ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Πίσω από τον φακό του ανατρεπτικού Ρίτσαρντ Αβεντον

Η βιογραφία «What Becomes a Legend Most» του Φίλιπ Γκέφτερ σκιαγραφεί τον φωτογράφο που «έγραψε» σε εικόνες την ιστορία της εποχής του

Kathimerini.gr

ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥΣ 

Προφανώς μία βιογραφία δεν είναι φωτογραφικό λεύκωμα. Αυτό σημαίνει ότι το «What Becomes a Legend Most» (HarperCollins), η πρώτη επίσημη βιογραφία του φωτογράφου Ρίτσαρντ Αβεντον που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις ΗΠΑ, δεν παρουσιάζει το σύνολο του έργου του – εκατοντάδες λαμπρές εικόνες που αποτυπώνουν την αμερικανική πολιτιστική ζωή του 20ού αιώνα.

Εκείνο που επιδιώκει ο συγγραφέας Φίλιπ Γκέφτερ –διακεκριμένος βιογράφος και επί χρόνια συντάκτης της εφημερίδας New York Times σε θέματα φωτογραφίας– είναι να αποκαλύψει τον άνθρωπο πίσω από τη φωτογραφική κάμερα: τους επαγγελματικούς θριάμβους και τις απογοητεύσεις του, τους προσωπικούς του δαίμονες. Βασίζεται σε αρχειακή έρευνα και χάρη σε αποκλειστικές συνεντεύξεις με οικείους του καταγράφει την ιστορία του Αβεντον, ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, όταν οι προκαταλήψεις τον ανάγκασαν να λάβει αποφάσεις που διαμόρφωσαν την πορεία της ζωής του.

Ομως, πέραν αυτών, το βιβλίο επιτυγχάνει κάτι περισσότερο: να δημιουργήσει το πυκνό πορτρέτο ενός αγοριού με τεράστιο ταλέντο που, παρακολουθώντας τις εξελίξεις της σύγχρονης ζωής στη μητρόπολη του κόσμου –ήταν «παιδί» των ’60s–, εξελίχθηκε σε σημαντικό καλλιτέχνη, ο οποίος χαρακτήρισε τον προηγούμενο αιώνα. Με το βιβλίο του ο Γκέφτερ αποδεικνύει ότι ο Αβεντον «έγραψε» σε εικόνες την ιστορία της εποχής του επηρεάζοντας την αισθητική του μεγάλου κοινού.

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη από γονείς ρωσοεβραϊκής καταγωγής το 1923. Από παιδί αγαπούσε τη φωτογραφία κι έγινε μέλος της λέσχης Young Men’s Hebrew Association (YMHA) όταν ήταν δώδεκα ετών. Το 1942 κατετάγη στο Ναυτικό και υπηρέτησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Αβεντον φωτογραφίζει τη Βερούσκα στο στούντιο (Credit: Burt Glinn / Magnum Photos)

Οπως το περιέγραφε ο ίδιος για εκείνη την εποχή, «Η δουλειά μου ήταν να κάνω φωτογραφίες ταυτότητας. Πρέπει να είχα τραβήξει φωτογραφίες εκατό χιλιάδων προσώπων προτού γίνω πραγματικός φωτογράφος». Στα 22 του άρχισε να εργάζεται ως ανεξάρτητος φωτογράφος κυρίως στο περιοδικό Harper’s Bazaar. Η εφευρετικότητα και η ανατρεπτική ματιά του τον ώθησαν να βγάλει τα μοντέλα από το στούντιο και να δημιουργήσει editorial μόδας στους δρόμους, σε νυχτερινά κέντρα, στο τσίρκο, σε χώρους απρόβλεπτους εντός της πόλης. Η επινοητικότητα έγινε σήμα κατατεθέν της τέχνης του και τον καθιέρωσε
στον χώρο του.

Τα μεγαλύτερα περιοδικά της εποχής (Theatre Arts, Life, Look, Harper’s Bazaar, Vogue, Rolling Stone) τον έχρισαν φωτογράφο του κόσμου της τέχνης και των προσωπικοτήτων της. Ως πορτρετίστας ήταν στυλιστικά άψογος και ταυτόχρονα δημιουργικός. Ολες οι εικόνες του –μόδα, διαφήμιση, πρόσωπα, ακόμη και ρεπορτάζ– διαθέτουν αφηγηματικότητα και μια σοφά ζυγισμένη σύνθεση που ισοφαρίζει τα απαστράπτοντα λευκά –τους άδειους χώρους, την ελευθερία– με την οργάνωση της φόρμας και το συναίσθημα.

Είναι αλήθεια ότι ως φωτογράφος διασημοτήτων κινήθηκε μέσα σε ένα συναρπαστικό περιβάλλον, από την τέχνη έως την πολιτική. Αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό. Στρέφοντας τον φακό του προς τη μόδα κατάφερε να αναδείξει τη δυναμική θηλυκότητα που σημάδεψε τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 διεθνώς. Με τον τρόπο του αγωνίστηκε ώστε να αναγνωριστεί η φωτογραφία, και μάλιστα εκείνη που εκφράζει την ποπ κουλτούρα, ως «υψηλό» καλλιτεχνικό μέσο. Η πρώτη αναδρομική έκθεση πραγματοποιήθηκε στο Ιδρυμα Smithsonian το 1962. Ακολούθησαν πολλές ακόμη, συμπεριλαμβανομένων δύο στο Metropolitan Museum of Art (1978 και 2002), στο Ινστιτούτο Τεχνών της Μινεάπολης (1970), στο Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Amon Carter (1985) και στο Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Whitney (1994). Εφυγε από τη ζωή από εγκεφαλική αιμορραγία ενώ βρισκόταν σε αποστολή του περιοδικού Νew Yorker στον Σαν Αντόνιο του Τέξας το 2004.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Πολιτισμός: Τελευταία Ενημέρωση