ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Μνήμες ενός κοσμοπολίτη δημοσιογράφου

Στο βιβλίο «Χάρης Λυμπερόπουλος: “Κοντά στον αιώνα”. Συνομιλώντας με τον πατέρα μου»

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΗΣ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Κατερίνα Λυμπεροπούλου
Χάρης Λυμπερόπουλος: «Κοντά στον αιώνα».
Συνομιλώντας με τον πατέρα μου
εκδ. Πατάκη, σελ. 336

Κάθε φορά που διαβάζω μια αυτοβιογραφία, θυμάμαι τη ρήση του Τζορτζ Οργουελ: «Μια αυτοβιογραφία μπορούμε να την πιστέψουμε μόνο όταν αποκαλύπτει κάτι αρνητικό». Αδικεί, νομίζω, κατάφωρα το είδος ο Οργουελ, θέτοντας αυτήν την προδιαγραφή. Πέρα από το πώς είδε ο αυτοβιογραφούμενος τον εαυτό του, αν τον ηρωοποιεί δηλαδή ή όχι, αυτό που έχει ίσως περισσότερο ενδιαφέρον είναι τι θυμάται και πώς είδε τον καιρό του, τις δεκαετίες τις οποίες διέτρεξε στην πορεία του, τη μεγάλη Ιστορία που επηρέασε τη μικρή, προσωπική του ιστορία, σε συνδυασμό με τα «θέλω», τα «πρέπει» και τα «μπορώ» του.

Το βιβλίο «Χάρης Λυμπερόπουλος: “Κοντά στον αιώνα”. Συνομιλώντας με τον πατέρα μου» μάλλον αυτοβιογραφία πρέπει να χαρακτηριστεί, αφού πρόκειται για μια χειμαρρώδη αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο – που προκαλείται, βεβαίως, από τις εύστοχες ερωτήσεις της Κατερίνας Λυμπεροπούλου, κόρης του Λυμπερόπουλου. Ο στόχος της, όπως λέει η ίδια, ήταν να μη σκορπιστούν στη λήθη οι μνήμες ενός Αθηναίου αθλητή, δημοσιογράφου και κοσμοπολίτη, αυτόπτη μάρτυρα των σημαντικότερων γεγονότων του 20ού αιώνα. Να μην σκορπιστούν στη λήθη και οι μνήμες μιας οικογένειας, θα προσέθετα. Γιατί η αντικειμενική ματιά της δημοσιογράφου/συγγραφέως σε αυτήν την έκδοση μπλέκεται γλυκά με την τρυφεράδα και την αγάπη της κόρης.

Στο εξώφυλλο, ο Χάρης Λυμπερόπουλος στο άλμα εις μήκος, το αγώνισμα που μαζί με το πένταθλο του έδωσε τον τίτλο του πρωταθλητή στο πρώτο μεταπολεμικό Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Στίβου, το 1946.

Από τον 98χρονο σήμερα πατέρα της, άλλωστε, η ίδια έμαθε «πόση αξία έχουν οι σταθερές, οι άγκυρές μας. Το να τιμάμε τις βάσεις μας. Κι εκείνος πάτησε πάνω σε στέρεο έδαφος για να εκτιναχθεί στη ζωή του», λέει. Κι από τον δημοσιογράφο Λυμπερόπουλο; «Την ακεραιότητα. “Πρόσεξε μονάχα μην τον διαφθείρεις”, ήταν ο όρος που έθεσε ένας από τους ισχυρότερους εκδότες εφημερίδων του 20ού αιώνα, ο Νάσος Μπότσης, στον ιδιοκτήτη του καζίνο της Πάρνηθας, όταν εκείνος του ζήτησε την άδεια να αναθέσει στον Χάρη Λυμπερόπουλο, επικεφαλής τότε του αθλητικού τμήματος της “Απογευματινής”, την ευαίσθητη θέση του διευθύνοντος συμβούλου του Μον Παρνές. Αυτό που σηματοδοτεί η δήλωση του Μπότση για την προσωπικότητα του Λυμπερόπουλου είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά του...».

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος σε χορό στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία».

