Γράφει ο Βασίλης Κωστούλας
Μόλις ένα μήνα πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, το Council on Foreign Relations διενήργησε έρευνα ανάμεσα σε Αμερικανούς ιστορικούς, εν είδει αξιολόγησης της εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον στα 250 χρόνια από την ίδρυση των ΗΠΑ.
«Η εισβολή στο Ιράκ ήταν η χειρότερη απόφαση που έλαβαν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες». Παραδόξως, είχε ήδη συμφωνήσει μαζί τους δέκα χρόνια πριν ο Ντόναλντ Τραμπ: «O πόλεμος του Μπους στο Ιράκ ήταν μια καταστροφή. Ξοδέψαμε 2 τρισ. δολάρια και χάθηκαν χιλιάδες ζωές. Προφανώς, ήταν ένα τεράστιο λάθος. Δεν έπρεπε να είμαστε ποτέ στο Iράκ. Αποσταθεροποιήσαμε τη Μέση Ανατολή».
Τα μπούμερανγκ
Η εκστρατεία στο Ιράν δεν περιλαμβάνει μέχρι στιγμής χερσαία επιχείρηση, η οποία θα έδινε άλλη διάσταση στη σύγκρουση. Εντάσσεται όμως στη νόρμα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, αποκλίνoντας από τις ηχηρές κατά τα άλλα προεκλογικές υποσχέσεις Τραμπ. Σε αρκετές περιπτώσεις στον 21ο αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πέτυχαν τους άμεσους στρατιωτικούς επιχειρησιακούς στόχους τους.

Στον πόλεμο στο Αφγανιστάν, το 2001, διέλυσαν άμεσα τις κύριες βάσεις της Αλ Κάιντα και απομάκρυναν την κυβέρνηση των Ταλιμπάν. Στον πόλεμο του Ιράκ, το 2003, το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν ανατράπηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Στην εκστρατεία κατά του Ισλαμικού Κράτους, έως το 2019, ο συνασπισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ έπληξε το εδαφικό «χαλιφάτο» του ISIS στο Ιράκ και στη Συρία.
Ωστόσο, οι ευρύτεροι στρατηγικοί στόχοι των ΗΠΑ για σταθερές κυβερνήσεις, περιφερειακή σταθερότητα και εξάλειψη της τρομοκρατίας, εκ του αποτελέσματος, ήταν σαφώς πιο δύσκολο να επιτευχθούν.
Στο Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν επέστρεψαν στην εξουσία το 2021, εγείροντας προφανή προβληματισμό σχετικά με την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής επέμβασης πριν από δύο δεκαετίες.
Στο Ιράκ, το κενό εξουσίας συνέβαλε στις θρησκευτικές συγκρούσεις και ώθησε την άνοδο του Ισλαμικού Κράτους.
Στη Λιβύη, η επέμβαση το 2011 απομάκρυνε μεν τον Μουαμάρ Καντάφι, αλλά έθεσε τη χώρα σε παρατεταμένη αστάθεια και εμφύλιες συρράξεις. Το ερώτημα έρχεται ξανά στην επιφάνεια μέσα από τον πόλεμο στο Ιράν. Τελικά, αξίζουν τα λεφτά τους οι αμερικανικές επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή;
Χωρίς αντίκρισμα – «Η πρόσφατη ιστορία των αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή», λέει στην «Κ» ο ιστορικός Κρίστοφερ Νίκολς, «ιδίως ο μεγάλης κλίμακας πόλεμος και οι προσπάθειες για την οικοδόμηση κράτους στο Ιράκ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, καταδεικνύει ότι δεν άξιζαν το κόστος».
«Η πρόσφατη ιστορία των αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή, ιδίως ο μεγάλης κλίμακας πόλεμος και οι προσπάθειες για την οικοδόμηση κράτους στο Ιράκ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, καταδεικνύει ότι δεν άξιζαν το κόστος. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η στρατιωτική δύναμη δεν έχει συνδεθεί συγκεκριμένα και δεν έχει συνδυαστεί με μέσα που μπορούν ρεαλιστικά να παραγάγουν ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Υπήρξε επίσης ασυνέχεια μεταξύ των κυβερνήσεων στις προσεγγίσεις τους για την περιοχή.
Η μετατόπιση των στρατηγικών και της διπλωματίας των ΗΠΑ έχει υπονομεύσει τα πιθανά οφέλη προηγούμενων ενεργειών και έχει επιφέρει υψηλότερο κόστος, δημιουργώντας μάλιστα τις συνθήκες για μεγαλύτερη χρήση βίας. Τείνει έτσι να εμπεδώσει τον αντιαμερικανισμό και να συσπειρώνει τις ίδιες τις δυνάμεις που η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ έχει ρητορικά και στρατηγικά επιδιώξει να υπονομεύσει», τονίζει στην «Κ» ο ιστορικός Κρίστοφερ Νίκολς, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο στις ΗΠΑ, κάτοχος της έδρας Μελετών Εθνικής Ασφάλειας, προσθέτοντας:
«Κάποιες διπλωματικές ενέργειες των ΗΠΑ στην περιοχή έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές τα τελευταία χρόνια, ιδίως στην πολυμερή συνεργασία. Το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), η λεγόμενη “πυρηνική συμφωνία με το Ιράν”, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ηταν μια συμφωνία του 2015 ανάμεσα στο Ιράν και σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Κίνα, Ε.Ε. και στόχευε στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου ενός Ιράν με πυρηνικά όπλα.
