ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Στην αφάνεια μια ολόκληρη γενιά καλλιτεχνών

Χρειαζόμαστε μια σωστή Πινακοθήκη Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης, ώστε να αναδειχθούν οι Κύπριοι καλλιτέχνες και το έργο τους

Της Λουΐζας Λούη

Γιατί δεν είναι τόσο αναγνωρίσιμοι οι Κύπριοι καλλιτέχνες του Μεσοπολέμου; Πόσο σημαντικοί είναι στην κυπριακή ιστορία τέχνης, αλλά και γιατί δεν υπάρχουν αρκετές έρευνες, εκπαιδευτικά προγράμματα και εκθέσεις για τους αυτούς τους καλλιτέχνες; Ερωτήματα που τίθενται στον καθένα, ο οποίος ενδιαφέρεται για την κυπριακή τέχνη και τους ντόπιους καλλιτέχνες. Η «Κ» μίλησε με τρεις ειδικούς, την Ελένη Νικήτα διδάκτωρ Ιστορίας της Τέχνης, με την Γκλόρια Κασσιανίδου ιδιοκτήτρια της γκαλερί Γκλόρια και με την κα Γιούλα Χατζηγεωργίου, καθηγήτρια στο ΤΕΠΑΚ στο Τμήμα Καλών Τεχνών και καλλιτέχνιδα. Η κα Νικήτα εξήγησε στην «Κ» για τους «καλλιτέχνες του Μεσοπολέμου» όπως τους αναφέρει και η ίδια, «Οι καλλιτέχνες, οι οποίοι άρχισαν να δίνουν σημαντικό έργο μετά την Ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 είναι ουσιαστικά οι καλλιτέχνες του Μεσοπολέμου, δηλαδή αυτοί που γεννήθηκαν μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Η γενιά αυτή έδωσε πολύ σημαντικούς καλλιτέχνες, οι οποίοι ηγήθηκαν για πάρα πολλά χρόνια του κυπριακού εικαστικού γίγνεσθαι, αφήνοντας το αποτύπωμά τους στην τέχνη που δημιουργήθηκε στην Κύπρο μετά την Ανεξαρτησία. Στη γενιά αυτή ανήκουν, επίσης, οι καλλιτέχνες που με τις συμμετοχές τους σε μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις και Μπιενάλε στο εξωτερικό άρχισαν να κάνουν γνωστή την τέχνη του τόπου μας πέρα από τα σύνορά μας. Το έργο τους είναι αρκετά αναγνωρίσιμο, περισσότερο, όμως, μεταξύ των μεγαλύτερων σε ηλικία συμπολιτών μας. Δυστυχώς, το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη στον τόπο μας, μια σωστή Πινακοθήκη Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης, μέσα από την οποία να αναδεικνύεται επιστημονικά η αξία του έργου της γενιάς αυτής και η σημασία του στην πορεία που ακολούθησε η τέχνη στον τόπο μας, είναι ιδιαίτερα λυπηρό γεγονός με καταστροφικά αποτελέσματα, γιατί έτσι δεν καταγράφεται η ιστορική πορεία της σύγχρονης κυπριακής τέχνης». Η κα Νικήτα τόνισε για τη σημαντικότητα των έργων των καλλιτεχνών πως το έργο αυτής της γενιάς είναι πολύ σημαντικό. «Πρόκειται για ένα έργο που εμβάθυνε στα διδάγματα των μοντερνιστικών κινημάτων και που προχώρησε αγκαλιάζοντας και πιο σύγχρονα μεταπολεμικά κινήματα, όπως αυτά της ανεικονικής και εννοιολογικής τέχνης. Επίσης, ο Νίκος Κουρούσιης που ανήκει σ΄ αυτή τη γενιά είναι ο εισηγητής στην Κύπρο της τέχνης του video και του κομπιούτερ. Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι πρόκειται για τη γενιά που είχε παρόμοιους εικαστικούς προβληματισμούς και κατεύθυνε την έρευνά της σε παραπλήσια πεδία με αυτά που απασχολούσαν τη διεθνή τέχνη».

Έργο του Αντρέα Σαββίδη στην Γκαλερί Γκλόρια

Η κα Νικήτα αναφέρει ότι «Δεν θα έλεγα ότι έχει μελετηθεί ικανοποιητικά η γενιά αυτή των καλλιτεχνών», λέγοντας ότι «Περισσότερο μελετήθηκε το έργο του Χριστόφορου Σάββα. Υπάρχουν, βέβαια, κείμενα σε καταλόγους ατομικών ή ομαδικών εκθέσεων και κάποιες εκδόσεις. Πιστεύω, όμως, ότι υπάρχουν ακόμη αρκετά να γίνουν». Στο ερώτημα εάν η μετέπειτα γενιά των κύπριων καλλιτεχνών έχει εμπνευστεί ή επηρεαστεί καθόλου από την προηγουμένη, η κα Νικήτα απάντησε πως δεν έχουν γίνει μελέτες πάνω σ΄ αυτό το θέμα ώστε να μπορέσει να απαντήσει με ασφάλεια. «Εκείνο που διαπιστώνω είναι ότι, παρόλο που πολλά θέματα επανέρχονται, οι νεότερες γενιές εμπλούτισαν θεματογραφικά την κυπριακή τέχνη, εισάγοντας θέματα που άπτονται προσωπικών μυθολογιών αλλά ταυτόχρονα και με θέματα κοινωνιολογικού και πολιτικού περιεχομένου. Εκφράζονται δε συχνά με εγκαταστάσεις στον χώρο, video art και γενικά αξιοποιούν τη σύγχρονη τεχνολογία».

Έργο του Νίκου Δυμιώτη στην Γκαλερί Γκλόρια

«Δυστυχώς, το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη στον τόπο μας, μια σωστή Πινακοθήκη Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης, είναι ιδιαίτερα λυπηρό γεγονός με καταστροφικά αποτελέσματα», τόνισε η κα Νικήτα

Δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος

Η Γκλόρια Κασσιανίδου είπε στην «Κ» χαρακτηριστικά, «Με ρωτάτε πόσο αναγνωρίσιμοι θεωρούνται οι καλλιτέχνες της πρώτης γενιάς μετά την Ανεξαρτησία. Λυπούμαι παρά πολύ διότι πιστεύω ότι υπάρχει τόσο μεγάλη άγνοια για τους περισσότερους από αυτούς που είναι τραγικό. Υπάρχουν, ακόμα και νέοι καλλιτέχνες όχι μόνο το κοινό που δεν έχει ακούσει το όνομά τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να ταυτοποιήσουν το όνομα με το έργο. Πράγμα που είναι θλιβερό». Τονίζει δε ότι το κράτος είναι «σχεδόν αδιάφορο» για το έργο αυτών των σπουδαίων καλλιτεχνών: «Όλοι αυτοί που αναφέρετε και μερικοί άλλοι ακόμα οι οποίοι εργάστηκαν και παρήγαγαν έργο, που η χώρα τους έπρεπε να είναι περιφανή είχε τέτοιους δημιουργούς, αυτοί όλοι που με την τέχνη τους εξύψωσαν και άλλαξαν τη φυσιογνωμία του κράτους, το οποίο κατ’ ακρίβεια ήταν σχεδόν αδιάφορο για την προσφορά τους, βρίσκονται σχεδόν στην αφάνεια».