Το μαρτυράει και ο τίτλος του βιβλίου, που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Πατάκη: κοντά έναν αιώνα καλύπτει. Η διαδρομή ξεκινά από το σπίτι της οδού Θαλού 5, στην Πλάκα, όπου ο Χάρης Λυμπερόπουλος γεννήθηκε το 1922. Η αυστηρή μητέρα και ο ανεκτικός πατέρας («Εκείνη με είχε χτυπήσει πολλές φορές για τις αταξίες που έκανα, εκείνος ποτέ»)· η λαχτάρα του να γίνει αθλητής που γεννήθηκε όταν παρακολούθησε τους Βαλκανικούς Αγώνες Στίβου στο κατάμεστο Καλλιμάρμαρο το 1929· η εφηβεία στην Κατοχή· τα πρώτα γκολ στον Πανιώνιο· τα Δεκεμβριανά, η σύλληψη και η φυλάκισή του στο Γουδί· η συμμετοχή στο πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα που διοργανώθηκε μεταπολεμικά, το 1946· οι αγώνες πετοσφαίρισης με συμπαίκτη τον μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κάρολο Παπούλια, «που είχε πολύ δυνατό καρφί»· το ταξίδι στην Αμερική και οι σπουδές δημοσιογραφίας στο πανεπιστήμιο Σίρακιουζ· η επιστροφή στην Ελλάδα και το ξεκίνημα στην «Αθηναϊκή»· οι πρώτες δημοσιογραφικές επιτυχίες και η συνέντευξη με τον Στρατάρχη Τίτο· το πάθος για τους αγώνες αυτοκινήτου· η φιλία με τον εκδότη Νάσο Μπότση· το αθλητικό τετρασελιδο της «Απογευματινής»· η «χρυσή περίοδος» στο καζίνο τη Πάρνηθας· ο γάμος με την Αθηνά, οι δύο κόρες, Κατερίνα και Γκρέτα, και τα τέσσερα εγγόνια. Σχεδόν εκατό πολυκύμαντα χρόνια σε 336 σελίδες.

Ο Μεσοπόλεμος

Συνήθως, τρώγαμε το γλυκό μας είτε στου «Τσίτα», που βρισκόταν στην Πανεπιστημίου, απέναντι από το Πανεπιστήμιο, είτε στο «Πέτρογραδ», που ήταν στην Σταδίου. Στην πλατεία Συντάγματος σύχναζαν οι κατά καιρούς «επαναστάτες», ή οι αντιρρησίες κάθε εποχής, ας πούμε... Στο Σύνταγμα υπήρχαν δύο καλά ζαχαροπλαστεία: του «Ζαγορίτη», πλατεία Συντάγματος και Ερμού, και του «Ζαχαράτου», όπου πήγαιναν τότε οι πολιτικοί και οι σημαντικοί άνθρωποι – ήταν στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο NJV Athens Plaza. Πολύ σπουδαίο μαγαζί. Οι πελάτες του ήταν κυρίως μεγάλης ηλικίας. Τους άκουγες να συζητούν για την πολιτική. Ενα άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι τα γλυκά που σερβίρονταν στα καφενεία δεν είχαν εν αφθονία το βούτυρο και τη ζάχαρη. Αλλά οπωσδήποτε ήταν πολύ καλύτερα από εκείνα που έβρισκες στις διάφορες συνοικίες. Το κατάστημα του «Ζωναρά» ήταν λίγο μεταγενέστερο, αλλά επίσης πολύ παλιό. Επίσης, υπήρχε το Brazilian, κομβικής σημασίας για εκείνα τα χρόνια – περίπου σύγχρονο του «Ζωναρά». Ολα αυτά τα μαγαζιά λειτουργούσαν προπολεμικά.

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος στους Μεσογειακούς Αγώνες Στίβου της Κωνσταντινούπολης, το 1948 (όρθιος, έκτος από δεξιά).

Η γερμανική Κατοχή

Στη διάρκεια της Κατοχής, η Αθήνα είχε ερημώσει· κανένας δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους. Μονάχα κάποιο γερμανικό αυτοκίνητο περνούσε κάπου κάπου. Οσο για το ζήτημα των νεκρών από την πείνα, τους έβλεπα καθημερινά. Φεύγοντας με τα πόδια από το σπίτι μου στη λεωφόρο Συγγρού, ανέβαινα την οδό Ακαδημίας για να φτάσω στη Νομική Σχολή, στη Σίνα, και υπήρχαν πάντοτε δύο ή τρία πτώματα στα πεζοδρόμια. Μάλιστα, το αδιανόητο είναι πως έπειτα από μικρό διάστημα αντιμετώπιζες το θέαμα ως απολύτως φυσιολογικό: περνούσες από πάνω τους χωρίς να σε ενδιαφέρει εάν βρίσκονται μπρος στα πόδια σου.

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος με τον Νίκο Ρίζο στην Υδρα, τη δεκαετία του ’60.

