Kathimerini.gr
Ενώ η εκεχειρία ΗΠΑ – Ιράν βρίσκεται, κατά δήλωση Τραμπ, «σε μηχανική υποστήριξη» και ο κίνδυνος αναζωπύρωσης του πολέμου διαγράφεται ισχυρός, το διεθνές ενδιαφέρον μετατοπίζεται από σήμερα και για τις επόμενες δύο ημέρες στο Πεκίνο, όπου θα κριθεί η τύχη μιας άλλης, εύθραυστης εκεχειρίας: εκείνης που συμφωνήθηκε τον περασμένο Οκτώβριο στον άγριο πόλεμο δασμών ΗΠΑ – Κίνας, που είχε προηγηθεί. Ο Αμερικανός πρόεδρος αναμένεται σήμερα στην κινεζική πρωτεύουσα, όπου θα έχει αύριο και μεθαύριο κρίσιμες συνομιλίες με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ για το διμερές εμπόριο, τις επενδύσεις, το ακανθώδες θέμα της Ταϊβάν και τη σύγκρουση στον Κόλπο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος συνοδεύεται στο ταξίδι του από τα αφεντικά 16 αμερικανικών πολυεθνικών, θα ήθελε να επιστρέψει στην Ουάσιγκτον έχοντας ξεκλειδώσει σειρά επιχειρηματικών και επενδυτικών συμφωνιών με τους Κινέζους, οι οποίες θα επιβεβαιώνουν την ικανότητά του στην «τέχνη του deal», σε μια περίοδο που η δημοτικότητά του δοκιμάζεται από τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν.
Πριν από 13 μήνες ο Τραμπ πυροδότησε εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, επιβάλλοντας εξοντωτικούς δασμούς στις εξαγωγές της, που έφθασαν κάποια στιγμή στο 145%. Ο Σι απάντησε με ανάλογους δασμούς σε επιλεγμένα αμερικανικά προϊόντα και κυρίως με την αναστολή της εξαγωγής σπάνιων γαιών στις ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτή είχε βαρύ αντίκτυπο στην αμερικανική βιομηχανία, κάτι που ανάγκασε τον Τραμπ να υποχωρήσει. Ωστόσο η ένταση παραμένει σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι Αμερικανοί εξακολουθούν να θέτουν εμπόδια όσον αφορά την πρόσβαση της Κίνας σε τελευταίας γενιάς μικροτσίπ, τα οποία χρειάζεται η κινεζική βιομηχανία προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.
Τη Δευτέρα, ο Ντόναλντ Τραμπ επιβεβαίωσε, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου στον Λευκό Οίκο, ότι θα συζητήσει με τον Σι το πρόβλημα της Ταϊβάν. Τον περασμένο Δεκέμβριο είχε ανοίξει τον δρόμο για την αγορά αμερικανικών όπλων αξίας 11 δισ. δολαρίων από τη νήσο, κάτι που αποτελεί ιστορικό ρεκόρ – αν και η παράδοσή τους δεν έχει ακόμη δρομολογηθεί. Θεωρείται βέβαιο ότι ο Σι θα πιέσει για την αναθεώρηση της απόφασης και για μια δήλωση του Τραμπ πιο κοντά προς την πάγια θέση του Πεκίνου, που θεωρεί την Ταϊβάν αναφαίρετο τμήμα της κινεζικής επικράτειας. Αυτό υπονόησε ο εκπρόσωπος Τύπου του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιάν, τονίζοντας ενόψει της συνάντησης κορυφής ότι «το πρόβλημα της Ταϊβάν βρίσκεται στον πυρήνα των ζωτικών κινεζικών συμφερόντων».
Καθησυχαστικός
Ερωτηθείς αν φοβάται ότι το ζήτημα της Ταϊβάν θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση επί της προεδρίας του, ο Τραμπ απάντησε: «Δεν νομίζω ότι θα συμβεί. Νομίζω ότι θα είμαστε εντάξει. Εχω πολύ καλή σχέση με τον πρόεδρο Σι. Γνωρίζει ότι δεν θέλω να συμβεί κάτι τέτοιο». Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-Τε εξέφρασε τις ευχαριστίες του στις ΗΠΑ για τη βοήθειά τους στον εξοπλιστικό τομέα και τόνισε ότι η νήσος είναι «ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο έθνος».
Σε ό,τι αφορά το Ιράν, θεωρείται βέβαιο ότι ο Τραμπ θα ζητήσει τις καλές υπηρεσίες του Σι ώστε να πεισθεί η Τεχεράνη να υιοθετήσει πιο διαλλακτική στάση. «Ελπίζω ότι οι Κινέζοι θα πουν στους Ιρανούς αυτά που πρέπει να ειπωθούν» ώστε να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ, δήλωσε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο. Πιο επιθετικός, ο υπουργός Εμπορίου Σκοτ Μπέσεντ κατηγόρησε την Κίνα ότι «αγοράζει το 90% του ιρανικού πετρελαίου, επομένως χρηματοδοτεί τον μεγαλύτερο κρατικό χορηγό της διεθνούς τρομοκρατίας».
Την περασμένη εβδομάδα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών επισκέφθηκε το Πεκίνο επιβεβαιώνοντας την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη Μέση Ανατολή. Η Κίνα στηρίζει αθόρυβα τις προσπάθειες των Πακιστανών συμμάχων της να μεσολαβήσουν μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ενώ ενθάρρυνε την ιρανική πλευρά να συνομολογήσει την εκεχειρία με τους Αμερικανούς, στις 8 Απριλίου.
Χαμηλά ο πήχυς
Ούτε το Πεκίνο ούτε η Ουάσιγκτον τρέφουν ισχυρές προσδοκίες για κάποια θεαματική εξέλιξη στο πρόβλημα του Ιράν κατά τις συναντήσεις Σι – Τραμπ. Ωστόσο και οι δύο πλευρές φαίνεται να συμπίπτουν στην τοποθέτηση του Αμερικανού εκπροσώπου για θέματα εμπορίου Τζέιμισον Γκριρ, ο οποίος δήλωσε στο τηλεοπτικό δίκτυο Bloomberg: «Δεν θέλουμε το θέμα αυτό (του Ιράν) να εκτροχιάσει τις ευρύτερες σχέσεις μας ή τις συμφωνίες που θα μπορούσαν να προκύψουν από τις συναντήσεις μας στο Πεκίνο. Ο αναπληρωτής πρωθυπουργός της Κίνας Χε Λιφένγκ έφθασε χθες στη Νότια Κορέα, όπου επρόκειτο να συναντηθεί με τον Σκοτ Μπέσεντ στο πλαίσιο της προετοιμασίας της συνάντησης Σι – Τραμπ, προτού οι δύο άνδρες αναχωρήσουν για το Πεκίνο.
Οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη αναμένεται να συναντηθούν εκ νέου εντός του 2026, αυτή τη φορά με επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ. Εξάλλου, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε χθες ότι βρίσκονται στο τελικό στάδιο οι προετοιμασίες για επίσκεψη του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν στο Πεκίνο, χωρίς να διευκρινίζει τον χρόνο της επίσκεψης.
Προσδοκίες για επιχειρηματικές συμφωνίες στην Κίνα
Ευρύτατο το φάσμα θεμάτων που αναμένεται να συζητήσει ο Αμερικανός πρόεδρος με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, καθώς καλύπτει από τους δασμούς και γενικότερα τις εμπορικές διενέξεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, τους περιορισμούς που έχει επιβάλει η Κίνα στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και γενικότερα μετάλλων στρατηγικής σημασίας μέχρι τα ζητήματα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και τις γεωπολιτικές εντάσεις όπως οι διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες αναφορικά με την Ταϊβάν, αλλά και τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Πέραν, όμως, όλης της θεματολογίας των διαφωνιών και των εντάσεων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο, ο Ντόναλντ Τραμπ προσβλέπει στη σύναψη σειράς επιχειρηματικών συμφωνιών στο Πεκίνο και γι’ αυτό έχει καλέσει να τον συνοδεύσουν οι διευθύνοντες σύμβουλοι των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών και των μεγαλύτερων επιχειρήσεων των ΗΠΑ. Ανάμεσά τους ο Ελον Μασκ της Tesla, o Τιμ Κουκ της Apple, o Λάρι Φινκ της BlakcRock, ο Κέλι Ορτμπεργκ της Boeing, ο Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sachs, ο Μάικλ Μίμπαχ της Mastercard, η Ντίνα Πάουελ Μακόρμικ της Meta Platforms, ο Ράιαν Μακίνερνι της Visa και ο Κριστάνο Αμον της Qualcomm.
Τα διαπραγματευτικά χαρτιά του Ντόναλντ Τραμπ είναι, ωστόσο, μάλλον αποδυναμωμένα, αφενός, επειδή τα τεχνολογικά επιτεύγματα της Κίνας τείνουν να μειώσουν σημαντικά την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ, αφετέρου, επειδή η αμερικανική δικαιοσύνη έχει ακυρώσει δύο φορές το μεγαλύτερο μέρος του προσφιλέστερου όπλου του Αμερικανού προέδρου, των δασμών. Οπως επισημαίνουν σχετικά οι New York Times, η κινεζική εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης DeepSeek, που πέρυσι προκάλεσε ρίγη στη Silicon Valley παράγοντας μοντέλο ΑΙ εφάμιλλο των αμερικανικών αλλά πολύ μικρότερου κόστους, λίγες εβδομάδες πριν από την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο παρουσίασε το τελευταίο μοντέλο της. Μαζί του και ένα βήμα προς τον δραστικό περιορισμό κάθε τεχνολογικής εξάρτησης της Κίνας από τις ΗΠΑ, καθώς το εν λόγω μοντέλο έχει βασιστεί σε μικροεπεξεργαστές του κινεζικού κολοσσού της Huawei, της εταιρείας που στοχοποίησε ο Ντόναλντ Τραμπ στην πρώτη του θητεία και πέτυχε τον αποκλεισμό της από τα δίκτυα πέμπτης γενιάς των περισσότερων συμμάχων της υπερδύναμης. Κι ενώ τα περισσότερα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης παγκοσμίως εξαρτώνται από την αμερικανική πρωτοπόρο Nvidia, οι κινεζικές εταιρείες στρέφονται όλο και περισσότερο σε εγχώριες βιομηχανίες μικροεπεξεργαστών. Οπως τονίζουν οι ΝΥΤ, όσο η Κίνα γυρίζει την πλάτη στην αμερικανική τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης, περιορίζει δραστικά τις όποιες συνέπειες έχουν οι περιορισμοί στις εξαγωγές αμερικανικής τεχνολογίας και σταδιακά θα αφαιρέσει από την Ουάσιγκτον έναν σοβαρό μοχλό άσκησης πίεσης στο Πεκίνο.
Το όπλο των δασμών
Ο Ντόναλντ Τραμπ αρχίζει να συνομιλεί με τον Σι Τζινπίνγκ χωρίς να έχει στα χέρια του το υπερόπλο του, όπως τουλάχιστον το θεωρεί ο ίδιος. Οπως υπογραμμίζουν οι Financial Times, o Αμερικανός πρόεδρος δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί κατά το δοκούν τους δασμούς, το όπλο που είχε προκαλέσει δέος στο Λονδίνο, συναγερμό και έκτακτες συνόδους κορυφής στις Βρυξέλλες όταν απείλησε να το χρησιμοποιήσει κατά των συμμάχων του στο ΝΑΤΟ επειδή αντέδρασαν στις κατακτητικές βλέψεις του για τη Γροιλανδία. Ταυτόχρονα, το όπλο των δασμών είχε οδηγήσει στους δρόμους χιλιάδες Δανούς. Στο μεταξύ, έχει μεσολαβήσει η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που ακύρωσε το μεγαλύτερο μέρος των αρχικών δασμών, αλλά και την περασμένη εβδομάδα η απόφαση αμερικανικού δικαστηρίου αρμοδίου για θέματα εμπορίου που ακύρωσε επίσης τους ενιαίους δασμούς 10%. Πρόκειται για τους δασμούς που έσπευσε να επιβάλει ο Τραμπ στα προϊόντα των περισσότερων εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ αμέσως μετά την επίμαχη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σύμφωνα, πάντως, με τους Financial Times, ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει απτόητος παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και εξακολουθεί να θεωρεί τους δασμούς κύριο όπλο στη φαρέτρα του, γι’ αυτό και προσπαθεί να ανακτήσει τη δυνατότητα να τους χρησιμοποιεί.




























