδελεχώς ο τρόπος διάθεσης αυτών των κονδυλίων, ενώ από την ανάλυση των οικονομικών δεδομένων και ιδίως από την ανάλυση της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας των εμπλεκομένων προσώπων και εταιρειών προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων.
Η χαρτογράφηση της διαδρομής χρήματος φέρεται να έδειξε πως ο γνωστός συνδικαλιστής προχωρούσε σε απευθείας αναθέσεις ή αναθέσεις μέσω διαγωνισμών των δημόσιων έργων σε συγκεκριμένες εταιρείες, καθώς και σε άλλες ενδιάμεσες εταιρείες στις οποίες διοχέτευε συστηματικά κεφάλαια, και οι οποίες εναλλάσσονταν μεταξύ τους ως ανάδοχοι των έργων.
Μάλιστα, αρκετές από τις απευθείας αναθέσεις δεν είχαν αναρτηθεί στη «Διαύγεια», ενώ σε περιπτώσεις αναθέσεων με διαγωνισμό διαπιστώθηκε ότι οι ελεγχόμενες εταιρείες συμμετείχαν εναλλάξ για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα σε πολλούς διαγωνισμούς για την ανάληψη του έργου και επιλέγονταν ως ανάδοχοι από την αρμόδια επιτροπή, στην οποία πρόεδρος ήταν ο ίδιος ο συνδικαλιστής.
Την προσοχή των ελεγκτικών μηχανισμών κέντρισε όμως το γεγονός ότι ορισμένες από τις εταιρείες δεν παρουσίαζαν καμία δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και προσωπικού για την υλοποίηση των έργων και μέρος των κονδυλίων λαμβανόταν με τη μορφή μετρητών απευθείας. Ο συνδυασμός των ευρημάτων καταδεικνύει, κατά την Αρχή, πως οι εταιρείες αυτές είχαν τον ρόλο «οχημάτων», δηλαδή δεν είχαν πραγματική επιχειρηματική υπόσταση. Σύμφωνα με όσα φέρεται να αναφέρει το πόρισμα της Αρχής, η μέθοδος αυτή ακολουθήθηκε για να προσδώσει «πέπλο» νομιμότητας σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000 ευρώ για την παροχή δήθεν υπηρεσιών εκ μέρους των εταιρειών. Κατά την ίδια εκτίμηση, η μεθόδευση αυτή συνιστά τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και στοχευμένη συγκάλυψη της πραγματικής διάθεσης των κονδυλίων που προέρχονταν από τις συμβάσεις. Στο πόρισμα καταγράφονται, μεταξύ άλλων, μεταφορές χρηματικών ποσών σε ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων με τις εταιρείες φυσικών προσώπων, χωρίς νόμιμη ή επαρκή αιτιολογία, καθώς και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών συνολικού ύψους άνω του 1,5 εκατ. ευρώ. Το μοτίβο των συναλλαγών δείχνει εκτροπή των κεφαλαίων από τον σκοπό για τον οποίο είχαν ληφθεί, με τελικό αποδέκτη τα ίδια τα ελεγχόμενα πρόσωπα.
Η είδηση της δέσμευσης των λογαριασμών του προκάλεσε και το αίτημα του γραμματέα της ΚΠΕ ΠΑΣΟΚ, Ανδρέα Σπυρόπουλου, ο οποίος ζήτησε την αναστολή της ιδιότητας του κομματικού μέλους του Γιάννη Παναγόπουλου έως την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης για την οποία ερευνάται από τις αρμόδιες αρχές.
Θέμα χρόνου η αποκατάσταση της αλήθειας, λέει ο Παναγόπουλος
Της Ρούλας Σαλούρου
«Είμαι στη διάθεση της Δικαιοσύνης… δεν έχω να φοβηθώ τίποτα. Η αποκατάσταση της αλήθειας είναι θέμα χρόνου», δήλωσε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος με αφορμή την είδηση για δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων, μέχρι του ποσού των 2 εκατ. ευρώ, του ιδίου και άλλων πέντε εμπλεκομένων που σύμφωνα με πληροφορίες ελέγχονται από την Αρχή για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές δραστηριότητες.
Η δημοσιοποίηση της είδησης βρήκε τον κ. Παναγόπουλο να τοποθετείται στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας και την Κοινωνική Συμφωνία μεταξύ της ΓΣΕΕ, των εργοδοτικών φορέων και της κυβέρνησης, που στόχο έχει την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Μιας συμφωνίας που, σύμφωνα με τους συνδικαλιστές, βάζει έπειτα από χρόνια τη ΓΣΕΕ στο κάδρο των συνομιλιών και βγάζει την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση και ευρύτερα το συνδικαλιστικό κίνημα από την αφάνεια.
Τον βρίσκει επίσης, όπως επισημαίνουν συνοδοιπόροι του και συνδικαλιστικοί αντίπαλοί του, λίγους μήνες πριν από το προγραμματισμένο για τον Απρίλιο επόμενο συνέδριο της Συνομοσπονδίας, με τον κ. Παναγόπουλο να έχει από καιρό εκφράσει την επιθυμία να είναι ξανά υποψήφιος πρόεδρος. Είναι ήδη 18 χρόνια σε αυτή τη θέση και 71 ετών…
Οσο για την ουσία της υπόθεσης, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ σε γραπτή ανακοίνωσή του ξεκαθαρίζει ότι «μέχρι στιγμής δεν του έχει επιδοθεί κανένα εισαγγελικό πόρισμα, ώστε να γνωρίζει με ακρίβεια ποιες είναι οι εις βάρος του κατηγορίες και πώς αυτές στοιχειοθετούνται». Και πράγματι, όπως επισημαίνουν στην «Κ» έγκριτοι νομικοί, από τις πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας προκαλείται σύγχυση ως προς το ποιοι και γιατί κατηγορούνται. Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, το Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης του ΙΝΕ και το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής, των οποίων είναι πρόεδρος ο Γιάννης Παναγόπουλος (ως πρόεδρος της ΓΣΕΕ), είναι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Δημοσίου. Επίσης, δεν έχουν υποχρέωση να πραγματοποιούν δημόσιους διαγωνισμούς για να συνεργαστούν π.χ. με εταιρείες επικοινωνίας, εκτύπωσης, πραγματοποίησης συνεδρίων και ελέγχου της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Τέτοιες φαίνεται πως είναι οι εταιρείες των οποίων οι επικεφαλής φέρονται ως ελεγχόμενοι, παράλληλα με τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ. Και τέλος, ξεκαθαρίζουν ότι η ΓΣΕΕ και το ΙΝΕ δεν διαχειρίζονται κοινοτικά κονδύλια ή χρήματα του κράτους, αλλά χρήματα που προέρχονται από τις εισφορές των ιδίων των εργαζομένων. Τα οποία μέχρι πρότινος εισέπραττε το Δημόσιο και τα απέδιδε ως πόρο στη ΓΣΕΕ. Πλέον, τα χρήματα αυτά, με τον νόμο Χατζηδάκη, θα τα διαχειρίζονται μέσω του ΕΛΕΚ, οι κοινωνικοί εταίροι.
Αυτό βεβαίως, υπογραμμίζουν όλοι όσοι μίλησαν στην «Κ», «δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει φωτιά, αφού υπάρχει καπνός». Απλώς θα πρέπει ο εισαγγελέας να το διερευνήσει και να αποφανθεί.
Το συνέδριο
Ο κ. Παναγόπουλος, πάντως, στη δήλωσή του χαρακτηρίζει τις κατηγορίες αβάσιμες και ανυπόστατες και επισημαίνει ότι μόλις πάρει το πόρισμα της Αρχής θα δώσει τις απαντήσεις του. «Στη διαδρομή μου στέκομαι πάντα όρθιος και δυνατός. Το ίδιο θα κάνω και τώρα», υπογραμμίζει και δηλώνει πως θα πρέπει να κρύβονται οι συκοφάντες, καθώς θα προσφύγει στα εθνικά και ευρωπαϊκά δικαστήρια. Τέλος, αναφέρεται στο συνέδριο της ΓΣΕΕ σημειώνοντας ότι με καθαρή τη συνείδησή του θα αγωνιστεί για την τιμή και την αξιοπρέπειά του και δηλώνοντας αποφασισμένος να οδηγήσει την παράταξή του σε ένα νικηφόρο συνέδριο της Συνομοσπονδίας.




























