ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Ο Σεφέρης πέρα από τον «χώρο του βιβλίου»

Πενήντα χρόνια από τον θάνατό του

Kathimerini.gr

ΤΩΝ Ηλία Μαγκλίνη , Μαρία Τοπαλη

Αυτό που θέλαμε ήταν να ψάξουμε λίγο τον Σεφέρη πέρα και έξω από τη λογοτεχνία, την κριτική και τη φιλολογία. Πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, να τον αναζητήσουμε σε ανθρώπους που επαγγελματικά δεν έχουν καμία σχέση με τον «χώρο του βιβλίου», ανθρώπους με δημόσια παρουσία, ανθρώπους από διαφορετικές γενιές και ηλικίες. Πώς διάβαζαν τον Σεφέρη στην πρώτη τους νιότη, πώς επανέρχονται στην ποίησή του στην ωριμότητά τους, ποιο ποίημα προτιμούν και γιατί.

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου μας έκανε την ιδιαίτερη τιμή να μοιραστεί μαζί μας την αγάπη της στον σεφερικό λόγο, όπως επίσης ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Κώστας Τασούλας.

Τους πλαισιώνουν επαγγελματίες από τους χώρους της υγείας, του επιχειρείν, της παιδείας, της δημοσιογραφίας, των νομικών επιστημών, των εικαστικών τεχνών.

Διαφορετικές φωνές, θερμοκρασίες, διαφορετικοί χρόνοι, διαφορετικές μνήμες και διαφορετικές προοπτικές στο μέλλον βρίσκουν εντέλει εδώ μια κοινή στέγη: τη σπάνια και ακριβή ποίηση του πρώτου ελληνικού Νομπέλ Λογοτεχνίας (1963), που υπερβαίνει κατά πολύ το στενό λογοτεχνικό πεδίο και γίνεται ζωή: σάρκα με αίμα, ατομική και συλλογική μνήμη όλων.

Στον Ναό του Αυγούστου, τον Σεπτέμβριο του 1949. Υπηρετώντας ως σύμβουλος στην πρεσβεία της Αγκυρας, ταξίδεψε τόσο στην ενδοχώρα όσο και στα παράλια της Μικράς Ασίας.

To μικρότερο κακό…

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΦΑΡΜΑΚΗ*

Στο μεσαιωνικό παραμύθι που μας έφερε ο Σεφέρης από την Κύπρο («Ο Δαίμων της Πορνείας», από το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄: Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν», 1955), ένας αλαζονικός Φράγκος βασιλιάς βρίσκει τη φριχτή μοίρα της τιμωρίας που –στα μεσαιωνικά παραμύθια τουλάχιστον– πάντα περιμένει στο τέλος την άδικη και ασύμμετρη βία της εξουσίας. Αλλά στο επεισόδιο του χρονικού που ξεδιαλέγει να φωτίσει ο ποιητής, είναι μια άλλη σύγκρουση που βαραίνει στους ώμους των ανθρώπων, στη σκιά του δράματος της αλαζονείας που διαταράσσει την τάξη του κόσμου, την τάξη που πρέπει να αποκατασταθεί με την τιμωρία. Αλλά αυτή η σύγκρουση, σιωπηλή αλλά βαριά, είναι πάντα επίκαιρη και πάντα δυσεπίλυτη. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο χρέος μιας κυβέρνησης στην Αλήθεια και στην ευθύνη της για το γενικό καλό.

Οι «συμβουλατόροι» του Φράγκου βασιλιά το ήξεραν, ή το νόμιζαν, ότι «είχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες· από τη γνώμη τους κρέμουνταν το ρηγάτο». Δεν είναι εύκολο πράγμα να κυβερνάς. Υπήρχε μια φριχτή αλήθεια που έπρεπε να κρυφτεί, αλλιώς θα διακινδύνευε το ίδιο το βασίλειο. Και υπήρχε και αυτός, ο «τίμιος και πιστός» που την έβγαλε στο φως αψήφιστα, έτσι όπως ενστικτωδώς υπηρετούν την αλήθεια όσοι νιώθουν χρέος μπροστά της, χωρίς να καταλαβαίνουν τάχα τη μεγάλη εικόνα, χωρίς να επεξεργαστούν τις επιπτώσεις στους εθνικούς σκοπούς, χωρίς να υπολογίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό που μπορεί να πληρώσει ακριβά. Και αυτός, ο «μωρός», «φέρθηκε αστόχαστα άμοιαστα άτσαλα». Αλλά θα είναι άξιος της τύχης του γιατί «ο φρόνιμος τη μοίρα δεν την ξαγριεύει». Η φρόνιμη κυβέρνηση όμως ξέρει: «Oχι· δεν είμαστε ταγμένοι για να πούμε / πού είναι το δίκιο. Το δικό μας χρέος / είναι να βρούμε το μικρότερο κακό / Κάλλιο ένας να πεθάνει από το ριζικό του / παρά σε κίντυνο να μπούμε εμείς και το ρηγάτο». Ο άμυαλος και στενοκέφαλος έπρεπε να διαψευστεί, να τιμωρηθεί σκληρά ως συκοφάντης και να εξοντωθεί. Η επικίνδυνη αλήθεια έπρεπε να εξαφανιστεί. Για το καλό του έθνους και του κράτους. Αλλά «έτσι, με το “μικρότερο κακό” βάδιζε η μοίρα» μόνο για λίγο καιρό: «Ως την αυγή του Αγ’ Αντωνιού, μέρα Τετάρτη / που ήρθαν καβαλάρηδες και τον εσύραν / από της καύχας του την αγκαλιά και τον εσφάξαν». Το μικρότερο κακό δεν προστατεύει πάντα από την τάξη του κόσμου που ζητάει ν’ αποκατασταθεί.

* Ο κ. Γρηγόρης Φαρμάκης είναι επιχειρηματίας.

Με τη Μαρώ στο γραφείο στο Λονδίνο, τον Μάιο του 1961.

Θεατρίνοι Μ.Α.

Του ΤΑΣΟΥ ΤΕΛΛΟΓΛΟΥ

Γιατί μου αρέσει αυτό το ποίημα; Ισως να φταίει η ρίμα. Ισως να φταίει ότι έχει γραφτεί στο Κάιρο, που τόσο ταλαιπωρούσε τον Σεφέρη. Φταίει σίγουρα το ότι μιλάει για την πολιτική και για την ίδια τη ζωή σαν να είναι παράσταση («Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε/ όπου σταθούμε και όπου βρεθούμε/ στήνουμε θέατρα και σκηνικά/ όμως η μοίρα μας πάντα νικά/ και τα σαρώνει και μάς σαρώνει/ και τους θεατρίνους και το θεατρώνη/ υποβολέα και μουσικούς/ στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς).

Αλλά ο Σεφέρης δεν θα ήταν Σεφέρης εάν η «παράσταση» δεν είχε τη διάσταση του υπαρξιακού δράματος, που κορυφώνεται με τέσσερις λιγόλογες ερωτήσεις («πες μου πού πάμε; πες μου πού πας;» και «πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν;»).

Επειτα, ανοίγεις τις «Μέρες» και βρίσκεις αυτό: Σάββατο 7 Αυγούστου 1943 «Επιμένω: γιατί μια ορισμένη εντύπωση λειτουργεί ποιητικά περισσότερο από τις χίλιες άλλες καθημερινές εντυπώσεις; Πρόσεξε πως δεν είναι η πιο έντονη που είναι η πιο αποτελεσματική. Πολύ συχνά είναι η πιο αλαφριά. Νομίζω κανείς δεν το ξέρει. Την άλλη φορά, κατεβαίνοντας από το γραφείο, είδα τους μαραγκούς να χαλνούν σε ένα δωμάτιο μια μικρή σκηνή, κληρονομημένη από τους προηγούμενους νοικάτορες. Ενιωσα όπως όταν κλείνει το διάφραγμα της φωτογραφικής μηχανής: η εντύπωση λειτούργησε: γιατί αυτή και όχι μια άλλη; Χτες έγραψα τους “Θεατρίνους”, άσχετα καλό ή όχι, αλλά γιατί αυτό βγήκε από εκεί;» (Μέρες Δ΄, 1.1.1941 – 31.12.1944, σελ. 302). Οχι μακριά από αυτό, το αμέσως προηγούμενο είναι το «Μέρες τ’ Απρίλη 1943», όπου ο Σεφέρης περιγράφει μια ζοφερή πραγματικότητα στη σκηνή πολιτικών φίλων και αντιπάλων της κυβέρνησης του Καΐρου, ο Κανελλόπουλος έχει ανατραπεί μετά την ανταρσία του ελληνικού στρατού.

Τον ίδιο μήνα το «Ανάμεσα στα κόκκαλα εδώ» (Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε!/ Βοήθεια! Βοήθεια!/ Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με τους νεκρούς!). Στο τέλος των «Θεατρίνων Μ.Α.» δίνει το στίγμα της διάθεσής του: «Και την καρδιά μας ένα σφουγγάρι,/ στο δρόμο σέρνεται και το παζάρι/ πίνοντας το αίμα και τη χολή/ και του τετράρχη και του ληστή».

Χειρόγραφο του ποιήματος «Η απόφαση της λησμονιάς». Κάτω, μ

Σε τροχιά

Της ΜΑΡΩΣ ΜΙΧΑΛΑΚΑΚΟΥ*

Καθώς έστηνα την τελευταία μου έκθεση με τίτλο «in Orbit» στην γκαλερί Καλφαγιάν, μου ζήτησαν από την «Καθημερινή» να γράψω για τη σχέση μου με τον Σεφέρη. Σκέφτηκα αμέσως παλαιότερα έργα μου, όπου η παρουσία του σεφερικού έργου είναι –λιγότερο ή περισσότερο– προφανής. Χαρακτηριστικά είναι το «In Between», ένα τραπέζι με δύο ζευγάρια χέρια και ένα μεταβαλλόμενο κενό ανάμεσά τους («Τι είναι θεός, τι μη θεός και τι τ’ ανάμεσό τους»). Αντίστοιχα, η «Ελένη», μια γυναικεία βελούδινη πλάτη 6 μέτρων που κρέμεται από το ταβάνι με τα χέρια ανοιχτά, σαν να ετοιμάζεται να πετάξει ελεύθερη, το βάρος των ποδιών της όμως δεν την αφήνει. Πολλαπλασιασμένα και μεταμορφωμένα σε μυθικά κεφάλια γρυπών είναι γεμάτα από τις «ενοχές», το χνούδι βελούδου που έχει αφαιρεθεί. Η έκθεση «in Orbit» χαρτογραφεί ένα ταξίδι στο μέλλον με θραύσματα από το παρελθόν. Στην «τροχιά» της, ωστόσο, ο Σεφέρης είναι καλά κρυμμένος, σαν θραύσμα στο χώμα που περιμένει να βγει στην επιφάνεια. Ζωγραφίζοντας το καλοκαίρι στο εργαστήριο, είχα για συντροφιά μου τα podcasts του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, αφιερωμένα στα «Ημερολόγια» του Γιώργου Σεφέρη. Με είχαν μαγέψει. Είχαν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της δουλειάς μου, κάτι σαν τελετουργία. Ετσι, όταν άκουσα τη φράση «κατάσαρκα στο χώμα», αποφάσισα χωρίς δεύτερη σκέψη να τη γράψω με μολύβι σε μία από τις ακουαρέλες μου (Specimen No 19). Τη φράση αυτή τη συναντάμε στην περιγραφή του Σεφέρη τη στιγμή που ξεθάβονται από τα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου τα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, όπου τα είχαν θάψει ο Χρήστος και η Σέμνη Καρούζου για να τα προστατεύσουν από τη γερμανική κατοχή. Οπως λέει ο ίδιος ο Σεφέρης, «ξεθάβουν τώρα –άλλα σε κάσες και άλλα γυμνά κατάσαρκα μέσα στο χώμα– τα αγάλματα».Στη νέα μου έκθεση, ο στίχος αυτός του Σεφέρη είναι το δικό μου θραύσμα, αυτό που επιλέγω να πάρω μαζί μου σε μια αποστολή που διαπερνά ενσώματα και ασώματα σύμπαντα. «Μια μέρα κάπου στο μέλλον. Μια μέρα με έναν μακρύ πολυψήφιο αριθμό αντί για όνομα, όπως στις ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Οταν τα ονόματα των ημερών δεν θα λένε τίποτα σε κανέναν. Σ’ έναν τόπο όπου ο χώρος, ο χρόνος και τα σώματα διαστέλλονται και καμπυλώνονται όσο το επιτρέπει η φαντασία μας». (Απόσπασμα από το κείμενο του Κώστα Στασινόπουλου, επιμελητή της έκθεσης.)

* Η κ. ​​​​​​Μάρω Μιχαλακάκου είναι εικαστικός.

