Πριν από ένα χρόνο, ο Ντόναλντ Τραμπ προέβλεπε ότι οι υψηλοί εμπορικοί δασμοί θα έκαναν τον κύριο οικονομικό αντίπαλο της Αμερικής να υποκύψει. Αυτή την εβδομάδα ταξιδεύει στην Κίνα με σαφώς μετριοπαθέστερη στάση: Καθώς οι δικαστικές αποφάσεις κατά των δασμών υπονόμευσαν τις φιλοδοξίες του, οι βλέψεις του τώρα περιορίζονται σε συμφωνίες για σόγια, βόειο και Boeing, αλλά κυρίως στη βοήθεια της Κίνας για μία λύση στο «ναρκοπέδιο» του Ιράν, ένα από τα μεγάλα «αγκάθια» του Τραμπ στον δρόμο προς τις ενδιάμεσες εκλογές.
Οι μέτριες προσδοκίες για την «υψηλού συμβολισμού» σύνοδο κορυφή των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου καταδεικνύουν πως η πομπώδης προσέγγιση του Τραμπ δεν κατάφερε να προσφέρει κάποιο πλεονέκτημα πριν από τις συνομιλίες, σημειώνει το Reuters επικαλούμενο αναλυτές.
«Ο Τραμπ χρειάζεται την Κίνα περισσότερο από ό,τι η Κίνα χρειάζεται αυτόν», δήλωσε ο Αλεχάντρο Ρέγιες, καθηγητής κινεζικής εξωτερικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ.
«Χρειάζεται μια νίκη στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής: μια νίκη που να δείχνει ότι επιδιώκει να διασφαλίσει τη σταθερότητα στον κόσμο και ότι δεν περιορίζεται απλώς στο να διαταράσσει την παγκόσμια πολιτική», πρόσθεσε ο Ρέγιες.
Ως προς τον Σι Τζιμπίνγκ, αν και ο συνεχιζόμενος εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ και η σύγκρουση στο Ιράν παραμένουν αγκάθι για τον ίδιο από οικονομική άποψη, στο πολιτικό πεδίο συνιστούν «δώρο», δίνοντάς του στρατηγικό πλεονέκτημα.
Οπως, πάντως, εκτιμά το BΒC, η συνάντηση κορυφής μεταξύ των δύο ισχυρότερων ηγετών του κόσμου αναμένεται να είναι μία από τις πιο σημαντικές των τελευταίων ετών που θα μπορούσε να θέσει τα θεμέλια των μελλοντικών συνεργασιών – ή συγκρούσεων.

Μεγαλοπρέπεια σε ρηχά νερά
Από τον περασμένο Οκτώβριο και την τελευταία σύντομη συνάντησή τους σε μια αεροπορική βάση στη Νότια Κορέα, όπου ο Τραμπ ανέστειλε τους τριψήφιους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα και ο Σι απέσυρε την απειλή του να περιορίσει την παγκόσμια προσφορά σπάνιων γαιών, η Κίνα έχει εντείνει αθόρυβα τα μέσα οικονομικής πίεσης που χρησιμοποιεί εναντίον της Ουάσιγκτον, σημειώνει το Reuters.
Η συνάντηση αυτής της εβδομάδας στην κινεζική πρωτεύουσα αναμένεται μεγαλοπρεπής, με επίσκεψη στον περίβλεπτο Ναό του Ουρανού, μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, σύνοδο κορυφής στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, και επίσημα δείπνα.
Ωστόσο, παρά την ειδικού συμβολισμού υποδοχή και τις μεγαλοπρέπειες, οι στόχοι θα κινηθούν σε ρηχά νερά, με τις δύο πλευρές να περιορίζονται σε λιγοστές συμφωνίες και τη ρύθμιση μηχανισμών για τη διαχείριση του εμπορίου. Παραμένει δε, ασαφές εάν οι ηγέτες θα συμφωνήσουν να παρατείνουν την εμπορική εκεχειρία, σύμφωνα με αξιωματούχους που εμπλέκονται στον σχεδιασμό.
Ο Τραμπ θα συνοδεύεται από διευθύνοντες συμβούλους, όπως ο Ελον Μασκ της Tesla και ο Τιμ Κουκ της Apple, αν και η επιχειρηματική αντιπροσωπεία είναι μικρότερη από ό,τι κατά την τελευταία επίσκεψή του στο Πεκίνο το 2017.
Εκτός από το εμπόριο, ο Τραμπ δήλωσε τη Δευτέρα ότι θα συζητήσει με τον Σι τις πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν και την υπόθεση του φυλακισμένου μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης Τζίμι Λάι. Οι οικογένειες δύο Αμερικανών που βρίσκονται φυλακισμένοι στην Κίνα για πάνω από μια δεκαετία καλούν επίσης τον Τραμπ να επιδιώξει την απελευθέρωσή τους.
«Μας εκμεταλλεύονταν για χρόνια με τους προηγούμενους προέδρους μας, και τώρα τα πάμε πολύ καλά με την Κίνα», δήλωσε ο Τραμπ. «Τον σέβομαι πολύ (τον Σι) και ελπίζω να με σέβεται και αυτός».
Μία μάχη μετά την άλλη
Το κλίμα έχει αλλάξει δραματικά από τότε που ο Τραμπ δήλωνε, σε ανάρτηση στο Truth Social τον Απρίλιο του 2025, ότι οι δασμοί του θα έκαναν την Κίνα να συνειδητοποιήσει ότι οι «ημέρες της εκμετάλλευσης» των ΗΠΑ είχαν παρέλθει.