Ωστόσο, η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ κατήγγειλε αυτή τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι θα διαπραγματευόταν μια καλύτερη, κάτι που δεν έκανε ποτέ – και αντ’ αυτού στράφηκε ξανά και ξανά στη στρατιωτική ισχύ αντί να προβεί σε μια πιο παραγωγική διπλωματική δράση. Βλέπουμε σήμερα τις πολύ σαφείς επιπτώσεις».
Χωρίς έρεισμα
Σύμφωνα με την αποτύπωση των τάσεων κοινής γνώμης από τους New York Times, το ποσοστό της δημόσιας υποστήριξης στη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου στον Περσικό Κόλπο (1991) ήταν 82%. Στο Αφγανιστάν (2001) αυξήθηκε στο 92%, για λόγους ευνόητους μετά την τρομοκρατική επίθεση που συγκλόνισε τις ΗΠΑ και τον κόσμο. Στο Ιράκ (2003) μειώθηκε στο 76%, για να πέσει στο Ιράν (2026) στο 41%.
Γίνεται σαφές ότι οι δευτερογενείς επιπτώσεις των πολέμων της Μέσης Ανατολής, όπως αυτές μεταφράστηκαν σε όρους ανθρωπιστικής κρίσης, περιφερειακής αστάθειας, τρομοκρατίας, οικονομικού τιμήματος και μεταναστευτικής έξαρσης, έχουν προκαλέσει κόπωση στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στους συμμάχους τους, θέτοντας υπό εξέταση τη σχέση κόστους – οφέλους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην πολύπαθη περιοχή. Τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων δεν έχουν συμβαδίσει με τις στρατηγικές φιλοδοξίες τους.
Απίθανο σενάριο – «Το καλύτερο αποτέλεσμα θα ήταν ένα νέο καθεστώς, που θα επικεντρώνεται στην οικονομική ευημερία και θα επιδιώκει καλύτερες σχέσεις με τη Δύση. Δυστυχώς, αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί», εκτιμά ο Μαρκ Κάνσιαν, ανώτερος σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών.
Από την άλλη πλευρά, δεν θα πρέπει να υποτιμώνται οι κίνδυνοι που προκαλεί η ανάπτυξη της στρατιωτικής πόσο μάλλον πυρηνικής ικανότητας, εν προκειμένω, ενός φανατικού θεοκρατικού καθεστώτος. Οι προεκτάσεις της δράσης του μέσα από το δίκτυο των εξτρεμιστών πληρεξουσίων του έχουν εκδηλωθεί ουκ ολίγες φορές, με αποκορύφωμα τα αποτρόπαια γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου εις βάρος αμάχων.
Ορισμένοι πιστεύουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε –για παράδειγμα– να προσφέρει μερική άρση των κυρώσεων, ώστε να πείσει το Ιράν να μειώσει την παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων, να περιορίσει την υποστήριξη στις φονταμενταλιστικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται με τις πλάτες του, και να βελτιώσει τη επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού του. Αλλοι θεωρούν ότι δεν είναι ρεαλιστική μια αντίστοιχη προσέγγιση με τον εξτρεμισμό. Ποιο είναι τώρα το καλό σενάριο με το Ιράν;
«Το καλύτερο αποτέλεσμα θα ήταν ιδανικά ένα νέο καθεστώς, που θα επικεντρώνεται στην οικονομική ευημερία και θα επιδιώκει καλύτερες σχέσεις με τη Δύση. Δυστυχώς, αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί. Πιθανώς να υπάρξει κάποια διευθέτηση από το υπάρχον καθεστώς, που θα επιτρέπει το “πάγωμα” του πυρηνικού προγράμματος και τη μη επανεκκίνηση του πυραυλικού προγράμματος. Αυτό θα περιλαμβάνει κάποια μορφή επιτόπιων επιθεωρήσεων. Θα ήταν σαν τη συμφωνία με τη Βενεζουέλα. Στο τέλος της ημέρας, το πιθανότερο, θα δούμε τις ΗΠΑ να βομβαρδίζουν για λίγο ακόμη μέχρι να βεβαιωθούν ότι έχουν καταστρέψει όλα όσα σχετίζονται με το πυραυλικό και πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Στη συνέχεια, θα κηρύξουν τη νίκη και θα σταματήσουν», υπογραμμίζει στην «Κ» ο Μαρκ Κάνσιαν, ανώτερος σύμβουλος στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών – CSIS.
Δύσκολη έκβαση
Οσοι βλέπουν το ποτήρι μισογεμάτο, θεωρούν ότι αυτός ο πόλεμος θα επιφέρει καίριο πλήγμα στον πυρήνα του καθεστώτος, ανοίγοντας τον δρόμο για την πτώση του. Οι υπόλοιποι στέκονται στις επιπλοκές του πολέμου προκειμένου να καταδείξουν ότι το κόστος είναι υψηλό για μια επιχείρηση η οποία θα αφήσει τελικά το καθεστώς στη θέση του. Κοινή παραδοχή αποτελεί η διαπίστωση ότι είναι εξαιρετικά δύσκολη η άμεση αλλαγή καθεστώτος με εξωτερική παρέμβαση. Η επιχείρηση στο Ιράν θα προστεθεί δυναμικά στις παραμέτρους που διαμορφώνουν το ισοζύγιο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στον 21ο αιώνα και θα απασχολήσει αντίστοιχα τους ιστορικούς μετά το πέρας της. Διότι, όπως είναι γνωστό στους κύκλους της διπλωματίας, «οι πόλεμοι δεν κρίνονται από το πόσο καλά ξεκινούν, αλλά από το πώς τελειώνουν».




























