Γιώργος Σκαφιδάς
Γεννήθηκε στην Κίνα λίγους μήνες προτού ο Μάο πάρει την εξουσία, αλλά έχει βρετανική υπηκοότητα. Ξεκίνησε πένης, αλλά κατέληξε δισεκατομμυριούχος. Στο απόγειο της δόξας του τον αποκαλούσαν «Ρούπερτ Μέρντοχ της Ασίας». Κι όχι άδικα, αφού κατάφερε να χτίσει μια μιντιακή αυτοκρατορία στην Απω Ανατολή, αν και είχε ξεκινήσει από πολύ χαμηλά ως εργάτης στις κλωστοϋφαντουργίες του Χονγκ Κονγκ, όταν το τελευταίο ήταν ακόμη βρετανική αποικία.
Στα μάτια του Πεκίνου, ωστόσο, ο Τζίμι Λάι κατέληξε, κάποια στιγμή, να αποτελεί «απειλή για την κινεζική εθνική ασφάλεια». Οι δράσεις του –υπέρ της πολυφωνίας και του πολυκομματισμού, υπέρ της αυτονομίας του Χονγκ Κονγκ, υπέρ μιας δυτικού τύπου δημοκρατίας– δεν θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες, ειδικά αφού προέρχονταν από έναν άνθρωπο με ισχύ που είχε αφενός τη διάθεση να συγκρουστεί με την κεντρική εξουσία στο Πεκίνο και αφετέρου τα μέσα για να προβάλει τις «συγκρουσιακές» διαθέσεις του. «Αυτός ο δισεκατομμυριούχος δοκίμασε τα όρια της Κίνας κι αυτό του κόστισε την ελευθερία του», θα έγραφε σε ανάλυσή του το BBC.
Το κατηγορητήριο
Δικαστήριο του Χονγκ Κονγκ επέβαλε χθες στον Τζίμι Λάι ποινή κάθειρξης 20 ετών. Με βάση το κατηγορητήριο, ο 78χρονος καταδικάζεται ως «συνωμότης», «στασιαστής» και εχθρός του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας. Τον κατηγορούν ότι ζητούσε από ξένες κυβερνήσεις να επιβάλουν κυρώσεις στο Πεκίνο για την καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων που έλαβαν χώρα στο Χονγκ Κονγκ την περίοδο 2019-2020. Η κινεζική πλευρά υπενθυμίζει, συγκεκριμένα, τις επαφές που είχε με κορυφαία στελέχη της διοίκησης Τραμπ το 2019.

Η υπόθεση έχει ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις τόσο σε σχέση με το ισχύον καθεστώς στο Χονγκ Κονγκ όσο και με όσα θα μπορούσαν να ισχύσουν μελλοντικά στην Ταϊβάν
Ο Λάι είναι στη φυλακή από τα τέλη του 2020. Είχε καταδικαστεί ως «συνωμότης» και «στασιαστής» ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο, αλλά η ποινή του ανακοινώθηκε χθες. Με δεδομένο ότι εκείνος είναι πια 78 ετών, αυτή η 20ετής κάθειρξη ισοδυναμεί με ισόβια, καταγγέλλουν όσοι τον στηρίζουν.
Σε κάθε περίπτωση πρόκειται όντως για την πιο βαριά ποινή που έχει ποτέ επιβληθεί με βάση τον νόμο για «τη διαφύλαξη της εθνικής ασφάλειας στην Ειδική Διοικητική Περιοχή του Χονγκ Κονγκ», που τέθηκε σε ισχύ το 2020.
ΗΠΑ, Βρετανία, Αυστραλία, Ευρωπαϊκή Eνωση, Καναδάς, Ιαπωνία και Ταϊβάν έσπευσαν χθες να πάρουν θέση στο πλευρό του 78χρονου. Υπενθυμίζεται, ωστόσο, ότι οι ηγέτες πολλών εκ των προαναφερθεισών χωρών βρέθηκαν πρόσφατα στο Πεκίνο, προωθώντας τη σύσφιγξη των δεσμών με την κινεζική ηγεσία, την οποία τώρα επικρίνουν.
Η υπόθεση του Λάι έχει ευρύτερες γεωπολιτικές προεκτάσεις. Σχετίζεται με το ισχύον καθεστώς στο Χονγκ Κονγκ, αλλά και με όσα θα μπορούσαν να ισχύσουν μελλοντικά στην Ταϊβάν. Το Χονγκ Κονγκ επεστράφη από τους Βρετανούς στην Κίνα το 1997, αλλά υπό ένα ειδικό καθεστώς που του εξασφαλίζει μερική αυτονομία έως το 2047. Εξ ου και ο όρος «μία χώρα (σ.σ. η Κίνα), δύο συστήματα (σ.σ. το κινεζικό και εκείνο του Χονγκ Κονγκ)». Από το 2020 ωστόσο κι έπειτα, η Κίνα έθεσε σε ισχύ ένα «νόμο για την εθνική ασφάλεια» (NSL) που περιορίζει δραστικά αυτή την αυτονομία. Ο Τζίμι Λάι καταδικάστηκε με βάση ακριβώς αυτόν τον νόμο.
«Η καταδίκη του Τζίμι Λάι εντάσσεται στην καμπάνια του Πεκίνου για την καθυπόταξη του Χονγκ Κονγκ και την πλήρη υπαγωγή του στο πολιτικό σύστημα της Κίνας. Κι αυτό παρά τις αρχικές δεσμεύσεις των κινεζικών Αρχών ότι ο θύλακος θα απέλαυε διοικητικής αυτονομίας και δικού του νομικού καθεστώτος μέχρι το 2047, βάσει της Σινο-Βρετανικής Κοινής Διακήρυξης του 1984», αναφέρει, μιλώντας στην «Κ», ο Πλάμεν Τόντσεφ, επικεφαλής του Τμήματος Ασιατικών Σπουδών στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).
Σύμφωνα με τον κ. Τόντσεφ, όλα αυτά επηρεάζουν ωστόσο και το θέμα της Ταϊβάν: «Οι ταραχές του 2019 στο Χονγκ Κονγκ κι όσα ακολούθησαν, αποτέλεσαν την ταφόπλακα της προβλεπόμενης ρύθμισης “μία χώρα, δύο συστήματα”. Η αθέτηση των δεσμεύσεων της Κίνας έναντι του Χονγκ Κονγκ αποθάρρυνε την Ταϊβάν από τη συζήτηση για μια παρόμοια φόρμουλα στη δική της περίπτωση. Ευνόησε, δε, την επανεκλογή της Τσάι Ινγκ-γουέν το 2020 και του νυν προέδρου Λάι Τσινγκ-τε το 2024, με ατζέντα που επικεντρώνεται στη διατήρηση της αυτονομίας της Ταϊβάν».




























