Kathimerini.gr
Εχουν ήδη παρέλθει έξι χρόνια από την περίοδο που εν μέσω της πρώτης, και μάλλον προειδοποιητικής, θητείας του Ντόναλντ Τραμπ γινόταν εκτεταμένα λόγος περί αποσύνδεσης των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη. Τότε ήταν συχνές οι μελέτες περί του συνεπακόλουθου κόστους στις δύο οικονομίες, που στη συντριπτική πλειονότητά τους προεξοφλούσαν πως το βαρύτερο τίμημα θα το πλήρωνε η Κίνα. Και όχι μόνον επειδή οι άλλοτε ιλιγγιώδεις ρυθμοί ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας ήταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις εξαγωγές της, αλλά επειδή εθεωρείτο τότε δεδομένη η υστέρησή της σε τεχνολογία.
Κάποιοι, πάντως, απέδιδαν από τότε τον πόλεμο που είχε κηρύξει ο Τραμπ στον κινεζικό κολοσσό Huawei σε κρυφή αγωνία της Ουάσιγκτον για το ενδεχόμενο να ξαναζήσει τον αιφνιδιασμό που υπέστη η υπερδύναμη το 1957 όταν οι Σοβιετικοί έστειλαν πρώτοι τον Σπούτνικ στον ουρανό. Αυτό όμως συνέβη έως ένα βαθμό στις αρχές του περασμένου έτους, όταν η κινεζική εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek άφησε εμβρόντητη τη Silicon Valley παρουσιάζοντας μοντέλο εφάμιλλο των αμερικανικών κολοσσών, αλλά με κόστος αδιανόητα μικρότερο. Είναι σαφές πως σήμερα, ένα χρόνο μετά τη δήλωση του Τζένσεν Χουάνγκ, επικεφαλής του κολοσσού της Nvidia, ότι «η Κίνα είναι νανο-δευτερόλεπτα πίσω από τις ΗΠΑ και όχι χρόνια» η θέση της δεύτερης οικονομίας του πλανήτη έχει ενισχυθεί σημαντικά και πλέον το Πεκίνο αντιμετωπίζει την Ουάσιγκτον ως ισότιμη δύναμη και όχι βέβαια μόνον εξαιτίας της DeepSeek, αλλά λόγω πολύ περισσότερων επιτευγμάτων.
Ετσι, φαίνεται ότι 54 χρόνια από την ιστορική επίσκεψη του Ρίτσαρντ Νίξον στην Κίνα, τον Φεβρουάριο του 1972, το Πεκίνο έχει για τα καλά μπει στην αντίστροφη πορεία από την προσέγγιση που εγκαινίασαν οι δύο χώρες τότε, όταν η Ουάσιγκτον προεξοφλούσε πως θα ήταν για πάντα από θέσεως ισχύος και η άλλη πλευρά θα παρέμενε ισοβίως ο «φτωχός συγγενής». Τα τελευταία δύο χρόνια το Πεκίνο έχει δεσμεύσει περίπου 1 τρισ. δολ. σε επιδοτήσεις ή άλλες δαπάνες για τη στήριξη της γεωργίας, του τομέα ενέργειας, αλλά προπαντός την εντός Κίνας παραγωγή των μικροεπεξεργαστών που χρειάζονται για τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Σκοπός του, να επιτύχει την αυτάρκεια της χώρας σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς, στόχους που έχει τονίσει ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, εδώ και χρόνια και πλέον υλοποιεί. Ετσι στη νοτιοανατολική Κίνα οι αγρότες εισπράττουν επιδοτήσεις από το κράτος για να καλλιεργούν σόγια, ένα από τα αγροτικά προϊόντα που έως τώρα εισήγαγε από τις ΗΠΑ.
