Οταν η Μάρτζι Σμιθ αρρώστησε το 2022, απευθύνθηκε σε πολλούς ειδικούς αναζητώντας βοήθεια. Επισκέφθηκε αλλεργιολόγο για έναν επίμονο βήχα, τρεις πνευμονολόγους για τον βήχα και τη δύσπνοια, ωτορινολαρυγγολόγο για σοβαρή γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, και καρδιολόγο, αφού παρ’ ολίγον να λιποθυμήσει κατά τη διάρκεια άσκησης. Είχε την αίσθηση ότι όλοι παρέμεναν περιορισμένοι στο δικό τους αντικείμενο και κανείς δεν μπορούσε να δει τη συνολική εικόνα.
Τελικά, η 70χρονη Σμιθ από τη Σουανανόα της Βόρειας Καρολίνας στράφηκε σε ένα chatbot τεχνητής νοημοσύνης, το Claude. Μέσα από εκτενείς συνομιλίες, καθώς και μέσω μιας ομάδας στο Facebook, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πάσχει από long COVID, που της προκάλεσε δυσαυτονομία, μια κατάσταση συχνή στα μεταϊικά σύνδρομα, κατά την οποία ο οργανισμός δυσκολεύεται να ρυθμίσει λειτουργίες όπως ο σφυγμός, η αρτηριακή πίεση, η πέψη και η θερμοκρασία.
Τώρα πια η Σμιθ πηγαίνει στα ιατρικά ραντεβού της έχοντας μαζί της προτάσεις από την τεχνητή νοημοσύνη και επιλέγει γιατρούς, εν μέρει, με βάση το κατά πόσον είναι δεκτικοί στη χρήση της. Οπως λέει, ο συνδυασμός συμβουλών από γιατρούς και το Claude έχει καταστήσει τα συμπτώματά της διαχειρίσιμα.
Το σύστημα υγείας με απογοήτευσε πραγματικά, λέει. Είναι σωστό να βασίζεται κανείς στην τεχνητή νοημοσύνη για ιατρικές συμβουλές; Δεν νομίζω. Αλλά αυτή είναι η επιλογή που έχω.
Μια κατηγορία χρηστών τεχνητής νοημοσύνης είναι γυναίκες με σύνθετα προβλήματα υγείας, τα οποία συχνά δεν είναι πλήρως κατανοητά
Ολο και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται σε chatbots για θέματα υγείας: σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο, περίπου ένας στους τρεις ενηλίκους τα χρησιμοποιεί γι’ αυτόν τον σκοπό.
Ρεπορτάζ των New York Times δείχνει ότι μια βασική κατηγορία χρηστών είναι γυναίκες με σύνθετα, χρόνια προβλήματα υγείας, τα οποία συχνά δεν είναι πλήρως κατανοητά. Μπορεί να χρειαστούν χρόνια μέχρι να υπάρξει διάγνωση, πόσο μάλλον να υπάρξει ανακούφιση. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι τα συμπτώματα καλύπτουν διαφορετικές ιατρικές ειδικότητες. Επιπλέον, πολλές από αυτές τις παθήσεις, όπως το long COVID και τα αυτοάνοσα νοσήματα, εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες, και οι γιατροί είναι πιο πιθανό να υποβαθμίζουν ή να μην αντιμετωπίζουν εγκαίρως τα συμπτώματα των γυναικών.
Ερευνα με δεκάδες συνεντεύξεις
Εκατοντάδες άνθρωποι ανταποκρίθηκαν σε κάλεσμα το φθινόπωρο για να μοιραστούν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για την υγεία τους. Εκτοτε, οι Times πραγματοποίησαν δεκάδες συνεντεύξεις για να εντοπίσουν κοινά μοτίβα.
Οι γυναίκες που συμμετείχαν ανέφεραν ότι γνωρίζουν πως τα chatbots συχνά δίνουν λανθασμένες πληροφορίες και κάποιες είχαν ήδη συναντήσει σοβαρά σφάλματα. Οι περισσότερες δήλωσαν ότι θα προτιμούσαν να βασίζονται στους γιατρούς, αλλά ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν.
Υπάρχουν πολλά προβλήματα στη χρήση των chatbots για ιατρικές συμβουλές, λέει ο Τζέιμς Λάντεϊ, συνδιευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωποκεντρικής Τεχνητής Νοημοσύνης του Πανεπιστημίου Στάνφορντ. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε και τον λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι στρέφονται σε αυτά.
