Αλεξάνδρα Βουδούρη
Νέο ευρωπαϊκό οικονομικό δόγμα διατυπώνει ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, λίγες μόνον ημέρες πριν από το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την ερχόμενη Πέμπτη που θα επικεντρωθεί στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Κάνει, μάλιστα, λόγο για «στιγμή αφύπνισης» της Ευρώπης. Το Συμβούλιο θα διεξαχθεί εν μέσω των συνεχιζόμενων τεκτονικών γεωπολιτικών εξελίξεων, που φέρνουν την Ευρωπαϊκή Ενωση αντιμέτωπη με ένα σοβαρό –κατά τον Μακρόν– δίλημμα: «Αν η Ενωση θέλει να παραμείνει απλώς μια μεγάλη ενιαία αγορά ή αν είναι έτοιμη να γίνει πραγματική γεωπολιτική και οικονομική δύναμη».
Σε κοινή συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» και σε άλλες έξι ευρωπαϊκές εφημερίδες, ο Εμανουέλ Μακρόν επαναφέρει στην ευρωπαϊκή ατζέντα την ανάγκη κοινού δανεισμού, προορισμένου ωστόσο σε νέες ευρωπαϊκές επενδύσεις, ενώ υπογραμμίζει την ανάγκη στήριξης όλων των κρατών-μελών, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από το Βερολίνο που εσχάτως προωθεί «μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων». Συνεχίζει, ωστόσο, να πιστεύει στην ισχύ του γαλλογερμανικού άξονα, ενώ σε ένα θέμα που αφορά την Ελλάδα τάσσεται υπέρ της ενιαίας αγοράς ενέργειας, συνδέοντας τη μείωση των τιμών της με τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Επαινεί, παράλληλα, τη χώρα μας λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «έχει σημειώσει σημαντικές οικονομικές επιτυχίες τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα δύσκολων, αλλά γενναίων μεταρρυθμίσεων».
Ο Γάλλος πρόεδρος εξηγεί τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι πρέπει να ανοίξει ο διάλογος με τη Ρωσία, καθώς αφορά την επόμενη μέρα της «ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας», αλλά και το πώς πλέον «βλέπει» τις ευρωατλαντικές σχέσεις, μόνο λίγες εβδομάδες μετά τη μεγαλύτερη κρίση τους.
Απλούστεροι κανόνες
Τη μετάβαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης από μια απλή ενιαία αγορά σε οικονομική και γεωπολιτική δύναμη προτάσσει ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν παρουσιάζοντας το νέο ευρωπαϊκό δόγμα, που ουσιαστικά στηρίζεται στην εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς, στη μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων και σε μαζικές κοινές επενδύσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οπως τονίζει, το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά: «Η Ρωσία δεν είναι πια ενεργειακός εταίρος, οι ΗΠΑ δεν εγγυώνται τα πάντα και η Κίνα έγινε σκληρός ανταγωνιστής». Κεντρικός άξονας της στρατηγικής είναι η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς. «Δεν μπορεί η φυσική αγορά των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων να είναι 27 διαφορετικές αγορές. Πρέπει να είναι μία αγορά 450 εκατομμυρίων πολιτών», σημειώνει, επιμένοντας στην ανάγκη απλούστερων κανόνων, λιγότερης γραφειοκρατίας και προόδου στην Ενωση Κεφαλαιαγορών και στην ενιαία αγορά ενέργειας.
Η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντικές οικονομικές επιτυχίες τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα δύσκολων, αλλά γενναίων μεταρρυθμίσεων
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις, υπογραμμίζοντας ότι «οι επενδύσεις του μέλλοντος –άμυνα, τεχνολογία, καινοτομία– δεν μπορούν να γίνουν μόνο από τα κράτη-μέλη». Σε αυτό το πλαίσιο ανοίγει τη συζήτηση για κοινό δανεισμό, διευκρινίζοντας ότι «δεν μιλάμε για παλαιά χρέη, αλλά για κοινές επενδύσεις στο μέλλον», στα πρότυπα του NextGenerationEU.
