ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Ελεγκτικό Συνέδριο: Αδυναμία ΕΕ στην εποπτεία για καταπολέμηση ξεπλύματος

Εισηγείται ισχυρότερο και συνεπέστερο πλαίσιο

"H ΕΕ για την πρόληψη και την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι κατακερματισμένη", κρίνει με σημερινή του έκθεση το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), το οποίο συμπεραίνει ότι η πολιτική της ΕΕ στο θέμα αυτό "παρουσιάζει αδυναμίες", το πλαίσιο εποπτείας "είναι κατακερματισμένο και ελάχιστα συντονισμένο", και "δεν υπάρχει μια συνεπής προσέγγιση, ούτε ίση μεταχείριση".

Στην έκθεση που έδωσε τη Δευτέρα στη δημοσιότητα το ΕΕΣ αναφέρει ότι "οι σχετικοί φορείς της ΕΕ έχουν μεν την ευθύνη της χάραξης της σχετικής πολιτικής και του αντίστοιχου συντονισμού –διαθέτοντας περιορισμένες άμεσες αρμοδιότητες–, ωστόσο η διαχείριση των προσπαθειών λαμβάνει χώρα σε μεγάλο βαθμό σε εθνικό επίπεδο".

Σύμφωνα με το ΕΕΣ, οι ελεγκτές εντόπισαν αδυναμίες στην εκτέλεση αυτών των καθηκόντων: "η νομοθεσία για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος είναι περίπλοκη και η μέχρι σήμερα εφαρμογή της χαρακτηρίζεται από αργούς ρυθμούς και ανομοιογένεια", αναφέρουν.

Όσον αφορά τη διαδικασία εκτίμησης τoυ κινδύνου, διαπίστωσαν ότι "δεν αναδεικνύει τις μεταβολές που επέρχονται με την πάροδο του χρόνου, στερείται γεωγραφικής εστίασης και δεν προτεραιοποιεί αποτελεσματικά τους κινδύνους".

"Μέχρι σήμερα, η ΕΕ δεν έχει καταρτίσει αυτόνομο κατάλογο με τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου, ήτοι χώρες που συνιστούν απειλή για την εσωτερική αγορά από άποψη ξεπλύματος χρήματος", αναφέρουν οι ελεγκτές, τονίζοντας ότι " η Κομισιόν έχει καταφέρει να παρουσιάσει επικαιροποιημένα στατιστικά στοιχεία σχετικά με το ζήτημα αυτό, κάτι που δυσχεραίνει την εκτίμηση της κλίμακας του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας στην ΕΕ".

Το ΕΕΣ τονίζει ότι οι εξουσίες που υπάρχουν σε επίπεδο ΕΕ για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας είναι κατακερματισμένες μεταξύ διαφόρων οργάνων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναπτύσσει τη σχετική πολιτική, παρακολουθεί την ενσωμάτωσή της στη νομοθεσία των κρατών μελών και αναλαμβάνει την ανάλυση κινδύνου.

Κατά το ΕΕΣ, η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) όχι μόνο διαθέτει, αλλά έχει κάνει επίσης χρήση των εξουσιών της να διερευνά πιθανές παραβιάσεις της ενωσιακής νομοθεσίας στον τομέα αυτό. Ωστόσο, από το 2010, η ΕΑΤ έχει διαπιστώσει μόνο μία παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, συνδεόμενη με ξέπλυμα χρήματος και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ενώ δεν προέβη σε καμία σχετική έρευνα ιδία πρωτοβουλία.

Οι ελεγκτές εντόπισαν επίσης στοιχεία που αποδεικνύουν απόπειρες άσκησης πίεσης στα μέλη του συμβουλίου εποπτών την περίοδο κατά την οποία συζητούνταν η πιθανότητα διατύπωσης σύστασης σχετικά με παραβίαση του δικαίου της ΕΕ. Προκύπτει, επομένως, ότι οι αποφάσεις υψηλού επιπέδου της ΕΑΤ ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί από εθνικά συμφέροντα (παρόμοια ήταν τα συμπεράσματά μας στην έκθεση του ΕΕΣ του 2019 σχετικά με τις ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων της ΕΑΤ).

Οι ελεγκτές διαπίστωσαν επίσης ότι η Κομισιόν "δεν διαθέτει εσωτερική καθοδήγηση σχετικά με τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμόζεται για την υποβολή αιτήματος έρευνας στην ΕΑΤ". "Σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση, αυτό γινόταν σε ad hoc βάση και, ως επί το πλείστον, αφού είχαν προηγηθεί αναφορές στα μέσα ενημέρωσης", αναφέρουν.

Σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση του κινδύνου ξεπλύματος χρήματος κατά την προληπτική εποπτεία των τραπεζών στη ζώνη του ευρώ, οι ελεγκτές του ΕΕΣ διαπίστωσαν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) – ο άμεσος εποπτικός φορέας των συστημικών τραπεζών από το 2014– έχει όντως αρχίσει να ανταλλάσσει πληροφορίες με τις εθνικές εποπτικές αρχές, χωρίς ωστόσο να έχει ούτε την ευθύνη ούτε την εξουσία να διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται από τις εθνικές εποπτικές αρχές.

Η ποιότητα των πληροφοριών που αντάλλασσαν οι εποπτικές αρχές εμφάνιζε σημαντικές διαφοροποιήσεις λόγω των διαφόρων εθνικών πρακτικών.

Επί του παρόντος, η ΕΑΤ εργάζεται για την έκδοση επικαιροποιημένων κατευθυντήριων γραμμών, οι οποίες, κατά τους ελεγκτές, θα πρέπει, αφού οριστικοποιηθούν, να αρχίσουν να εφαρμόζονται από την ΕΚΤ και τις εθνικές εποπτικές αρχές το συντομότερο δυνατόν.

Ως ξέπλυμα χρήματος νοείται η πρακτική της νομιμοποίησης των προϊόντων του εγκλήματος μέσω της διοχέτευσής τους στην κανονική οικονομία, προκειμένου να συγκαλυφθεί η παράνομη προέλευσή τους.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπόλ, η αξία των ύποπτων συναλλαγών εντός της Ευρώπης ισοδυναμεί με το 1,3 % περίπου του ΑΕΠ της ΕΕ.

Παγκοσμίως, η αξία των συναλλαγών αυτών προσεγγίζει το 3 % του παγκόσμιου ΑΕΠ. Από πρόσφατα δεδομένα προκύπτει ότι άνω του 75 % των ύποπτων συναλλαγών που καταγράφηκαν στην ΕΕ προέρχονταν από πιστωτικά ιδρύματα σε περισσότερα από τα μισά κράτη μέλη της ΕΕ.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
Ευρώπη  | 
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση