ΠΗΓΗ: Reuters
Σε κεντρικό πεδίο μάχης της ιρανικής σύγκρουσης έχουν αναδειχθεί τα Στενά του Ορμούζ. Η διέλευση μιας χούφτας δεξαμενοπλοίων τις τελευταίες ημέρες, προφανώς με τη συγκατάθεση της Τεχεράνης, υποδηλώνει σιωπηρή αποδοχή του ελέγχου της. Η συγκεκριμένη εξέλιξη προμηνύει μια πιο επικίνδυνη φάση σε αυτό που μετατρέπεται γρήγορα σε πόλεμο του Ορμούζ. Το σχεδόν πλήρες κλείσιμο της ζωτικής για το εμπόριο αρτηρίας από την Τεχεράνη μετά τις κοινές αεροπορικές επιδρομές Ισραήλ – ΗΠΑ στις 28 Φεβρουαρίου και ο αμοιβαίος ναυτικός αποκλεισμός που επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ έχουν προκαλέσει σοκ στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας. Οι χώρες, ιδίως στην Ασία, έχουν αντιμετωπίσει την ξαφνική απώλεια άνω του 13% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και περίπου του ενός πέμπτου της ροής υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Ετσι, πολλοί καλωσόρισαν την είδηση ότι τρία μεγάλα πλοία μεταφοράς αργού πετρελαίου (VLCC), το καθένα εκ των οποίων μετέφερε περίπου 2 εκατ. βαρέλια ιρακινού πετρελαίου με προορισμό την Ασία, διέφυγαν την περασμένη εβδομάδα με απενεργοποιημένα τα συστήματα παρακολούθησης, με τη συναίνεση της Τεχεράνης. Το Κατάρ απέστειλε επίσης τα δύο πρώτα φορτία LNG από την έναρξη του πολέμου, ενώ υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι άλλα πλοία, ανάμεσά τους πετρελαιοφόρα, έχουν διέλθει από τα Στενά τις τελευταίες εβδομάδες με τους αναμεταδότες τους απενεργοποιημένους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα επιστρέφει στην κανονικότητα – το αντίθετο μάλιστα. Οι κινήσεις αυτές αντιπροσωπεύουν ένα μικρό κλάσμα των περίπου 140 πλοίων που διέσχιζαν το Ορμούζ καθημερινά πριν από τη σύγκρουση, κάτι που σημαίνει ότι οι παγκόσμιες αγορές παραμένουν σφιχτές και ευάλωτες. Το πιο σημαντικό είναι ότι υποδεικνύουν μια αναδυόμενη νέα τάξη πραγμάτων. Το Ιράν αρχίζει να υπαγορεύει όχι αν το Ορμούζ θα είναι ανοιχτό ή κλειστό, αλλά ποιος θα το χρησιμοποιήσει – μια ρύθμιση που θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από την τρέχουσα σύγκρουση και να γεννήσει τους σπόρους της επόμενης. Οι εξαγωγείς του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Ιράκ –των οποίων οι οικονομίες εξαρτώνται από την ανεμπόδιστη ροή υδρογονανθράκων–, θα ανησυχούσαν αν η Τεχεράνη καθόριζε ποια φορτία φθάνουν στις παγκόσμιες αγορές και με ποιους όρους. Οι αγοραστές θα ήταν εξίσου ανήσυχοι. Οι Ασιάτες εισαγωγείς, που ήδη ταλανίζονται από τις διακοπές εφοδιασμού, πιθανότατα θα αντιστέκονταν σε οποιοδήποτε πλαίσιο έδινε στην Τεχεράνη άμεσο μοχλό επιρροής στην ενεργειακή ασφάλειά τους. Πάνω από όλα, οι ΗΠΑ είναι απίθανο να ανεχθούν μια διευθέτηση που θα παραχωρούσε στην Τεχεράνη τόσο εκτεταμένη πολιτική και οικονομική επιρροή.
Το Ιράν, από την πλευρά του, δεν θα παραιτηθεί εύκολα από τον έλεγχο του νευραλγικού σημείου – και, κατ’ επέκτασιν, επί της παγκόσμιας οικονομίας. Με τον αποκλεισμό των ΗΠΑ να έχει κοστίσει στο Ιράν περίπου 3 δισ. δολάρια μέχρι στιγμής, θα χρειαστεί τα έσοδα από τα επιλεκτικά τέλη διέλευσης. Η Τεχεράνη μπορεί να συμφωνήσει να ανοίξει ξανά τα Στενά για να εξασφαλίσει παραχωρήσεις από τις ΗΠΑ, αλλά η αποκατάσταση της πλήρους, άνευ όρων ελευθερίας ναυσιπλοΐας φαίνεται απίθανη. Μια τέτοια στασιμότητα θα ήταν εγγενώς ασταθής – θα θεσμοθετούσε την αναστάτωση αντί να την επιλύσει. Μια νέα αντιπαράθεση μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον –και ενδεχομένως με κράτη του Κόλπου– θα γινόταν ολοένα και πιο πιθανή, καθώς όλες οι πλευρές θα δοκίμαζαν τα όρια τού ποιος ελέγχει τη ροή ενέργειας μέσω των Στενών. Οι πολεμικοί στόχοι των ΗΠΑ έχουν αλλάξει επανειλημμένως τους τελευταίους μήνες. Ωστόσο, η σύγκρουση ουσιαστικά έχει επικεντρωθεί γύρω από μόνο ένα καθοριστικό ερώτημα: ποιος ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ; Αυτή η απάντηση πιθανότατα θα διαμορφώσει το μέλλον του Κόλπου.




