Η κα Κασσιανίδου εξηγεί τους λόγους που κάποιοι από αυτούς τους καλλιτέχνες έγιναν γνωστοί και αναπολεί την εποχή όπου όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες παρουσίασαν τα έργα τους στην γκαλερί της, «Η Κύπρος από μια περισσότερο αγροτική κοινωνία, πριν από την Ανεξαρτησία, χάρις στη δουλειά αυτών των καλλιτεχνών απόκτα ένα πολιτιστικό υπόβαθρο και γίνεται μια σύγχρονη κοινωνία. Εκτός από ένα δυο ονόματα που έφτασε να γίνουν γνωστά για διάφορους λόγους, είναι καταστροφικό ότι οι περισσότεροι είναι άγνωστοι. Μερικοί έγιναν γνωστοί μέσο των εμπορικών δημοπρασιών που δημοπρατούν κάποιο έργο, ξεγράφοντας την όλη εργασία ενός καλλιτέχνη που ίσως το συγκεκριμένο έργο μπορεί να μην είναι και το καλύτερο, έτσι η γνώση του κοινού περιορίζεται συνήθως στην τιμή. Όσο ζούσαν πολλοί από αυτούς εξέθεσαν στην γκαλερί μου. Όμως αυτό είναι ανάμνηση δίκη μου και μερικών άλλων, δεν αρκεί». Η κα Κασσιανίδου πρόσθεσε, όπως είπε, και η κα Νικήτα ότι το κράτος θα έπρεπε να έχει μια μεγάλη σύγχρονη Εθνική Πινακοθήκη που να εκτίθενται τα έργα τους. «Να διοργανώνει επίσημα μεγάλες εκθέσεις, για καθένα από αυτούς και να τους απονέμει τον σεβασμό που τους αξίζει. Μόνο έτσι θα τους μάθει και το κοινό. Τα έργα τέχνης, η ποίηση, η λογοτεχνία το θέατρο, τα καλά αρχιτεκτονικά έργα, η μουσική, προσδιορίζουν το επίπεδο μιας χώρας. Τα καλά έργα των ανθρώπων είναι το πρόσωπο κάθε εποχής. Οι καλλιτέχνες της Κύπρου έχουν μεγάλο επίπεδο και έχουν προσφέρει παρά πολλά. Αξίζει να αναγνωριστεί το έργο τους και η προσφορά τους».

Έργο του Μάριου Λοιζίδη στην Γκαλερί Γκλόρια

Η Γιούλα Χατζηγεωργίου είπε στην «Κ» ότι «Οι Κύπριοι καλλιτέχνες της πρώτης γενιάς μετά την Ανεξαρτησία δημιούργησαν το κατάλληλο έδαφος για μια πολιτιστική ανάπτυξη στο νησί. Η αφήγηση μέσα από τα έργα τους ήταν ουσιαστικά και η αφήγηση της κυπριακής σύγχρονης ιστορίας». Επίσης, ανέφερε ότι υπάρχουν κάποια προγράμματα για την εκμάθηση αυτής της περιόδου της κυπριακής τέχνης «Έργα των καλλιτεχνών αυτής γενιάς εκτίθενται στην Κρατική Πινακοθήκη και σε διάφορα μουσεία της Κύπρου και του εξωτερικού. Επίσης, διδάσκονται στο πλαίσιο της ιστορίας της τέχνης στη Δημοτική και Μέση εκπαίδευση. Όπως επίσης στο Μεταπτυχιακό πρόγραμμα της ιστορίας και θεωρίας της Τέχνης στο ΤΕΠΑΚ. Τα πιο πάνω συμβάλλουν στη επικοινωνία της δουλειάς τους με το ευρύ κοινό. Όπως επίσης μέσα από περιοδικές εκθέσεις σε μουσεία και πινακοθήκες οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες κατά καιρούς παρουσιάζονται στην τοπική κοινωνία». Η κα Χατζηγεωργίου σημειώνει πώς έγινε μία απόπειρα για διεθνοποίηση της δουλειάς του Χριστόφορου Σάββα, εκπροσωπώντας την Κύπρο στην Μπιενάλε Βενετίας. «Τους καρπούς του επιχειρήματος θα τους δούμε στο μέλλον. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες σαφώς επηρεάστηκαν μέχρι ενός σημείου από τους καλλιτέχνες της πρώτης γενιάς, απλώς, ζώντας σε μια σύγχρονη κοινωνία, συνομιλούν πολύ εύκολα με τα παγκόσμια κινήματα».

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση