ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
Τελευταία Ενημέρωση: 18:00
 

Δύο θεατρίνοι για μια «Δούκισσα»

Το τελευταίο βιβλίο του Διονύση Ν. Μουσμούτη είναι σημαντικό για την ιστοριογραφία του νεοελληνικού θεάτρου

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΗΣ ΕΛΣΑΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ

ΔΙΟΝΥΣΗΣ Ν. ΜΟΥΣΜΟΥΤΗΣ
Ο Διονύσιος Ταβουλάρης,
η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου
και η «Δούκισσα των Αθηνών»
εκδ. Πλέσσα
Ζάκυνθος 2019

Το τελευταίο βιβλίο του Διονύση Ν. Μουσμούτη, αν και εμμέσως –λόγω της ζακυνθινής καταγωγής των «πρωταγωνιστών»– άπτεται των σταθερών ενδιαφερόντων του για το επτανησιακό –κυρίως το ζακυνθινό– θέατρο, φωτίζει πτυχές της αθηναϊκής θεατρικής ζωής κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, η οποία βρίθει σημαντικών γεγονότων – η πτώχευση του 1893, η «έξοδος» του Τρικούπη, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896, το «απαίσιον» 1897, ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος.

Το πόνημα έχει ως άξονα τις –μεταξύ 1894 και 1896– επιστολές της ιδιόρρυθμης «ντίβας» Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου και του λόγιου θιασάρχη Διονυσίου Ταβουλάρη προς τον συγγραφέα και διπλωμάτη Κλέωνα Ραγκαβή, με διακύβευμα τη διεκδίκηση αμφοτέρων να ανεβάσουν το έργο του «Η Δούκισσα των Αθηνών», επ’ ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων. Η έρευνα του Μουσμούτη είναι, ως συνήθως, ενδελεχής, κατά το δυνατόν εξαντλητική, η διασταύρωση των πηγών προσκομίζει χρήσιμα στοιχεία, ενώ ο σχολιασμός οδηγεί σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα, αποκαλύπτοντας, με αφετηρία την υποκειμενική οπτική των επιστολογράφων, εκφάνσεις του θεατρικού, πνευματικού και –εν τινι μέτρω– οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος της εποχής. Σε όλα τα παραπάνω συμβάλλει το συνοδό υλικό του «Επιμέτρου», ενώ ως κατατοπιστικός «οδηγός ανάγνωσης» λειτουργεί ο «Πρόλογος» του εν Ελλάδι θεμελιωτή της επιστημονικής θεατρολογικής έρευνας, Βάλτερ Πούχνερ, που αναλύει το μεθοδολογικό πλαίσιο, την ειδολογική κατηγοριοποίηση και την ένταξη του εγχειρήματος στο corpus των θεατρολογικών μελετών.

Το βιβλίο είναι σημαντικό για την ιστοριογραφία του νεοελληνικού θεάτρου και πολύτιμο για τους ερευνητές εφόσον αναδεικνύει ανέκδοτο υλικό, εντούτοις το διατρέχουν επίσης ζητήματα που αντικατοπτρίζουν τη σύγχρονή μας θεατρική πραγματικότητα. Καθώς η «Δούκισσα των Αθηνών» απαιτούσε μιαν «υπερπαραγωγή», που δυσχέραινε την εν Ελλάδι παράσταση, καταγράφει την αγωνιώδη προσπάθεια υποστήριξης ακριβών παραγωγών και την καταφυγή στην ευρωπαϊκή σκηνή – κάτι σαν το σημερινό brain drain που αγγίζει και τον χώρο της τέχνης. Συγχρόνως, η ευρωπαϊκή παράσταση λειτουργούσε ως πρότυπο, διά της δεδηλωμένης –και αποενοχοποιημένης– αντιγραφής σκηνικών και κοστουμιών – σήμερα, αντιθέτως, ενίοτε βλέπουμε αδήλωτες αντιγραφές.

Η φιλοδοξία συμπερίληψης του έργου στο πλαίσιο των Αγώνων έχει το σύγχρονο ανάλογό της στην προσπάθεια ένταξης καλλιτεχνικών εγχειρημάτων σε θεσμικές διοργανώσεις (φεστιβάλ, εορτασμός 200 χρόνων από την Επανάσταση κ.ά.), ενώ οι αντιπαραθέσεις με θεσμικά όργανα –εν προκειμένω την επιτροπή που θα επιχορηγούσε θεατρικές εκδηλώσεις παράλληλες των Αγώνων και η οποία εγκαλείται για αβελτηρία, καθυστερήσεις και αδιαφάνεια– παραπέμπουν, ανεξαρτήτως λόγων (ανάληψη διευθύνσεων στο παρά πέντε κ.λπ.), στο σημερινό σύνηθες καθεστώς «ιδιότυπης ομηρίας» εν αναμονή αποφάσεων «της τελευταίας στιγμής».

Ο Διονύσιος Ταβουλάρης ως Μέγας Κωνσταντίνος στη «Φαύστα» του Δημ. Βερναρδάκη (1893).

