
Παναγιώτης Ρουγκάλας
Παρά το επαρκές θεσμικό πλαίσιο και τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη μείωση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα, εξακολουθούν να υφίστανται αδυναμίες που σχετίζονται με περιορισμούς σε ανθρώπινους πόρους, οργανωτικά ζητήματα, καθυστερήσεις στις εποπτικές διαδικασίες, ελλείψεις σε μηχανισμούς διασφάλισης ποιότητας και ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας και του συντονισμού του συστήματος AML.
Σύμφωνα με έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, που διενήργησε έλεγχο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα, σημειώνεται πως, το εθνικό νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο παρέχει στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σαφή νομική εντολή και επαρκείς εξουσίες για την εποπτεία AML των πιστωτικών ιδρυμάτων, περιλαμβανομένης της πρόσβασης σε πληροφόρηση, της διενέργειας ελέγχων και της επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων. Κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2020 μέχρι Ιουλίου 2024, η Υπηρεσία AML της ΚΤΚ ήταν λειτουργικά αυτόνομη με επαρκείς μη μισθολογικούς πόρους, ωστόσο η στελέχωσή της παρουσίαζε περιορισμούς σε σχέση με το εύρος των εποπτικών αναγκών.
Οι περιορισμοί αυτοί, σε συνδυασμό με οργανωτικά ζητήματα, ενδέχεται να επηρέασαν τον όγκο του ελεγκτικού έργου, την υλοποίηση του ετήσιου προγραμματισμού βάσει κινδύνου και την έγκαιρη ολοκλήρωση των εποπτικών ενεργειών. Η ενίσχυση της στελέχωσης της Διεύθυνσης AML, που συστάθηκε τον Φεβρουάριο 2025, αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την επιχειρησιακή αποδοτικότητα της εποπτείας βάσει κινδύνου.
Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου εφαρμόζει προσέγγιση εποπτείας βάσει κινδύνου, βασισμένη σε πολλαπλές πηγές πληροφόρησης και ευθυγραμμισμένη σε μεγάλο βαθμό με διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές. Η αξιολόγηση κινδύνων διενεργείται μέσω εξειδικευμένου εργαλείου, το οποίο έχει τύχει βελτιώσεων, ωστόσο ορισμένες πτυχές του, όπως οι παράμετροι κινδύνου και οι συντελεστές στάθμισης, χρήζουν επικαιροποίησης. Το ελεγκτικό πλάνο καταρτίζεται ανάλογα με τους αξιολογημένους κινδύνους, αλλά ενδέχεται να προσαρμόζεται λόγω περιορισμών σε ανθρώπινους πόρους ή σημαντικών εξελίξεων.
Δίχως ανεξάρτητη υπηρεσία
Οι εποπτικές διαδικασίες βασίζονται σε εσωτερικό εγχειρίδιο, τυποποιημένα προγράμματα ελέγχου και διαδικασίες επισκόπησης, περιλαμβανομένου νομικού ελέγχου, γεγονός που συμβάλλει στην ποιότητα των παρεμβάσεων. Ωστόσο, δεν υφίσταται ανεξάρτητη υπηρεσία διασφάλισης ποιότητας εποπτείας AML εντός της ΚΤΚ. Η διαδικασία επιβολής διοικητικών μέτρων περιλαμβάνει πολλαπλά στάδια και παρέχει δικαίωμα έκφρασης θέσεων στα εποπτευόμενα ιδρύματα, με αποτέλεσμα σημαντικό χρόνο από την έναρξη ελέγχου μέχρι την τελική απόφαση.
Οι εποπτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν προειδοποιητικές επιστολές, χρηματικά πρόστιμα και υποχρεώσεις διορθωτικών ενεργειών. Κατά την περίοδο ελέγχου επιβλήθηκαν πρόστιμα περίπου €2 εκ. σε δύο πιστωτικά ιδρύματα. Η διαδικασία κλιμάκωσης των μέτρων βασίζεται κυρίως στην εποπτική κρίση και δεν φαίνεται να υποστηρίζεται πλήρως από σαφές πλαίσιο αντικειμενικών κριτηρίων.
Τα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων καταδεικνύουν σημαντική μείωση των κινδύνων και βελτίωση τραπεζικών πρακτικών, καθώς και αυστηροποίηση της δέουσας επιμέλειας. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις παρατηρούνται δυσανάλογες επιπτώσεις, όπως αποκλεισμός πελατών ή δυσχέρεια πρόσβασης σε τραπεζικές υπηρεσίες για συγκεκριμένες ομάδες.
Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου διαθέτει μηχανισμούς διαφάνειας και λογοδοσίας, αλλά η δημοσιοποιούμενη πληροφόρηση παραμένει περιορισμένη ως προς την αποτύπωση της αποτελεσματικότητας των εποπτικών ενεργειών. Παράλληλα, προέκυψαν διαφορετικές ερμηνείες ως προς την πρόσβαση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας σε πληροφορίες, γεγονός που περιόρισε την πλήρη επαλήθευση ορισμένων πτυχών και δυσχέρανε τον έλεγχο.
Η Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης λειτουργεί βάσει επαρκούς πλαισίου και έχει ενισχυθεί σημαντικά σε ανθρώπινους και τεχνολογικούς πόρους. Ωστόσο, η αύξηση των αναφορών και η μεταβολή της σύνθεσής τους δημιουργούν αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις, ενώ παρατηρείται αυξητικό ποσοστό αναφορών που παραμένουν σε εκκρεμότητα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Εθνική Αξιολόγηση Κινδύνων από το 2017
Από τον Ιούλιο 2023 εφαρμόζονται μηχανισμοί κατηγοριοποίησης και προτεραιοποίησης βάσει κινδύνου, ενισχύοντας τη δυνατότητα στοχευμένης αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων και τη συνέπεια της διαδικασίας αξιολόγησης. Παρά ταύτα, εντοπίζονται παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν την πληρότητα και την έγκαιρη ανάλυση των αναφορών, καθώς και αδυναμίες στην ποιότητα και τεκμηρίωση των αναφορών από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η υποβολή αναφορών περιορισμένης συνάφειας ενδέχεται να επιβαρύνει αχρείαστα τη ΜΟΚΑΣ, ενώ μόνο μικρό ποσοστό αυτών διαβιβάζεται για περαιτέρω διερεύνηση. Οι μηχανισμοί συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών έχουν ενισχυθεί, ωστόσο η ανατροφοδότηση από τις αρχές επιβολής του νόμου παρέμενε περιορισμένη και μη συστηματική.
Τέλος, διαπιστώθηκε ότι η Εθνική Αξιολόγηση Κινδύνων δεν έχει επικαιροποιηθεί από το 2017, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ανταπόκρισης στις πρόσφατες εξελίξεις, αν και έχει ήδη δρομολογηθεί η εκπόνηση νέας, η οποία κρίνεται κρίσιμη για την ενίσχυση του εθνικού πλαισίου AML.



