Οι ασθενείς εδώ και χρόνια προσπαθούν να αυτοδιαγνωστούν μέσω φόρουμ, κοινωνικών δικτύων, Google και WebMD. Είναι εύκολο να βρεις ασθενείς που απορρίφθηκαν από γιατρούς, έκαναν τη δική τους έρευνα και αποδείχθηκαν σωστοί, καθώς και ασθενείς που ακολούθησαν μη εγκεκριμένες θεραπείες με σοβαρές συνέπειες.
Παλιό μοτίβο, νέα τεχνολογία
Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για να καλυφθούν τα κενά του συστήματος υγείας αποτελεί, σε κάποιο βαθμό, μια νέα εκδοχή μιας παλιάς ιστορίας, λέει ο δρ Τζον Τζ. Γουάιτ, διευθύνων σύμβουλος της Αμερικανικής Ιατρικής Ενωσης. Ωστόσο, η φύση της τεχνολογίας την καθιστά πιο ισχυρή, αλλά και πιο επικίνδυνη.
Τα chatbots συχνά ενθαρρύνουν τους χρήστες να περιγράψουν λεπτομερώς το ιατρικό ιστορικό τους, ακόμη και να ανεβάσουν εξετάσεις. Και μπορούν να προσφέρουν απαντήσεις που φαίνονται εξατομικευμένες, ολοκληρωμένες και αξιόπιστες, ακόμη και όταν δεν είναι.
Ορισμένες νεοφυείς επιχειρήσεις δοκιμάζουν εξειδικευμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για διαγνωστικούς σκοπούς. Ωστόσο, τα γενικής χρήσης chatbots δεν έχουν αξιολογηθεί επαρκώς για εξατομικευμένες διαγνώσεις και ενδέχεται να κάνουν σοβαρά λάθη, λέει η δρ Ντανιέλ Μπίτερμαν, κλινική υπεύθυνη για την επιστήμη των δεδομένων και την τεχνητή νοημοσύνη στο Mass General Brigham.
Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αντλούν πληροφορίες από πηγές ποικίλης αξιοπιστίας ή ακόμη και «επινοούν» απαντήσεις. Οι χρήστες δεν λαμβάνουν πάντα παραπομπές, εκτός αν τις ζητήσουν, και απαιτείται επιστημονική κατάρτιση για να προσδιοριστεί αν αυτές οι πηγές είναι αξιόπιστες και υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των chatbots.
Η Καρολάιν Γκάμγουελ (δεξιά), φυσικοθεραπεύτρια πυελικού εδάφους στο Ντένβερ. Το 2025 περιέγραψε τα συμπτώματά της στο ChatGPT με ακριβή ιατρική ορολογία και ζήτησε διαγνώσεις. Η εξειδίκευσή της τής επέτρεψε να απορρίψει πολλές από αυτές. [Joanna McGowan / The New York Times]
Υπάρχουν περιπτώσεις που τα chatbots βοηθούν στη διάγνωση δύσκολων περιστατικών. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Πάτι Κοστέλο, μια ερευνήτρια εμπειρίας χρήστη στο Αϊντάχο. Πριν από περίπου μία δεκαετία ξύπνησε νιώθοντας περίεργα. Είχε επεισόδια ναυτίας, διάρροιας, καούρας και κόπωσης που διαρκούσαν ημέρες ή εβδομάδες, με διαλείμματα, αλλά χωρίς μακροπρόθεσμη βελτίωση. Επισκέφθηκε πολλούς γιατρούς που της έκαναν διάφορες εξετάσεις, αρκετές από τις οποίες έδειξαν σημάδια φλεγμονής, αλλά καμία δεν οδήγησε σε διάγνωση. Οι εξάρσεις έγιναν πιο συχνές.
Αυτό καταστρέφει τη ζωή μου, είπε στο ChatGPT πέρυσι, περιγράφοντας τα συμπτώματά της και τη γενική κατάσταση της υγείας της και αναφέροντας τη φλεγμονή.
Ως μία από εννέα πιθανές διαγνώσεις, το chatbot ανέφερε το σύνδρομο ενεργοποίησης των μαστοκυττάρων (MCAS), στο οποίο τα μαστοκύτταρα, ένα μέρος του ανοσοποιητικού συστήματος, σηματοδοτούν εσφαλμένα ότι υπάρχει κάτι επικίνδυνο στο σώμα, προκαλώντας αλλεργικές αντιδράσεις χωρίς σαφές ερέθισμα. Η Κοστέλο είπε ότι όλα όσα διάβασε για την ασθένεια φάνηκαν να ταιριάζουν με τα συμπτώματά της. Πήγε σε έναν αλλεργιολόγο με αυτή την υπόδειξη και έλαβε διάγνωση MCAS. Με φαρμακευτική αγωγή εκτιμά ότι είναι περίπου 80% καλύτερα.
