Kathimerini.gr
Την ώρα που η ιρανική ηγεσία απορρίπτει δημοσίως κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για τον τερματισμό των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων, στο παρασκήνιο φαίνεται ότι έγινε μια μυστική προσπάθεια επαφής.
Σύμφωνα με αξιωματούχους που έχουν ενημερωθεί για το ζήτημα, μία ημέρα μετά την έναρξη των επιθέσεων, στελέχη του ιρανικού υπουργείου Πληροφοριών προσέγγισαν έμμεσα τη CIA μέσω υπηρεσίας πληροφοριών τρίτης χώρας, προτείνοντας να συζητηθούν όροι για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Αξιωματούχοι των ΗΠΑ εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το κατά πόσο η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί πραγματική προσπάθεια αποκλιμάκωσης. Oπως αναφέρουν, τουλάχιστον προς το παρόν ούτε η διοίκηση Τραμπ ούτε το Ιράν φέρονται να είναι έτοιμοι να αναζητήσουν άμεσα μια διέξοδο από τον πόλεμο.
Την πληροφορία για την προσέγγιση προς τη CIA περιέγραψαν αξιωματούχοι της Μέσης Ανατολής και μιας δυτικής χώρας στους New York Times υπό τον όρο της ανωνυμίας. Ο Λευκός Οίκος και η ιρανική κυβέρνηση δεν απάντησαν σε αιτήματα σχολιασμού, ενώ και η CIA αρνήθηκε να σχολιάσει.
Η επαφή αυτή, ωστόσο, αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: κατά πόσο υπάρχουν ακόμη αξιωματούχοι στο Ιράν που θα μπορούσαν να συνάψουν μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, τη στιγμή που η ηγεσία της χώρας βρίσκεται σε αναταραχή και κορυφαία στελέχη της σκοτώνονται σε ισραηλινά πλήγματα.
Ισραηλινοί αξιωματούχοι, οι οποίοι επιδιώκουν μια παρατεταμένη στρατιωτική επιχείρηση με στόχο να προκληθεί η μέγιστη δυνατή ζημιά στις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και ενδεχομένως να οδηγηθεί σε κατάρρευση η κυβέρνηση της χώρας, έχουν παροτρύνει τις ΗΠΑ να αγνοήσουν την προσέγγιση. Προς το παρόν, στην Ουάσιγκτον η πρόταση δεν θεωρείται σοβαρή.
Ο ίδιος ο Τραμπ, αφού για ημέρες άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων, έγραψε την Τρίτη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι πλέον είναι «πολύ αργά» για συνομιλίες με το Ιράν. Μιλώντας αργότερα σε δημοσιογράφους, σημείωσε ότι πολλοί από τους Ιρανούς αξιωματούχους που οι ΗΠΑ θεωρούσαν πιθανούς μελλοντικούς ηγέτες έχουν ήδη σκοτωθεί στις επιθέσεις.
Το δίλημμα της Ουάσιγκτον
Η μυστική αυτή προσέγγιση και η αποσταθεροποίηση της ιρανικής ηγεσίας αναδεικνύουν το βασικό δίλημμα που αντιμετωπίζει η Ουάσιγκτον: ποια μορφή εξουσίας θα μπορούσε να προκύψει στο Ιράν μετά τον πόλεμο. Αρχικά, ο Τραμπ είχε μιλήσει για το ενδεχόμενο λαϊκής εξέγερσης που θα ανέτρεπε το καθεστώς. Πλέον εμφανίζεται πιο πραγματιστής, εξετάζοντας το ενδεχόμενο να αναδειχθούν πιο μετριοπαθείς μορφές εξουσίας μέσα από το υπάρχον πολιτικό σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, αξιωματούχοι της διοίκησης Τραμπ εκτιμάται ότι θα απαιτήσουν ως προϋπόθεση για τον τερματισμό των βομβαρδισμών την εγκατάλειψη ή τον δραστικό περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων και της στήριξης σε οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ. Σε αντάλλαγμα, ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να επιτρέψει στους επιζώντες ηγέτες του Ιράν να διατηρήσουν την πολιτική και οικονομική τους ισχύ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει μάλιστα αναφερθεί στο παράδειγμα της Βενεζουέλας ως μοντέλο για μια πιθανή διευθέτηση. Μετά τη σύλληψη Μαδούρο, ο διάδοχός του αποδέχθηκε, υπό την απειλή περαιτέρω πίεσης, να παραχωρήσει στις ΗΠΑ τον έλεγχο των εξαγωγών πετρελαίου με περιορισμένες απαιτήσεις πολιτικών μεταρρυθμίσεων.
Αναλυτές, ωστόσο, προειδοποιούν ότι η εξέλιξη της κρίσης στο Ιράν είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί. Πριν από την έναρξη των επιθέσεων, η CIA είχε εκπονήσει εκτίμηση πληροφοριών για πιθανά σενάρια σχετικά με τη μορφή της ηγεσίας που θα μπορούσε να προκύψει μετά από μια στρατιωτική επιχείρηση. Σύμφωνα με αξιωματούχους, κανένα από τα σενάρια δεν συνοδευόταν από υψηλό βαθμό βεβαιότητας, καθώς οι άγνωστοι παράγοντες είναι πολλοί.
Ορισμένοι θεωρούν απίθανο το ενδεχόμενο η αντιπολίτευση να καταλάβει την εξουσία. Περισσότερη προσοχή δίνεται στο ενδεχόμενο να αναδειχθεί ως κυρίαρχη δύναμη μια ομάδα στελεχών των Φρουρών της Επανάστασης.
Ταυτόχρονα, αναλυτές προειδοποιούν ότι το ιρανικό κράτος θα μπορούσε να χάσει τον έλεγχο σε απομακρυσμένες περιοχές της χώρας όπου κυριαρχούν εθνοτικές μειονότητες, όπως οι Κούρδοι, ή ακόμη και να καταρρεύσει πλήρως, οδηγώντας σε χάος και βία αντίστοιχα με εκείνα που παρατηρήθηκαν στους εμφυλίους πολέμους της Συρίας και της Λιβύης.
Παραμένει επίσης αβέβαιο αν μια λαϊκή εξέγερση θα οδηγούσε σε καθεστώς φιλικό προς τη Δύση. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ένα νέο κράτος που θα προέκυπτε μέσα από έναν πόλεμο είναι μάλλον απίθανο να εξελιχθεί σε φιλελεύθερη δημοκρατία.
Πηγή: NYT




























