Αλεξάνδρα Βουδούρη
ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ – ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ. Στη «δίνη» νέας γεωπολιτικής κρίσης έχει εισέλθει η Ευρωπαϊκή Ενωση με ανυπολόγιστες ακόμα επιπτώσεις στον τομέα της ασφάλειας, της οικονομίας και της ενέργειας, μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, το Σάββατο. Κατά την προσφιλή τακτική της η Ε.Ε. πραγματοποίησε έκτακτες συνεδριάσεις από την πρώτη στιγμή, προκειμένου να αξιολογήσει την τρέχουσα κρίση, χωρίς όμως ακόμα να μπορεί να εκπέμψει ενιαίο μήνυμα για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Καθίσταται εκ νέου φανερό ότι η Ευρώπη δεν διαθέτει ισχυρό ρόλο και λόγο εκεί, παρότι οι «προκλήσεις» της νέας και πιθανότατα παρατεταμένης σύγκρουσης την αφορούν άμεσα.
Ανησυχία στις Βρυξέλλες, άλλωστε, προκάλεσαν χθες οι απειλές του Ιράν εναντίον της Κύπρου, με τον διοικητή των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης να δηλώνει ευθέως ότι τα «πλήγματα» κατά του νησιού θα ενταθούν. Είχε προηγηθεί η αναχαίτιση δύο μη επανδρωμένων αεροσκαφών χθες, που κατευθύνονταν προς τη βρετανική βάση στην Κύπρο, η οποία οδήγησε και στην αναβολή άτυπου συμβουλίου των υπουργών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, που θα πραγματοποιούνταν χθες στο νησί, καθώς η χώρα ασκεί την εξάμηνη προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. Η κυπριακή προεδρία της Ε.Ε. έχει συγκαλέσει σήμερα συνάντηση του ευρωπαϊκού μηχανισμού πολιτικής αντιμετώπισης κρίσεων (IPCR) προκειμένου να εξεταστούν εκ μέρους των κρατών-μελών σενάρια που αφορούν την εσωτερική ασφάλεια, το εμπόριο και τον ενεργειακό εφοδιασμό.
Οικονομικές προκλήσεις
Η Ευρώπη, εξάλλου, ήδη προετοιμάζεται για άνοδο των τιμών της ενέργειας –λόγω ενδεχόμενης, παρατεταμένης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή–, που θα ασκήσει περαιτέρω πίεση στην ευρωπαϊκή οικονομία. Το ζήτημα απασχόλησε και το κολέγιο ασφαλείας, που συνεδρίασε χθες υπό την προεδρία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Ανάμεσα στα μέτρα που προτάθηκαν ήταν έκτακτη συνεδρίαση εντός της εβδομάδας της ομάδας δράσης για την ενέργεια σε συντονισμό με τα κράτη-μέλη και τον διεθνή οργανισμό ενέργειας. Εκείνο που ανησυχεί τις Βρυξέλλες είναι η κατάσταση γύρω από την Ερυθρά Θάλασσα και τα Στενά του Ορμούζ –από όπου διέρχεται το 20% του πετρελαίου που καταναλώνεται σε παγκόσμια κλίμακα– που συζητήθηκε ενδελεχώς και από τους υπουργούς Εξωτερικών της Ε.Ε., την Κυριακή. Ηδη η Γαλλία δεσμεύθηκε να ενισχύσει με δύο πολεμικά πλοία την ευρωπαϊκή επιχείρηση «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ από την πλευρά της Κομισιόν εντείνεται ο συντονισμός με αεροπορικές και ναυτιλιακές εταιρείες, καθώς και τις εθνικές αρχές.
Επαναπατρισμός
Ο συντονισμός με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αφορά και την εντατικοποίηση επιχειρήσεων εκκένωσης και επαναπατρισμού Ευρωπαίων πολιτών, που παραμένουν εγκλωβισμένοι σε διάφορες χώρες της περιοχής, μέσω του μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Ε.Ε.
Οι Βρυξέλλες βρίσκονται σε αυξημένη επιφυλακή και για πιθανά τρομοκρατικά χτυπήματα και για τον λόγο αυτό ενισχύεται ο συντονισμός με τη Εuropol και τα κράτη-μέλη. Στο πεδίο της μετανάστευσης, επίσης, η Κομισιόν προχωράει σε στενότερη παρακολούθηση των τάσεων και εντατικοποιεί επαφές με αρμόδιες υπηρεσίες του ΟΗΕ και χώρες-εταίρους στη Μέση Ανατολή.
Αν και η Ε.Ε. –ως είθισται– μπήκε άμεσα σε ρυθμούς «διαχείρισης κρίσης», ωστόσο περιορίζεται σε ρόλο «παρατηρητή», αδυνατώντας να καταλήξει σε ενιαία γραμμή ως προς την πολιτική της θέση έναντι της νέας σύγκρουσης. Εκεί που συμφωνούν οι «27» είναι στην ανάγκη αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη, καθώς και στην αποτροπή νέων ιρανικών αντιποίνων. Βασικό σημείο «διαφωνίας» αποτελεί η παραβίαση ή μη του διεθνούς δικαίου από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά τη στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν. Από την πρώτη στιγμή η Ισπανία καταδίκασε την επίθεση, ενώ γνωστοποίησε χθες ότι αρνήθηκε τη χρήση στρατιωτικών της βάσεων για αμερικανικές δυνάμεις, που συμμετείχαν στην επίθεση κατά του Ιράν, καθώς οι ενέργειες «δεν συμβαδίζουν με τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών», όπως τόνισε ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών.
Ενόψει και της σημερινής συνάντησής του με τον Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον, ο Γερμανός καγκελάριος υπήρξε εξαρχής προσεχτικός ως προς τις διατυπώσεις του, τονίζοντας ότι «δεν είναι η ώρα να κάνουμε διάλεξη έναντι εταίρων και συμμάχων μας» καθώς οι κατηγοριοποιήσεις βάσει διεθνούς δικαίου «θα έχουν ελάχιστη επίδραση». Και η Κομισιόν χθες –αν και ζήτησε διπλωματική λύση και μέγιστη αυτοσυγκράτηση– απέφυγε συστηματικά να σχολιάσει εάν η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση ήταν συμβατή με το διεθνές δίκαιο.
Αλλαγή καθεστώτος
Ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων, ο Βρετανός πρωθυπουργός διευκρίνισε χθες ότι παρότι δόθηκε περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης στην Ουάσιγκτον για χρήση των βρετανικών βάσεων, ο ίδιος δεν συμφωνεί με τη στρατηγική του Τραμπ, καθώς «η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν δεν θα έρθει από αέρος». Επέμεινε ότι δεν θα μετάσχει στις επιχειρήσεις, καθώς η Βρετανία έμαθε –μετά τον πόλεμο στο Ιράκ– ότι δεν μπορεί να εμπλακεί σε μη νόμιμους πολέμους, χωρίς «βιώσιμο» σχέδιο.
Πάντως, η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία δεσμεύτηκαν την Κυριακή για «αναλογική αμυντική δράση» κατά του Ιράν, προκειμένου να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, και σε συνεργασία με τις ΗΠΑ σε πιθανά μέτρα «καταστροφής της ικανότητας του Ιράν να εκτοξεύει πυραύλους και drones».
Χαμηλοί τόνοι από συμμάχους του Ιράν
Καθώς τα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα εισήλθαν χθες στην τρίτη τους ημέρα, οι πιο «στενοί» σύμμαχοι του Ιράν –η Ρωσία και η Κίνα– έχουν έως τώρα αντιδράσει μόνο με συγκρατημένη κριτική, γεγονός που αναδεικνύει τα σαφή όρια των «στρατηγικών συνεργασιών» της Τεχεράνης με τη Μόσχα και το Πεκίνο. Αν και Ρώσοι και Κινέζοι αξιωματούχοι καταδίκασαν ευθέως τα πλήγματα των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, εντούτοις απέφυγαν να δεσμευθούν ως προς την παροχή στρατιωτικής στήριξης προς την Τεχεράνη. Και η Τουρκία, πάντως, έτερος σύμμαχος του Ιράν, εξέφρασε απλώς σοβαρή ανησυχία για τη μετατροπή της έντασης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν σε θερμή σύγκρουση, ενώ κάλεσε τα εμπλεκόμενα μέρη να επιστρέψουν αμέσως στη διπλωματία. Παρ’ όλα αυτά, ούτε η Αγκυρα δεσμεύθηκε για παροχή κάποιου είδους βοήθειας προς την Τεχεράνη, αποδεικνύοντας ουσιαστικά ότι αφενός το Ιράν δεν έχει πραγματικούς «συμμάχους», αφετέρου και οι τρεις χώρες δεν επιθυμούν ανοιχτή «σύγκρουση» με την Ουάσιγκτον.




