Η Κοστέλο δεν είναι η μόνη που βρήκε διάγνωση μέσω τεχνητής νοημοσύνης, αλλά η εμπειρία της δεν είναι ο κανόνας.
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο έδειξε ότι όταν άτομα χωρίς ιατρική εκπαίδευση έλαβαν λεπτομερή σενάρια και τους ζητήθηκε να χρησιμοποιήσουν chatbots για να προσδιορίσουν μια διάγνωση και τα επόμενα βήματα, κατέληξαν στις σωστές απαντήσεις σε λιγότερες από τις μισές περιπτώσεις.
Εκπρόσωπος της OpenAI, η οποία κατασκευάζει το ChatGPT, παρέπεμψε σε μια προηγούμενη δήλωση του Κάραν Σίνγκαλ, ο οποίος ηγείται της ομάδας υγείας της εταιρείας (οι Times έχουν μηνύσει την OpenAI, ισχυριζόμενοι παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων. Η OpenAI έχει αρνηθεί τους ισχυρισμούς). Ο Σίνγκαλ είπε ότι ο σχεδιασμός της μελέτης του Φεβρουαρίου δεν αντανακλούσε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα chatbots στην πραγματική ζωή. Η εταιρεία σημείωσε επίσης ότι τα μοντέλα της έχουν εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου, ενώ τόνισε ότι εξακολουθούν να μην αποτελούν υποκατάστατο της επαγγελματικής ιατρικής συμβουλής. Η Anthropic AI LLC, η οποία κατασκευάζει το Claude, δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό. Ισως δεν προκαλεί έκπληξη το ότι πολλές από τις ιστορίες επιτυχίας που μοιράστηκαν ασθενείς με τους Times προέρχονταν από ανθρώπους με ιατρικές γνώσεις.
Η 31χρονη Καρολάιν Γκάμγουελ είναι φυσικοθεραπεύτρια πυελικού εδάφους στο Ντένβερ. Εχει εκπαίδευση στην ανατομία και στη φυσιολογία και εργάζεται συστηματικά με ασθενείς που αντιμετωπίζουν χρόνιο πόνο.
Ο δικός της πόνος ξεκίνησε όταν ήταν έφηβη. Ενιωθε σπασμούς κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης και σε όλο τον κορμό και την πύελο, σαν να συστρέφονταν τα πάντα προς τα μέσα, όπως λέει. Οταν είχε σεξουαλική επαφή, η αίσθηση ήταν «σαν γυαλόχαρτο».
Στα 17 της τής είπαν ότι είχε άγχος, στο πανεπιστήμιο ινομυαλγία, στο μεταπτυχιακό σύνδρομο χρόνιας κόπωσης μαζί με ψυχοσωματικά συμπτώματα, και στη συνέχεια ξανά ινομυαλγία. Ομως είχε δει την ινομυαλγία στους ασθενείς της και δεν πίστευε ότι η διάγνωση ταίριαζε στην περίπτωσή της.
Επιστημονική εξειδίκευση
Τον Οκτώβριο του 2025 περιέγραψε τα συμπτώματά της στο ChatGPT χρησιμοποιώντας ακριβή ιατρική ορολογία και ζήτησε δέκα πιθανές διαγνώσεις. Η εξειδίκευσή της τής επέτρεψε να απορρίψει πολλές από τις προτάσεις του. Σε διάλογο που ξεπέρασε τις 12.000 λέξεις, αμφισβήτησε μη πειστικές διαγνώσεις και διερεύνησε εκείνες που φαίνονταν πιο εύλογες.
Μία από τις προτάσεις του ChatGPT ήταν το σύνδρομο πυελικής συμφόρησης, μια αγγειακή πάθηση. Η Γκάμγουελ αναζήτησε τη διαγνωστική εξέταση που το επιβεβαίωσε. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τον Ιανουάριο και πλέον δεν έχει συμπτώματα.
Ηθελα τόσο πολύ να στείλω ένα μήνυμα στον γιατρό μου, αλλά δεν το έχω κάνει ακόμη, για να του πω: «Σας το είχα πει», λέει. «Θα με αφήνατε να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου με αυτόν τον χρόνιο πόνο».