Ο Γάλλος πρόεδρος κάνει λόγο για «στιγμή αφύπνισης» της Ευρώπης, υπογραμμίζοντας ότι «αν μείνουμε απλώς μια ανοιχτή αγορά χωρίς στρατηγικές αποφάσεις, θα γίνουμε το μαξιλάρι των παγκόσμιων κρίσεων». Προειδοποιεί ότι χωρίς γρήγορες αποφάσεις και επενδύσεις, «η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τον αγώνα» σε κρίσιμους τομείς, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και οι προηγμένες τεχνολογίες. Γι’ αυτόν τον λόγο σημειώνει ότι «χωρίς κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις, η ενιαία αγορά θα διαλυθεί», ενώ η ενοποίηση των αγορών και η μείωση των ανισοτήτων, ιδίως στον τομέα της ενέργειας, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για σταθερότητα και ανάπτυξη.
Παράλληλα αναφέρεται και στη γαλλογερμανική σχέση, την οποία χαρακτηρίζει απαραίτητη, αλλά όχι επαρκή από μόνη της για ευρωπαϊκή πρόοδο. Οπως σημειώνει, το γαλλογερμανικό δίδυμο παραμένει αναγκαίος «μοχλός» για να προχωρήσει η Ευρώπη, ωστόσο «δεν αρκεί ποτέ από μόνο του». Προειδοποιεί ότι όταν η συνεργασία μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου μπλοκάρει, τότε «η Ευρώπη δεν έχει καμία πραγματική δυνατότητα να προχωρήσει», υπογραμμίζοντας την ανάγκη το γαλλογερμανικό πλαίσιο να λειτουργεί ως πυρήνας ευρύτερων ευρωπαϊκών συμμαχιών και όχι ως κλειστός άξονας.
Ο Γάλλος πρόεδρος, παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι η στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει απομόνωση ή ρήξη με συμμάχους, αλλά ικανότητα της Ευρώπης να επιλέγει και να δρα χωρίς κρίσιμες εξαρτήσεις, που είναι πλέον επικίνδυνες στο τρέχον γεωπολιτικό περιβάλλον. Οπως τονίζει, όταν η Ευρώπη εξαρτάται βιομηχανικά από την Κίνα, τεχνολογικά και χρηματοπιστωτικά από τις ΗΠΑ και ενεργειακά από εξωτερικούς παίκτες, τότε «δεν αποφασίζει πλήρως για τον εαυτό της». Σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική αυτονομία αφορά την παραγωγή, την ενέργεια, την άμυνα, την τεχνολογία και τη χρηματοδότηση.
«Δεν πρόκειται για κλείσιμο των αγορών, αλλά για την ικανότητα να αντέχουμε σε κρίσεις και να προστατεύουμε το ευρωπαϊκό μοντέλο», υπογραμμίζει, συνδέοντας άμεσα την αυτονομία με την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς και τις κοινές ευρωπαϊκές επενδύσεις. Στο ίδιο πνεύμα, συνδέει τον κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό με την ανάγκη στήριξης όλων των κρατών-μελών: «Ορισμένες επενδύσεις είναι απλώς πολύ μεγάλες για να τις χρηματοδοτήσει ένα κράτος μόνο του. Αν θέλουμε να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί, πρέπει να επενδύσουμε μαζί».
Ενεργειακή στρατηγική
Σε ένα θέμα που αφορά την Ελλάδα, ο Γάλλος πρόεδρος τάσσεται υπέρ μιας πραγματικά ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής ενεργειακής και οικονομικής στρατηγικής, συνδέοντας ευθέως τη μείωση των τιμών ενέργειας με τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Ο Γάλλος πρόεδρος χαρακτηρίζει θεμελιώδη τη χρηματοδότηση της ενοποίησης των ευρωπαϊκών ηλεκτρικών δικτύων, ιδίως τη στιγμή που αρκετές χώρες επενδύουν στην πυρηνική ενέργεια. «Δεν είναι καθόλου συνεπές να χρηματοδοτούνται εθνικά πυρηνικά έργα χωρίς μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή προσέγγιση», σημειώνει. Στόχος, όπως εξηγεί, είναι η δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς ενέργειας, «που θα επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία ηλεκτρισμού χαμηλού άνθρακα».
Πώς οραματίζεται την Ε.Ε.; Ως ισχυρότερη νομισματική ένωση, που θα ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ, μια ενιαία αγορά που θα λειτουργεί ως εμπορική και βιομηχανική δύναμη και μια ευρύτερη πολιτική Ευρώπη ικανή να προβάλλει ισχύ.
Δεν μπορούμε να σκύβουμε το κεφάλι στον Τραμπ
Εν μέσω ενός περιβάλλοντος αυξανόμενης αστάθειας και απρόβλεπτων πλέον γεγονότων, ο Εμανουέλ Μακρόν επανέλαβε αρκετές φορές χθες στη συνάντησή του με τους Ευρωπαίους δημοσιογράφους την ανάγκη οργάνωσης της Ευρώπης ως αυτόνομης γεωπολιτικής δύναμης. Επιμένει, μάλιστα, ότι καμία μεμονωμένη πρωτεύουσα δεν μπορεί πλέον να διαχειριστεί μόνη της τις προκλήσεις.
Συγκεκριμένα, ο Γάλλος πρόεδρος θεωρεί ότι «όλα αυτά πρέπει να γίνονται σε συνεννόηση και συντονισμό με το σύνολο των Ευρωπαίων εταίρων» και να δομηθούν σε επίπεδο Ε.Ε. Προτάσσει, μάλιστα, ως κατάλληλο πολιτικό σχήμα τη «συμμαχία των προθύμων», που κατά τον ίδιο είναι πλέον η εξέλιξη της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας [σ.σ. που ήταν επίσης δική του ιδέα το 2022], με τη συμμετοχή πλέον και του Καναδά. Οπως εξηγεί, «εκεί είναι το σωστό επίπεδο για να σκεφθούμε την άμυνα», καθώς αποτελεί τον ευρωπαϊκό πυλώνα του ΝΑΤΟ.
Ερωτηθείς σχετικά για τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Μακρόν ανέφερε ότι τον σέβεται και πως ο ίδιος έναντί του είναι σταθερός και προβλέψιμος. Ομως ξεκαθαρίζει ότι όταν «υπάρχει ξεκάθαρη επιθετική συμπεριφορά, τότε δεν μπορούμε να σκύβουμε το κεφάλι». Για τον Γάλλο πρόεδρο, άλλωστε, η στρατηγική του κατευνασμού «δεν βελτιώνει τη συμπεριφορά του άλλου και οδηγεί την Ευρώπη σε μεγαλύτερες εξαρτήσεις». Προειδοποιεί, παράλληλα, ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να παρασύρεται από στιγμιαίες εκτονώσεις κρίσεων. «Μετά ένα πρώτο κύμα έντασης, δεν πρέπει να χαλαρώνουμε πιστεύοντας ότι όλα τελείωσαν».
Βασικό στοιχείο για μια στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε. είναι η μείωση των εξαρτήσεων καθώς και η λήψη κοινών αποφάσεων με βάση τα συμφέροντα όλων των κρατών-μελών της. «Η καλύτερη στρατηγική απέναντι στην αβεβαιότητα είναι να αποφασίζουμε μόνοι μας», υπογραμμίζει ο Γάλλος πρόεδρος, περιγράφοντας αυτόν τον δρόμο ως τη μόνη βιώσιμη επιλογή για μια Ευρώπη που θέλει να παραμείνει ισχυρή και κυρίαρχη.
Ο διάλογος με τη Ρωσία δεν αφορά μόνο το τέλος του πολέμου
Λίγες μόνον ημέρες μετά την αποστολή ειδικού συμβούλου του στη Μόσχα και εν μέσω των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων για την ειρήνευση στην Ουκρανία, ο Γάλλος πρόεδρος υπογραμμίζει την ανάγκη να προετοιμαστεί από τώρα το έδαφος για έναν οργανωμένο ευρωπαϊκό διάλογο με τη Ρωσία ξεκαθαρίζοντας ότι η επιλογή αυτή δεν συνδέεται με αφέλεια ή υποχώρηση, αλλά με ρεαλισμό και στρατηγική ευθύνη, καθώς σχετίζεται με την «ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας», όπως λέει χαρακτηριστικά.