Ο Σεφέρης με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο στο Χορευτό Πηλίου, το 1935. «Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ – Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ – ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ» / ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΜΗΣ

Υπογραμμίσεις, τότε και τώρα

Της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ο Γιώργος Σεφέρης είναι μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα, με το χρίσμα και την αποδοχή του «εθνικού ποιητή» ήδη από τον καιρό που τιμήθηκε με το βραβείο Νομπέλ. Θα ήθελα όμως εδώ να σας μιλήσω για τον δικό μου Σεφέρη, τον αγαπημένο δημιουργό που με συντρόφευσε από τα μαθητικά και φοιτητικά μου χρόνια, τόσο με τα ποιήματά του όσο και με τον δοκιμιακό του λόγο. Στη βιβλιοθήκη μου υπάρχει πάντα ο πανόδετος τόμος των ποιημάτων του από τον Ικαρο, στην έβδομη έκδοσή του, το σημαδιακό έτος 1967. Ξεφυλλίζοντας το προσωπικό μου αντίτυπο παρατηρώ σήμερα τα ίχνη της ανάγνωσης του εφηβικού εαυτού μου, τις υπογραμμίσεις και τα θαυμαστικά δίπλα σε στίχους ή ενότητες στίχων, όπως και τις μεταγενέστερες σημειώσεις μου. Συχνά αναρωτιέμαι αν θα υπογράμμιζα και σήμερα τα ίδια ποιήματα ή αν η ύστερη γνώση των ιστορικών συμβολισμών του, όπως και η δική μου εμπλοκή με τον δημόσιο βίο, άλλαξε με το πέρασμα του χρόνου την οπτική μου. Σας εξομολογούμαι ότι το ποίημα «Τελευταίος σταθμός», που φέρει και τις περισσότερες υπογραμμίσεις μου, με τον ακροτελεύτιο στίχο «Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν», ακόμη και σήμερα με αγγίζει βαθιά, καθώς αποτυπώνει με τόνο δραματικό τις εμπειρίες του ποιητή από την τετράχρονη εξορία του στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Και δεν ξεχνώ ποτέ τη συγκίνηση που μου προκάλεσε το ποίημα «Ελένη» από τη συλλογή «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν» και ιδίως οι στίχοι «Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα/ τόσα κορμιά ριγμένα/ στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης· τόσες ψυχές/ δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι», καθώς το διάβαζα στο τέλος της εφηβείας μου, ταυτόχρονα με τα τραγικά γεγονότα του 1974, υπό το «μαύρο φως» της τουρκικής εισβολής.

Τέλος, επειδή αγαπώ ιδιαίτερα τα ταξίδια, θα ήθελα να μνημονεύσω ένα κείμενο του Γιώργου Σεφέρη που με συνόδεψε κάποτε στην περιπλάνησή μου στα χώματα της Ανατολής: το οδοιπορικό του «Τρεις μέρες στα πετροκομμένα μοναστήρια της Καππαδοκίας». Αναδεικνύοντας με την ευαισθησία και τον ιδιότυπο λυρισμό του τον θεόκτιστο χαρακτήρα των λατρευτικών χώρων της περιοχής, ανασκάπτοντας τη μνήμη για να ανακτήσει, έστω και διά της γραφής, τον χαμένο κόσμο των πατέρων του, ο ποιητής μού αποκάλυψε, για μία ακόμη φορά, με ποιον τρόπο ένα ταξίδι μπορεί να γίνει άσκηση στην κατανόηση του άλλου, ένα τοπίο να λειτουργήσει ως τόπος πνευματικός και η απώλεια να μετουσιωθεί σε κέντρισμα δημιουργίας.

* Η κ. Κατερίνα Σακελλαροπούλου είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Ο Σεφέρης σε ηλικία περίπου επτά χρόνων στη Σκάλα Βουρλών, έξω από τη Σμύρνη, όπου υπήρχε οικογενειακό θέρετρο. «Η Σκάλα ήταν ό,τι αγαπούσα…».

Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου

Του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ*

Σεφέρη είχα διαβάσει από τα μαθητικά και φοιτητικά μου χρόνια, ακόμα και σαν αναζήτηση της ελληνικής γλώσσας, εικόνων προηγούμενων δεκαετιών, αίσθηση ελληνικότητας, κομψότητας και μέτρου. Δεν προσπαθούσα να κατανοήσω, αναλύσω τόσο, όσο ήθελα να με παρασύρει ο ρυθμός και η γλώσσα, οι εικόνες που ζωγράφιζαν οι στίχοι του. Γυρνώντας από Αμερική στην Ελλάδα, πριν σχεδόν τρεις δεκαετίες, ξεφύλλισα πάλι την ενάτη έκδοση του Ικάρου (1974) που υπήρχε στο σπίτι. Διάβασα κάποια γνωστά ποιήματα, αλλά την προσοχή μου τράβηξε ένα μικρό ποίημα, όχι και τόσο γνωστό, αρχικά από τον τίτλο του: Ο «Γυρισμός του Ξενιτεμένου»: «–Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις; (…) –Γυρεύω τον παλιό μου κήπο»· και εκεί καθένας τοποθετεί ό,τι σέρνει στη μνήμη του, ό,τι ποθεί το είναι του.

Η εναλλαγή της αίσθησης γνωστής και άγνωστης χώρας, οι προσδοκίες, οι εικόνες, η εναλλαγή της αίσθησης ευφορίας, αναμονής και σύνθλιψης στη νέα πραγματικότητα με συνεπήραν. Στίχοι που αυτόματα ζωντανεύουν εικόνες Ελλάδας: «…γυρεύω την αρχαία κολόνα/ που κοίταζε ο θαλασσινός». Εικόνες από Σούνιο, Νάξο.

Το διάβαζα και σαν βάλσαμο καρδιάς, για να αναγνωρίσω τις σκέψεις μου, να κατατροπώσω την αγωνία. Συνειδητοποίησα σιγά-σιγά τη θεραπευτική δράση των στίχων του ποιητή/του άλλου εαυτού μου που επαναλαμβάνονται: «–Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου/ σιγά-σιγά θα συνηθίσεις // –Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;/ σιγά-σιγά θα συνηθίσεις // –Παλιέ μου φίλε συλλογίσου, σιγά-σιγά θα συνηθίσεις». Η μελωδικότητα της γλώσσας, η επανάληψη, ένα θεραπευτικό μάντραμ, βάλσαμο ψυχής…
Ο Σεφέρης που μπορεί να συμπυκνώσει χώρο και χρόνο, να ανοίξει άλλες διαστάσεις, να ρίξει φως και σκιές. «Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου», για τον ξενιτεμένο της ζωής.

* Ο κ. Βασίλειος Παπαδάκης είναι MD PhD, παιδίατρος αιματολόγος – ογκολόγος, διευθυντής ΕΣΥ, Τμήμα Παιδιατρικής Αιματολογίας – Ογκολογίας ΤΑΟ, Ογκολογική Μονάδα «Μαριάνννα Β. Βαρδινογιάννη – ΕΛΠΙΔΑ», Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία».

Η βίλα «Γαλήνη» στον Πόρο.

Επιλέγοντας από τον Σεφέρη

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΝ. ΤΑΣΟΥΛΑ*

Η Βιβλιοθήκη της Βουλής παρουσιάζει μια απέριττη αλλά περιεκτική έκθεση με το έργο του «ολόρθου και επιβλητικού» μας ποιητή Γ. Σεφέρη, 50 χρόνια μετά την εκδημία του, όπου παρουσιάζονται σε τρεις ενότητες το λογοτεχνικό του έργο, το στοχαστικό του έργο, καθώς και το ημερολόγιό του. Ο μεσημβρινός διάδρομος του ισογείου της Βουλής είναι αφιερωμένος στον Γ. Σεφέρη. Τα κείμενά του και τα μηνύματά του θα βρίσκονται για μήνες σε μεσοτοιχία με το βουλευτήριο, και αυτό ταιριάζει απόλυτα σε έναν μοναδικό πνευματικό άνθρωπο, που στην περίφημη δήλωσή του κατά της δικτατορίας, στις 18/3/1969, μας επιβεβαίωνε «δεν μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας». Η ποίηση του Σεφέρη, μεταξύ άλλων, απέδωσε πυκνά και γοητευτικά την ελληνική πορεία στην Ιστορία. Παράλληλα, εξύμνησε τόπους, πάθη, ιδιαίτερα τη θάλασσα, γιατί «Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος δὲν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιὰ νὰ πονοῦμε».