Η αδυναμία συσπείρωσης δυνάμεων, συναρτήσει του «βεντετισμού» και των «μικροφιλοδοξιών», εξαιτίας της οποίας οι Ελληνες ηθοποιοί κρίνονται από τον Τύπο ως «άξιοι συλλυπητηρίων», θυμίζει σημερινές καταστάσεις, όπου όμως, περισσότερο και από τους ηθοποιούς, πλέον «βεντέτες» θεωρούνται μάλλον οι σκηνοθέτες. Πάγιο φαινόμενο η δυσκολία συνεργασιών, αν και η τελευταία δεκαετία της κρίσης επέβαλε, εν τινι μέτρω, και την αντίθετη τάση. Παράλληλα, στη διαμάχη επιστρατεύεται το επιχείρημα της «ποιότητας». Η Παρασκευοπούλου, ισχυριζόμενη πως ο «αντίπαλος» στερείται ηθοποιών «προς παράστασιν σοβαρών τραγικών έργων», θυμίζει τον σημερινό διαχωρισμό «ποιοτικών» και «εμπορικών». Εντούτοις, προ του κοινού κινδύνου –όταν η επιτροπή επιχορηγεί την «Αντιγόνη» του Μιστριώτη–, ο «πόλεμος» των επαγγελματιών υποχωρεί έναντι της διαμάχης με τους ερασιτέχνες «αρχαιοεμπόρους» – πρόσφατο ανάλογο ο συνασπισμός του θεατρικού κόσμου υπό την «απειλή» της τοποθέτησης Φαμπρ στη διεύθυνση του Ελληνικού Φεστιβάλ.

Οι πελατειακές σχέσεις και η χρήση «υψηλών γνωριμιών» αποτυπώνονται ως διαχρονική νεοελληνική παθογένεια. Ο Ταβουλάρης επικαλείται τη σχέση με τον πατέρα Ραγκαβή, αναφέρεται σε υποσχέσεις οικονομικά και πολιτικά ισχυρών, ενώ η Παρασκευοπούλου τρέχει «από Γραφεία εις Γραφεία και από Βασιλείς εις Διαδόχους». Εκατόν είκοσι χρόνια μετά, ο συγχρωτισμός και η εξάρτηση από κέντρα εξουσίας –οικονομικής και πολιτικής– καλά κρατούν, ενώ οι πολύπλοκες σχέσεις καλλιτεχνών και Τύπου εκφράζονται, τότε και τώρα, παρεμφερώς: παράπονα, ευνοϊκή μεταχείριση λόγω «κουμπαριάς», αιτήματα μεσολάβησης δίνουν και παίρνουν – μόνο που πλέον η διαμεσολάβηση αποτελεί και επίσημο επάγγελμα.

Συγχρόνως, το βιβλίο αποτυπώνει έναν δημόσιο διάλογο για πνευματικά και καλλιτεχνικά θέματα, που δεν ευνοεί την εποχή μας στη σύγκριση, καθώς ανάλογες ζυμώσεις, με αφορμή ένα θεατρικό γεγονός, σήμερα καταλαμβάνουν όλο και λιγότερο χώρο.

Η οικονομική δυσπραγία που μαστίζει το θέατρο αναδύεται, ενίοτε με σπαρακτικό τρόπο, καθώς «αι εισπράξεις [...] είναι ικανώς γλίσχραι» – πάλαι και νυν. Παρεπόμενο είναι η προσέγγιση του Ραγκαβή δίκην «μαικήνα». Οι επιλογές της θεατρικής ζωής υπόκεινται πάντοτε στη βούληση των κέντρων χρηματοδότησης, είτε πρόκειται για τον συγγραφέα που επωμίζεται τα έξοδα των κοστουμιών είτε για τον ρόλο των σύγχρονων ιδρυμάτων, ενώ ο σημερινός ανεξέλεγκτος θεατρικός πληθωρισμός κάλλιστα θα περιγραφόταν με δημοσίευμα του 1896»: «επί τοσούτον επληθύνθησαν επ’ εσχάτων οι Ελληνες ηθοποιοί [...] μέχρι του σημείου, του να μη δύνανται ούτε τα προς το ζην να πορισθώσιν...».

Εν κατακλείδι, οι σύγχρονες αναλογίες και το προσωπικό ύφος των επιστολογράφων –χαρίεν, εκρηκτικό, οργίλο, σκωπτικό, αφελές ή περισπούδαστο, που αναδεικνύει ανάγλυφα τις δύο προσωπικότητες συμβάλλοντας στην απόλαυση της ανάγνωσης– καθιστούν το βιβλίο, πέρα από πολύτιμη ψηφίδα θεατρικής ιστορίας, ανάγνωσμα θελκτικό και για ένα ευρύτερο κοινό.

* Η Ελσα Ανδριανού είναι θεατρολόγος.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Βιβλίο: Τελευταία Ενημέρωση

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ο Νικολό Μακιαβέλι βρέθηκαν τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις στον ίδιο τόπο και είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν, χωρίς να είναι γνωστό αν τελικά συναντήθηκαν

Μια θρυλική συνάντηση

Ο γκονφαλονιέρο Πιέρο Σοντερίνι αναθέτει στον Λεονάρντο ντα Βίντσι να συνθέσει μια τοιχογραφία
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΒΙΒΛΙΟ
X