Το θέμα, πάντως, του ανοίγματος διαλόγου μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας διχάζει τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., καθώς υπέρ τάσσονται ανοιχτά και προσώρας μόνο το Παρίσι και η Ρώμη, ενώ το ζήτημα αναμένεται να απασχολήσει τους Ευρωπαίους ηγέτες την ερχόμενη Πέμπτη. Στη συνομιλία του με τους Ευρωπαίους δημοσιογράφους χθες ο Γάλλος πρόεδρος τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του διορισμού ειδικού απεσταλμένου.
Στις Βρυξέλλες, πάντως, ήδη συζητείται ανοιχτά το ενδεχόμενο να δημιουργηθεί θέση ειδικού απεσταλμένου της Ε.Ε. που θα αναλάβει αυτήν την επικοινωνία, με τελευταίο όνομα αυτό του Φινλανδού πρώην προέδρου Σάουλι Νιινίστο.
Σε κάθε περίπτωση, ο Εμανουέλ Μακρόν υπενθυμίζει ότι έως τον Φεβρουάριο του 2022 καταβλήθηκαν προσπάθειες διαλόγου, ακόμη και σε στενό γαλλογερμανικό πλαίσιο, ωστόσο η πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία κατέστησε κάθε πολιτική επαφή αδύνατη. «Δεν υπήρχε ούτε προοπτική ούτε νόημα να συνεχιστεί ο διάλογος όσο ο πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη», αναφέρει, εξηγώντας ότι για μεγάλο διάστημα η Ευρώπη βρισκόταν αντιμέτωπη με ανοιχτή σύγκρουση, χωρίς περιθώρια πολιτικής διαμεσολάβησης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει σταδιακά, καθώς ο πόλεμος εισήλθε σε φάση φθοράς, χωρίς καθοριστικές μεταβολές στο πεδίο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Γάλλος πρόεδρος περιγράφει μια «στιγμή ωρίμανσης», κατά την οποία άρχισε να τίθεται ξανά το ερώτημα τού πώς μπορεί να προετοιμαστεί η «επόμενη ημέρα». Παράλληλα, όπως επισημαίνει, η αβεβαιότητα που δημιούργησαν οι συζητήσεις στις ΗΠΑ για πιθανή μείωση της στήριξης προς την Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για μια ευρωπαϊκή αφύπνιση.
«Οταν δημιουργήθηκε αμφιβολία ως προς τη συνέχιση της αμερικανικής βοήθειας, αντιδράσαμε», τονίζει, εξηγώντας ότι έτσι γεννήθηκε η «συμμαχία των προθύμων» της οποίας πλέον ηγούνται το Παρίσι και το Λονδίνο.
Κατά τον ίδιο, η πρωτοβουλία αυτή επέτρεψε στην Ευρώπη να «αποσυνδεθεί από την πλήρη εξάρτηση από τις ΗΠΑ για την άμεση στήριξη της Ουκρανίας», σηματοδοτώντας ένα πρώτο, ουσιαστικό βήμα στρατηγικής αυτονομίας.
Ο Γάλλος πρόεδρος εξηγεί, πάντως, ότι θα πρέπει να διατηρηθούν κανάλια επικοινωνίας σε τεχνικό επίπεδο με τη Μόσχα, παρότι «η Ρωσία δεν επιθυμεί ουσιαστικό διάλογο αυτή τη στιγμή», καθώς θα είναι απαραίτητα στο μέλλον.
Ο στόχος, όπως εξηγεί, δεν είναι ένας διμερής διάλογος εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου, αλλά μια συλλογική προσέγγιση. «Η επιθυμία μου είναι αυτό που χτίζεται σε τεχνικό επίπεδο να μπορεί να μοιραστεί με τους Ευρωπαίους εταίρους και να οδηγήσει σε μια καλά οργανωμένη ευρωπαϊκή στάση», εξηγεί ο Μακρόν.
Οπως καταλήγει, ο διάλογος με τη Ρωσία δεν αφορά μόνο το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά τη συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια. «Την ημέρα που θα υπάρξει ειρήνη, θα πρέπει να οικοδομήσουμε μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας», σημειώνει, προσθέτοντας ότι οι εγγυήσεις ασφαλείας, τα σύνορα και η μελλοντική σταθερότητα της ηπείρου «αφορούν πρώτον και κύριον τους Ευρωπαίους».




