Οι δασμοί τελικά ώθησαν το Πεκίνο στον περιορισμό εξαγωγών σπάνιων γαιών, αποκαλύπτοντας την ακραία εξάρτηση της Δύσης από στοιχεία ζωτικής σημασίας για την κατασκευή παντός είδους προϊόντων, από ηλεκτρικά αυτοκίνητα έως όπλα, και τελικά οδηγώντας στην εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ Τραμπ και Σι.
Εκτοτε, ο Τραμπ έχει ξεκινήσει πληθώρα άλλων «πολέμων» – με εισαγωγικά και χωρίς: την απαγωγή και απομάκρυνση από την εξουσία του ηγέτη της Βενεζουέλας, το μπαράζ απειλών για προσάρτηση της Γροιλανδίας και τελικά τον πόλεμο κατά του Ιράν, που έχει βυθίσει τη Μέση Ανατολή στο χάος, πυροδοτώντας παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Υπό την πίεση της αμερικανικής γνώμης -που κατά 60% αποδοκιμάζει τον πόλεμο στο Ιράν- ο Τραμπ φιλοδοξεί να εμπλέξει την Κίνα σε ένα διαμεσολαβητικό ρόλο με την Τεχεράνη για τον τερματισμό του πολέμου. Η Κίνα διατηρεί σχέσεις με το Ιράν και παραμένει σημαντικός καταναλωτής των εξαγωγών πετρελαίου της χώρας.
Ενώ η Κίνα θα ήθελε να δει μία έκβαση που θα αποδυνάμωνε την αμερικανική ισχύ, δεν είναι στο απυρόβλητο του οικονομικού κόστους μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, σημειώνει ο Ματ Ποτίνγκερ, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ.
«Δεν υπάρχει καμία χώρα της οποίας τα εθνικά συμφέροντα εξυπηρετεί η διαιώνιση της κρίσης της Μέσης Ανατολής», λέει, στο ίδιο μήκος κύματος, ο Αλι Γουάιν, ανώτερος σύμβουλος της International Crisis Group. Ενώ «η Κίνα είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένη από πολλούς συμμάχους και εταίρους των ΗΠΑ στην Ασία να αντέξει μια βραχύβια διατάραξη της εμπορικής ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ, μια μακροπρόθεσμη διακοπή γίνεται πιο προβληματική».
Το «χαρτί» της Ταϊβάν
Παρόλα αυτά, μιας και το Πεκίνο φαίνεται να έχει στην παρούσα φάση το πλεονέκτημα, δεν θα εμπλακεί χωρίς ανταλλάγματα, με την Ταϊβάν να βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας του Σι, σύμφωνα με το Reuters.
Ορισμένοι αναλυτές προβλέπουν πως η Ταϊβάν θα λειτουργήσει ως διαπραγματευτικό χαρτί της Κίνας ενώ άλλοι φοβούνται πως μια συμφωνία θα μπορούσε ακόμα και να ενθαρρύνει το Πεκίνο προς την οδό της βίαιης κατάληψης της Ταϊβάν.
Ακόμη και μια ανεπαίσθητη διαφοροποίηση στις διπλωματικές διατυπώσεις της Ουάσιγκτον, λένε αναλυτές, είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχία στην Ταϊπέι σχετικά με τις δεσμεύσεις του σημαντικότερου υποστηρικτή της.
Οποιαδήποτε ρητορική χαλάρωση εκ μέρους του Τραμπ, ακόμη και ασαφής, θα αποτελούσε «το πιο αποσταθεροποιητικό αποτέλεσμα» της συνόδου κορυφής, δήλωσε στο CNBC η Μπόνι Γκλέιζερ, διευθύντρια του προγράμματος για τον Ινδο-Ειρηνικό στο German Marshall Fund των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Μια σιωπηρή ή ρητή συμφωνία στην οποία η Ουάσιγκτον φαίνεται να παραχωρεί σφαίρα επιρροής στο Πεκίνο όσον αφορά την Ταϊβάν» σε αντάλλαγμα για παραχωρήσεις σε άλλους τομείς, θα μπορούσε να ενθαρρύνει την Κίνα να λάβει πιο επιθετικά μέτρα για να υπονομεύσει την αυτονομία της Ταϊβάν, δήλωσε η Γκλέιζερ.
Σημειώνεται πως τον Δεκέμβριο οι ΗΠΑ ενέκριναν εξοπλιστικό πακέτο 11 δισ. δολαρίων για την Ταϊβάν, αν και οι παραδόσεις όπλων δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει. Οι πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν αποτελούν σταθερά σημείο τριβής μεταξύ των δύο χωρών, με το Πεκίνο να κατηγορεί την Ουάσιγκτον για παραβίαση της αρχής της «μίας Κίνας».
Σύμφωνα με αναλυτές, «νίκη» θα συνιστούσε για τον Τραμπ ακόμη και η παράταση της εμπορικής εκεχειρίας και η διατήρηση των σχέσεων σε σταθερή βάση.
Αυτό σημαίνει ότι το πιθανότερο αποτέλεσμα θα είναι «μια επιφανειακή εκεχειρία που θα ευνοεί σε μεγάλο βαθμό την Κίνα», δήλωσε ο Σκοτ Κένεντι από το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών (CSIS).




