Εχει, άλλωστε, αντιδράσει δυναμικά στην πολιτική του Τραμπ και στους δασμούς που επέβαλε ο Αμερικανός πρόεδρος στα προϊόντα της, μειώνοντας σημαντικά τις εξαγωγές της στη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου και αναζητώντας εναλλακτικές αγορές. Ετσι, σύμφωνα με την Goldman Sachs, στη διάρκεια του περασμένου έτους το μερίδιο των κινεζικών προϊόντων στο σύνολο των εισαγωγών των ΗΠΑ μειώθηκε στο 7,5%, αντιστρέφοντας μια ανοδική πορεία που σημείωναν οι εισαγωγές κινεζικών ειδών στις ΗΠΑ επί δύο δεκαετίες, ουσιαστικά από το 2001 και την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επενδύσει σε αμερικανικές εταιρείες σπάνιων γαιών, έχει συμφωνήσει να συνεργαστεί με την Ε.Ε., την Ιαπωνία και το Μεξικό για την ανάπτυξη στρατηγικής σημασίας μετάλλων που χρειάζονται για τη σύγχρονη τεχνολογία και υπόσχεται «παλινόρθωση της αμερικανικής οικονομίας και περιορισμό του εμπορίου με την Κίνα».
Η σημαντικότερη μεταβολή όμως στις σχέσεις των δύο οικονομιών προέρχεται σαφώς από το Πεκίνο και είναι η σταδιακή μείωση του αμερικανικού χρέους στα κρατικά χαρτοφυλάκια της Κίνας. Αλλοτε θεωρούμενο ως «υπερόπλο» στα χέρια της Κίνας, που μέχρι και το μεγαλύτερο μέρος του 2016 ήταν ο υπ’ αριθμόν 1 πιστωτής των ΗΠΑ κρατώντας αμερικανικούς τίτλους αξίας 1,1 τρισ. δολ. Και μόνο τον Οκτώβριο του 2016, λίγο προτού αναλάβει για πρώτη φορά πρόεδρος των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ, την εκτόπισε από την πρώτη θέση η Ιαπωνία, η οποία σήμερα κατέχει ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου αξίας 1,202,6 τρισ. δολ. Θεωρητικά η Κίνα θα μπορούσε να έχει προκαλέσει έως και μεγάλα δεινά στην αμερικανική οικονομία εάν αποφάσιζε να αρχίσει να πουλάει μαζικά τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, θα είχε προκαλέσει πτώση της αξίας τους και επομένως ζημία σοβαρή στα κρατικά ταμεία. Εχει επιλέξει να μειώσει σταδιακά και μάλλον αθόρυβα την έκθεσή της σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, θεωρώντας μάλλον πως έτσι διασφαλίζει την κινεζική οικονομία. Σήμερα το Πεκίνο κατέχει αμερικανικό χρέος αξίας μόλις 682,6 δισ. δολ. και είναι τρίτος πιστωτής της Ουάσιγκτον μετά τη Βρετανία. Και την περασμένη εβδομάδα η Κίνα κάλεσε τις κινεζικές τράπεζες να μειώσουν περαιτέρω την έκθεσή τους σε αμερικανικούς τίτλους.
Η εκτίμηση του Πεκίνου
Ερμηνεύοντας τη στάση της Κίνας, η πρώην διπλωμάτις των ΗΠΑ Σάρα Μπεράν επισήμανε ότι «το περασμένο έτος, η Κίνα άρχισε να βλέπει τις ΗΠΑ ως ίση και θεωρεί πως είναι σε καλύτερη θέση από την πρώτη θητεία του Τραμπ για να ανταγωνιστεί και να σταθεί στα δικά της πόδια».
Το στοίχημα
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και «τσάρος» των Οικονομικών της Κίνας, Χε Λιφένγκ, δήλωσε τον Νοέμβριο πως «η ανάπτυξη της επόμενης γενιάς βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας για την ερχόμενη πενταετία αποτελεί εγγενή προϋπόθεση για να διασφαλίσουμε τη στρατηγική πρωτοβουλία στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων».
Το αμερικανικό χρέος
Επικρίνοντας όσους υπογραμμίζουν ότι πολλές χώρες μειώνουν την έκθεσή τους στο αμερικανικό χρέος, ο Κρις Τέρνερ, στέλεχος της ING, τόνισε ότι «τον Νοέμβριο η Κίνα και το Χονγκ Κονγκ κατείχαν μαζί 938 δισ. δολ. και τα σχόλια αυτά έρχονται σε μια στιγμή που το δολάριο είναι ευάλωτο».




