Πριν από 41 χρόνια, ως φοιτητής, τόλμησα να επικαλεστώ τον Σεφέρη σε κείμενό μου. Αρθρογραφούσα τότε στην εφημερίδα «Νέα Πορεία» και σε ένα άρθρο μου, της 29/6/1980, υπό τον τίτλο «Η παραπλανητική πληροφόρηση», καταφεύγω στον Σεφέρη για ενίσχυση των επιχειρημάτων μου! Στο προλόγισμα της μετάφρασης του Σεφέρη του έργου του Τ. Σ. Ελιοτ «Φονικό στην εκκλησιά», για να καταδείξω πώς διαβάζοντας ένα ιστορικό μυθιστόρημα δεν πρέπει να παίρνουμε τοις μετρητοίς το περιεχόμενό του, γιατί άλλο η ιστορία, άλλο το μυθιστόρημα. Θύμισα, λοιπόν, τα γραφόμενά του: «Ο Θωμάς Μπέκετ, Καγκελάριος και Αρχιεπίσκοπος (1162 μ.Χ.), του Βασιλιά της Αγγλίας, Ερρίκου Β΄, αγωνίστηκε με πάθος για τα δικαιώματα της εκκλησίας… Τον σκότωσαν τέσσερις ιππότες μέσα στην ίδια του την εκκλησιά. Αυτά είναι τα ιστορικά δεδομένα. Δεν είμαι διόλου βέβαιος πως είναι απαραίτητα. Ας μου συγχωρεθεί που τα σημειώνω. Ο Ελιοτ μας λέει ακόμα ότι δεν θέλησε να γράψει ένα χρονικό της πολιτικής του 12 αιώνα, αλλά να συγκεντρώσει την προσοχή του στο θάνατο και το μαρτύριο. Το έργο στην ουσία του δεν είναι ιστορικό… αν έκρινε κανείς το έργο με τη λογική της ιστορίας θα ήταν μεγάλη παρανόηση».

Σήμερα, 41 χρόνια έπειτα από εκείνο το άρθρο, στην έκθεση της Βουλής για τον Σεφέρη προσέθεσα κάτι για το οποίο ο ίδιος μας γράφει: «Μου φάνηκε τόσο στέρεο που ευχήθηκα να το ιδώ γραμμένο στο ανώφλι των πυλών της Βουλής των Ελλήνων». Είναι ένα κρητικό δίστιχο του 1876 που τον εντυπωσίασε:
«Την τύχη του κάθε λαός την κάνει μοναχός του, κι όσα του κάνει η τρέλα του, δεν του τα καν’ οχτρός του» (Γ. Σ., Ικαρος, Μέρες Θ΄, σελ. 127).

* O κ. Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας είναι πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων.

Με τη Μαρώ, στην τελετή απονομής του Νομπέλ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη.

Με τον τρόπο του Γ. Σεφέρη

Της ΛΙΛΙΑΝ ΜΗΤΡΟΥ*

«Ποιήματα». Από το 1982 το «φέρω» μαζί μου, σε διάφορους χρόνους και τόπους και καταστάσεις. Συχνότερα στίχοι διάσπαρτοι, «οι μεγάλες πέτρες», η στέρνα που φύτρωσε στο χώμα, τρία κόκκινα άλογα στο αλώνι, σιωπές αγαπημένες της σελήνης, ασφοδίλια κι αγάπανθοι, τα χαμόγελα των αγαλμάτων κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν, που αναδύονταν σαν πλαίσιο συμβάντων και σκέψεων, υπόμνηση, ερμηνεία, καταφύγιο (όχι μόνο αισθητικό) και κάποτε παρηγορία.

Ας μιλήσω για το «Μυθιστόρημα». Γιατί; Γιατί αποτυπώνει –κατά τη δική μου ανάγνωση και κατανόηση– μία αναζήτηση, αγωνιώδη, ταυτότητας, αυτογνωσίας (προσωπικής και συλλογικής) και αναστοχασμού. «Καὶ ψυχὴ εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτὴν εἰς ψυχὴν αὐτὴ βλεπτέον» (Δ΄).

Την προσπάθεια να εντοπίσουμε και να εδραιώσουμε το στίγμα μας, έστω «κοιτάζοντας, ὁ καθένας, τὸν ἴδιο κόσμο χωριστὰ» (Z΄). Ταξιδεύοντας, «πάνω σὲ καταστρώματα κατελυμένων καραβιῶν» (Η΄), «μετακινώντας τσακισμένες πέτρες», «στριφογυρίζοντας μέσα σὲ σπασμένες πέτρες…», «ψάχνοντας σὲ οἰκοδομὲς γκρεμισμένες ποὺ θὰ ἦταν ἴσως τὸ δικό μας σπίτι, προσπαθώντας νὰ θυμηθοῦμε χρονολογίες καὶ ἡρωικὲς πράξεις» (ΚΒ΄), συναντώντας γυναίκες «ἀγριεμένες [που] γύρευαν τὸ Μεγαλέξαντρο καὶ δόξες βυθισμένες στὰ βάθη τῆς Ἀσίας» (Δ΄).

