Kathimerini.gr
Το χρυσαυγίτικο κονβόι αποτυπώθηκε από κάμερες ασφαλείας στην οδό Παναγή Τσαλδάρη στο Κερατσίνι. Μπροστά βρίσκονταν οκτώ μοτοσικλέτες και πίσω ακολουθούσαν δύο αυτοκίνητα με πρώτο το ασημί Nissan Almera του Γιώργου Ρουπακιά. Είχε προηγηθεί η αποστολή ενός μηνύματος του πυρηνάρχη της Νίκαιας Γιώργου Πατέλη στα κινητά τους: «Ολοι τώρα στην τοπική. Οσοι είσαστε κοντά. Δεν θα περιμένουμε μακρινούς». Λίγα λεπτά μετά την κινητοποίηση του χρυσαυγίτικου τάγματος, ξημερώματα της 18ης Οκτωβρίου 2013, ο Παύλος Φύσσας έπεσε μαχαιρωμένος στο πεζοδρόμιο. Είχε δεχτεί χτυπήματα από τον Ρουπακιά σε ζωτικά όργανα. Εφερε ένα τραύμα στον άνω λοβό του αριστερού πνεύμονα και ένα ακόμη στην καρδιά.
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα αποτέλεσε την αφορμή για να συσχετιστούν δικογραφίες από άλλες εγκληματικές ενέργειες και να ερευνηθεί από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές για πρώτη φορά συνεκτικά και σε βάθος η δράση του νεοναζιστικού μορφώματος. Χθες, 13 χρόνια μετά τη δολοφονία Φύσσα, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών επικύρωσε την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση. Η Μάγδα Φύσσα, μητέρα του δολοφονηθέντος Παύλου, χαρακτήρισε την απόφαση ιστορική. «Κέρδισαν η αλληλεγγύη, η αγάπη και η ειρήνη», δήλωσε χθες. «Η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση». Ο Φύσσας δεν ήταν το μοναδικό θύμα. Το 2014, προτού ξεκινήσει η δίκη σε πρώτο βαθμό ακόμη, δικηγόροι της πολιτικής αγωγής κατέθεσαν στο Εφετείο ένα υπόμνημα 223 σελίδων στο οποίο παρέθεταν δεκάδες άλλες εγκληματικές ενέργειες, όπως οι δολοφονίες του Σαχζάτ Λουκμάν στα Πετράλωνα το 2013 και του Αλίμ Αμπντούλ Μάναν στο ρατσιστικό πογκρόμ του 2011 στο κέντρο της Αθήνας.
«Η επιβεβαίωση»
«Το ζητούμενο ήταν η διερεύνηση και απόδοση ποινικών ευθυνών στο διευθυντικό κέντρο της οργάνωσης, δηλαδή η επιβεβαίωση αυτού που έλεγαν επί δεκαετίες οι αντιφασιστικές και αντιρατσιστικές οργανώσεις και οι μεταναστευτικές κοινότητες, ότι οι εγκληματικές πράξεις αποφασίζονταν, εκπορεύονταν και συγκαλύπτονταν από την ηγεσία της Χρυσής Αυγής που είχε ενδυθεί τον μανδύα νόμιμου πολιτικού κόμματος. Αυτό αποτελεί πλέον τελεσίδικη κρίση των δικαστικών αρχών», δηλώνει ο Θανάσης Καμπαγιάννης, συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας για την επίθεση που είχαν δεχτεί οι Αιγύπτιοι αλιεργάτες. «Πλέον θεσμικά το ίδιο το κράτος δεν μπορεί να δηλώνει άγνοια για τέτοια φαινόμενα σε περίπτωση που εμφανιστούν με την ίδια ή άλλη μορφή στο μέλλον», λέει στην «Κ» η Ελευθερία Τομπατζόγλου, συνήγορος της οικογένειας Φύσσα.
Σε αυτό το μακρύ χρονικό της βίας και των ρατσιστικών επιθέσεων, αρκετά χρόνια προτού η Χρυσή Αυγή εισέλθει στη Βουλή το 2012, υπήρξε η ευκαιρία να αντιμετωπιστεί ποινικά ως ομάδα εγκληματιών. Τον Απρίλιο του 1996 δέκα μέλη της οργάνωσης «Σοσιαλιστική Επανάσταση» δέχτηκαν την επίθεση 15 ροπαλοφόρων της Χρυσής Αυγής στη Φωκίωνος Νέγρη. Τα θύματα κατέθεσαν μήνυση τότε ζητώντας την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του νεοναζιστικού μορφώματος για τα αδικήματα του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική διάταξη τότε αφορούσε τη σύσταση συμμορίας που ήταν πλημμέλημα.
Απαριθμούσαν στη μήνυσή τους και άλλα περιστατικά κλιμακούμενης βιαιότητας. Επισήμαναν ότι οι κινήσεις των χρυσαυγιτών γίνονταν βάσει σχεδίου, με ιεράρχηση στόχων και καθοδήγηση. «Πρόκειται για συγκροτημένη σε συμμορία ομάδα, στην οποία υπάρχουν οι πολιτικοί καθοδηγητές, εμπνευστές και οργανωτές των επιθέσεων. Το “σιδερένιο (κυριολεκτικά) χέρι” που εκτελεί το σχέδιο, προπηλακίζει, επιτίθεται, τραυματίζει, ίσως αύριο σκοτώσει», προειδοποιούσαν. Παρά τις έγκαιρες επισημάνσεις τους, ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν προχώρησε τότε στην άσκηση της σχετικής δίωξης και δεν εξετάστηκαν με αφορμή εκείνη την υπόθεση η δομή και η ιεραρχία της οργάνωσης.




