Αναγνώρισε ότι πολλοί χρήστες δεν θα μπορούσαν να διατυπώσουν τα ερωτήματα προς το ChatGPT, ούτε να αξιολογήσουν τις απαντήσεις του όπως έκανε εκείνη. «Πόσοι άνθρωποι», αναρωτήθηκε, «θα είχαν συνειδητοποιήσει ότι αρκετές από τις προτάσεις δεν είχαν νόημα;».
Ζώντας με χρόνια συμπτώματα
Πέρα από τη διάγνωση, πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν τα chatbots για να προσπαθήσουν να διαχειριστούν χρόνιες παθήσεις.
Η 62χρονη Ντέμπορα Χόλκομ, πρώην ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Σαν Ντιέγκο, πάσχει από μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα /σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και μπορεί να κινείται για περίπου 30 λεπτά την ημέρα. Θεωρεί τα chatbots ανεκτίμητα για τον εντοπισμό μοτίβων στα συμπτώματα και για τη διερεύνηση θεραπευτικών επιλογών, αν και δεν προχωρεί σε σημαντικές αλλαγές χωρίς να συμβουλευτεί γιατρό.
Ωστόσο, ενώ τα chatbots εκπαιδεύονται εν μέρει με βάση τα καλύτερα επιστημονικά στοιχεία για τη μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα / χρόνια κόπωση, εκπαιδεύονται επίσης με βάση ψευδοεπιστημονικές ιδέες που διαδίδονται μεταξύ απελπισμένων ασθενών, σημειώνει, καθώς και με βάση διαδεδομένες παρανοήσεις.
Η Χόλκομ ανησύχησε όταν το ChatGPT πρότεινε τακτική άσκηση, επειδή η δυσανεξία στην άσκηση αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της μυαλγικής εγκεφαλομυελίτιδας / χρόνιας κόπωσης και ακόμη και ήπια δραστηριότητα μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα. Ωστόσο, προσθέτει, ορισμένοι γιατροί κάνουν την ίδια σύσταση.
Η 36χρονη Σαμάνθα Αλεν Ράιτ, καθηγήτρια Αγγλικών στην Οσκαλούσα της Αϊόβα, έχει χρησιμοποιήσει το ChatGPT για να αναζητήσει πληροφορίες σχετικά με τη διαχείριση των ημικρανιών και ενός τύπου δυσαυτονομίας που ονομάζεται POTS (σύνδρομο ορθοστατικής ταχυκαρδίας). Είπε ότι την είχε εντυπωσιάσει η άνιση απόδοσή του.
Το ChatGPT ήταν πιο χρήσιμο από οποιονδήποτε επαγγελματία υγείας έχει δει, λέει, στο να προτείνει διατροφικές αλλαγές για το POTS, που λαμβάνουν υπόψη τις προτιμήσεις της, τη συχνή ναυτία και τις ημικρανίες.
Ταυτόχρονα, συχνά ερμηνεύει λανθασμένα τα αποτελέσματα των εξετάσεων, αναλύοντας υπερβολικά μικρές αποκλίσεις, λέει. Για παράδειγμα, εστίασε υπερβολικά σε μια τιμή τριγλυκεριδίων που ο γιατρός της τη διαβεβαίωσε ότι ήταν φυσιολογική. Και όταν παρουσίασε γαστρεντερικά συμπτώματα μετά την έναρξη ενός νέου φαρμάκου, την καθησύχασε λανθασμένα ότι ήταν συνηθισμένα, επικαλούμενο μια μελέτη. Οταν η Ράιτ ζήτησε από το ChatGPT τη μελέτη, εκείνο παραδέχτηκε ότι δεν υπήρχε. Ο γιατρός της τής είπε ότι η εμπειρία της δεν ήταν φυσιολογική και έπρεπε να διακόψει το φάρμακο.
Οπως και η Γκάμγουελ, η Ράιτ διαθέτει σχετική γνώση, καθώς η έρευνά της επικεντρώνεται στην ασθένεια και στην αναπηρία. Γνωρίζει πώς να αξιολογεί κριτικά τα επιστημονικά δεδομένα. Χωρίς αυτές τις γνώσεις, λέει, πώς θα ήξερα ότι το chatbot μού έλεγε το σωστό;
Πηγή: The New York Times




