Ιδιαίτερα μετά τον χειμώνα του 1941, ο θάνατος κάποιου από την πείνα ή το κρύο ήταν μια απλή διαπίστωση. Τίποτε περισσότερο... Στις δώδεκα το μεσημέρι περνούσε το χειροκίνητο καρότσι του Δήμου Αθηναίων –ο οποίος εξακολουθούσε να λειτουργεί υποτυπωδώς– για να τους μεταφέρει, μάλλον, σ’ έναν ομαδικό τάφο. Δεν ξέρω πού ακριβώς τους έθαβαν, πάντως η περισυλλογή των πτωμάτων γινόταν καθημερινά ή –τουλάχιστον– ανά δύο ημέρες.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Ελσίνκι και η συνάντηση με τον Τίτο

Ο Χάρης Λυμπερόπουλος στο Κόνι Αϊλαντ της Νέας Υόρκης, το 1947.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1952 στο Ελσίνκι ήταν οι πρώτοι που κάλυψα δημοσιογραφικά δουλεύοντας στην εφημερίδα «Αθηναϊκή». Ηταν πραγματικά συγκινητικό, στην πρώτη μου τόσο σημαντική αποστολή ως αθλητικογράφος, να βλέπω τα μέλη της ελληνικής αποστολής να εισέρχονται στο γήπεδο με σημαιοφόρο τον δισκοβόλο Νίκο Σύλλα, τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων – κι από τα ινδάλματα που είχαν παίξει μεγάλο ρόλο στην ενασχόλησή μου με τον αθλητισμό. Για την ιστορία, να σημειώσω ότι ο Σύλλας κατέγραψε την τελευταία διεθνή του διάκριση στο Ελσίνκι, φθάνοντας στην ένατη θέση, με επίδοση 48,99 μ. Μιλώντας για τις υπόλοιπες ελληνικές συμμετοχές, πρέπει ν’ αναφερθούμε στον αγώνα, προκριματικό για τους Ολυμπιακούς, που διεξήχθη ανάμεσα στην εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου –η οποία απαρτιζόταν από ερασιτέχνες αθλητές– και την ομάδα της Δανίας, που από κάθε άποψη υπερτερούσε των Ελλήνων. Χαρακτηριστικό της ποιότητας της αντιπάλου ήταν το γεγονός πως στο μεγαλύτερο μέρος του αγώνα δεν καταφέραμε να περάσουμε τη σέντρα για να επιτεθούμε. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η ήττα μας με 2-1 λογίζεται ως κατόρθωμα.

Η περίφημη φωτογραφία

 Η συνάντηση με τον στρατάρχη Τίτο έγινε για λογαριασμό της εφημερίδας «Αθηναϊκή» το 1952 και ήταν κατόρθωμα για την εποχή.

Μόλις ολοκλήρωσε την ομιλία του, εν μέσω ενθουσιωδών χειροκροτημάτων, ο αρχηγός της μυστικής αστυνομίας με ενημέρωσε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον συναντήσω, στον διάδρομο του κοινοβουλίου. Πλησίασα τον φωτογράφο και, μιλώντας του σε όλες τις γλώσσες που ήξερα –αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά–, του υποσχέθηκα αμοιβή δέκα δολαρίων για κάθε φωτογραφία που θα είχα από τη συνάντησή μας. Το συνολικό ποσόν μπορούσε να φτάσει τα χίλια δολάρια, ισοδυναμώντας με μια μικρή περιουσία για τον ίδιο. Σταθήκαμε στον διάδρομο κι έπειτα από λίγο είδαμε τον Τίτο να πλησιάζει μαζί με τη συνοδεία του. Ο φωτογράφος πήρε θέση απέναντί μας, γονατιστός, με τα χέρια του να τρέμουν, όπως θυμάμαι χαρακτηριστικά.

Ο Τίτο με χαιρέτησε μιλώντας στα γερμανικά· δυστυχώς δεν μπόρεσα να καταλάβω τι μου είπε. Με τα ελάχιστα γερμανικά που γνώριζα, απάντησα απλώς «χίλια ευχαριστώ». Ταυτόχρονα θέλησα να του κάνω κάποιο δώρο, αλλά το μόνο που βρήκα στην τσέπη μου ήταν ένα αναμνηστικό τσολιαδάκι της μιας δραχμής, που πουλούσαν στα τουριστικά περίπτερα. Μόλις το πήρε στα χέρια του, απόρησε· του εξήγησα πως πρόκειται για «άντρα της εθνικής φρουράς της Ελλάδος», οπότε το δέχτηκε μ’ ευχαρίστηση.

Ετσι προέκυψε η περίφημη φωτογραφία της συνάντησής μου με τον Τίτο, την οποία διατηρώ στο προσωπικό αρχείο μου. Οπως συμβαίνει με οποιοδήποτε πολύτιμο αντικείμενο, άρχισα ν’ ανησυχώ μήπως χαθεί κάπου ή μήπως μου την πάρουν. Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο, την έβαλα μέσα στο μαξιλάρι μου, ώστε να κοιμηθώ επάνω της! Οταν μετέφερα τα ευχάριστα νέα στην Αθήνα, επικράτησε ενθουσιασμός, ήταν απίστευτο κατόρθωμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση

X