«…[Δ]εθήκαμε καὶ σκορπιστήκαμε καὶ παλέψαμε μὲ δυσκολίες ἀνύπαρχτες ὅπως λέγαν» (ΚΒ΄). Κι όχι, καθόλου δεν «μᾶς ἦταν εὔκολο ν᾿ ἀντλήσουμε εἴδωλα καὶ στολίδια γιὰ νὰ χαροῦν οἱ φίλοι ποὺ μᾶς ἔμεναν ἀκόμη πιστοί» (Β΄). Κι όμως, κι ας «[γ]υρίσαμε στὰ σπίτια μας τσακισμένοι μ᾿ ἀνήμπορα μέλη, μὲ τὸ στόμα ρημαγμένο» (Α΄) από την (μάταιη;) αναμονή του αγγέλου, «[ξ]αναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά» (ΙΒ΄), «ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία» (ΚΑ΄). Αναζητώντας τη γαλήνη, όχι μόνο «για να τη διδάξουμε» (ΚΔ΄).

Καμιά φορά ο στίχος γίνεται εικόνα, όταν –κάθε φορά εκστασιασμένη– βλέπω, ταξιδεύοντας, τις αλληλουχίες των βουνοσειρών στον ορίζοντα, διαδοχικές αποχρώσεις του μπλε μέχρι που χάνονται – «ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά. Τον κλείνουν οι δύο μαύρες Συμπληγάδες» (Ι΄), σκέφτομαι –όχι χωρίς ένα σφίξιμο και μία ενοχή– καμιά φορά.

* Η κ. Λίλιαν Μήτρου είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αιγαίου, δικηγόρος, μέλος ΕΣΡ.

Λονδίνο, Φεβρουάριος 1932. Ο Σεφέρης τοποθετείται υποπρόξενος εκεί το καλοκαίρι του 1931.

Ο σταθμός και η στάση

Της ΧΑΡΙΤΙΝΗΣ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΚΗ*

Ιδού τι αφηγείται το ποίημα «Τελευταίος σταθμός»: ένας σαραντατετράχρονος διπλωματικός ακόλουθος βρίσκεται μαζί με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση καθηλωμένος για μέρες σε ένα παραθαλάσσιο τυρρηνικό χωριό, στην περιοχή της Καμπανίας, στη χερσόνησο του Σαλέρνο. Είναι Οκτώβριος του 1944 και ξεσπά μια φθινοπωρινή μπόρα, όμως το φεγγάρι διαπερνά τα σύννεφα και φαίνεται ολοκάθαρα. Ο ηπειρωτικός όγκος που έχει στην πλάτη του και που τον κρατάει μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον προορισμό του, δεν τον εμποδίζει να απολαύσει για μια στιγμή τον θαλασσινό αέρα της Μεσογείου κάτω από τον έναστρο ουρανό. Η γκρίζα θάλασσα που έχει μπροστά του δεν είναι το Αιγαίο, δεν είναι καν το Ιόνιο. Είναι όμως θάλασσα και υπό το φως του ωραίου φεγγαριού ευνοεί τα ταξίδια της σκέψης και τους συνειρμούς. Εκείνη τη στιγμή αρχίζει η νύχτα του, όταν όλοι οι άλλοι έχουν αποκοιμηθεί και εκείνος έχει μείνει μόνος και, για πρώτη φορά μετά την κούραση της μέρας, άεργος, μην έχοντας τίποτα άλλο να κάνει παρά να περιμένει. Η προσμονή μπλέκεται με την αγωνία του και η χαρά του με τη θλίψη. Λαχταρά την πατρίδα του, ψάχνει παρηγοριά στο παρελθόν και προσπαθεί να πιαστεί από τους ανθρώπους. Αλλά η πατρίδα του είναι σε πόλεμο, οι άνθρωποι είναι βυθισμένοι στη διαβρωτική του ουσία, βλέπει παντού γύρω του κατεργαριά και κάθε ανάμνηση προαναγγέλλει το σπαραγμό του επικείμενου εμφυλίου. Ξαφνικά, έχει μια αναλαμπή αλλά δεν τολμάει να το παραδεχτεί ούτε στον εαυτό του. Ποτέ άλλοτε δεν βρισκόταν τόσο ουσιαστικά στον προορισμό του, όσο αυτή τη στιγμή, σε αυτή τη μεταβατική γη, που είναι αρκούντως ξένη για να τον θωρακίσει από το παρελθόν και αρκούντως γνώριμη για να τον προστατεύει από το μέλλον.

Σε αυτό το ποίημα του Σεφέρη επιστρέφω συστηματικά σε στιγμές ενδοσκόπησης από ποικίλες μεταβατικές «γαίες» όπως ζώνες αναμονής, σταθμούς και αεροδρόμια, που συνθέτουν την αρχιτεκτονική μιας σύγχρονης, πιο ευέλικτης και ανώδυνης, ξενιτιάς.

* Η κ. Χαριτίνη Καρακωστάκη είναι κοινωνιολόγος.

Αφήγηση

Του ΣΠΥΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ*

Οταν η μουσική και η φωνή ενός τραγουδιστή «ντύνουν» με όμορφο τρόπο ένα ποίημα του Σεφέρη, η τέχνη «βρίσκεται στα καλύτερά της». Ισως γι’ αυτό ξεχωρίζω την «Αφήγηση», που μελοποιήθηκε και ερμηνεύθηκε από τον Μίλτο Πασχαλίδη. Δεν γνωρίζω τι είχε στο μυαλό του ο Σεφέρης όταν έγραφε αυτό το ποίημα, ούτε γνωρίζω τι σκέφτονται οι άλλοι όταν διαβάζουν το ποίημα ή ακούν την εκτέλεση του Πασχαλίδη. Αλλωστε, και εμείς οι «στεγνοί» νομικοί λέμε ότι το βασικό χαρακτηριστικό της τέχνης είναι η πολλαπλή ερμηνεία της από τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Η «Αφήγηση» μου αρέσει γιατί μιλάει για τον διαφορετικό άνθρωπο, αυτόν που δεν ακολουθεί τα καλούπια της εποχής του. Είναι αυτό που στον δημόσιο διάλογο ονομάζεται ως δικαίωμα στη διαφορετικότητα. Με τα λόγια του ποιητή: «Οι άλλοι άνθρωποι φροντίζουν τις δουλειές τους (…) αυτός έχει δυο μάτια σαν παπαρούνες σαν ανοιξιάτικες κομμένες παπαρούνες».

Η «Αφήγηση» δεν μου προκαλεί όμως μόνο χαρούμενα συναισθήματα. Με λυπεί κιόλας. Γιατί δείχνει και την υποκρισία της κοινωνίας. Που, από τη μια, μιλάει για τον σεβασμό της μοναδικότητας του κάθε ανθρώπου και, από την άλλη, οδηγεί τον «αποκλίνοντα» στο περιθώριο. Μιας κοινωνίας που, από τη μια, εκθειάζει στα λόγια τη διαφορετικότητα και, από την άλλη, διαβάζει τα ίδια πράγματα, ακούει την ίδια μουσική, ακολουθεί τυφλά τη μόδα και γενικότερα λειτουργεί ως «μάζα» ή, ακόμα χειρότερα, ως όχλος. Και αν στην εποχή του Σεφέρη ήταν κάπως καλύτερα τα πράγματα, στη σημερινή εποχή του Διαδικτύου, των influencers και των μέσων κοινωνικής κοινωνικής δικτύωσης, δύσκολα ξεφεύγεις από τα πρότυπα. Το «πολιτικώς ορθόν» είναι το σύγχρονο Ευαγγέλιο.

Υπάρχει όμως και κάτι που είναι ίσως και χειρότερο από την περιθωριοποίηση του διαφορετικού ανθρώπου: Το να τον συνηθίσεις και να τον προσπεράσεις, χωρίς ποτέ να προσπαθήσεις να τον μάθεις, να τον συναντήσεις πραγματικά. Και πάλι με τα λόγια του ποιητή: «Τον συνηθίσαμε» τον διαφορετικό άνθρωπο και «δεν αντιπροσωπεύει τίποτε». Οπως «όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει και σας μιλώ γι’ αυτόν γιατί δε βρίσκω τίποτε που να μην το συνηθίσατε».

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Πολιτισμός: Τελευταία Ενημέρωση