
Δωρίτα Γιαννακού
Η συνεχής εξάπλωση των κρουσμάτων αφθώδους πυρετού έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στον αγροδιατροφικό τομέα αλλά και στον επιχειρηματικό κόσμο, ιδιαίτερα σε σχέση με το χαλούμι, το σημαντικότερο εξαγώγιμο αγροτικό προϊόν της Κύπρου.
Όπως τονίζουν στην «Κ» οι επιχειρηματικές οργανώσεις, παρόλο που το χαλούμι ως τελικό προϊόν δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από πλευράς ασφάλειας τροφίμων, η κατάσταση βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο αναφορικά με την παραγωγή του αιγοπρόβειου γάλακτος εξαιτίας των θανατώσεων των ζώων. Όπως εξηγούν οι αρμόδιοι φορείς, το εθνικό μας προϊόν, παραμένει στις διεθνείς αγορές καθώς η διαδικασία παραγωγής του περιλαμβάνει θερμική επεξεργασία που υπερβαίνει τους 95°C, θερμοκρασία που αδρανοποιεί τον ιό του αφθώδους πυρετού. Με βάση το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, τα θερμικά επεξεργασμένα γαλακτοκομικά προϊόντα δεν αποτελούν φορέα μετάδοσης, ενώ μέχρι στιγμής δεν έχει επιβληθεί καμία απαγόρευση εξαγωγών για λόγους υγειονομικής ασφάλειας. Εξάλλου επισημαίνουν, η Κύπρος έχει εξασφαλίσει συμφωνίες με το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και την Αυστραλία, οι οποίες αποδέχονται το χαλούμι ως ασφαλές προϊόν. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, οι εξαγωγές χαλουμιού συνεχίζονται κανονικά, χωρίς ευρωπαϊκούς περιορισμούς, και οι βασικές αγορές παραμένουν ανοικτές. Παράλληλα, ούτε οι εξαγωγές κρέατος κυρίως χοιρινού προς την Ελλάδα και τα Βαλκάνια φαίνεται να έχουν επηρεαστεί.
Την ίδια ώρα οι επιχειρηματικοί φορείς διευκρινίζουν ότι το ζήτημα δεν είναι ρυθμιστικό ή εμπορικό σε επίπεδο απαγορεύσεων, αλλά πρωτίστως παραγωγικό καθώς ο αφθώδης πυρετός δεν απειλεί το τελικό προϊόν, αλλά τη διαθεσιμότητα της πρώτης ύλης. Οι θανατώσεις αιγοπροβάτων μειώνουν την παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος, γεγονός που επηρεάζει άμεσα την αναλογία της ποσόστωσης που απαιτείται στο πλαίσιο του καθεστώτος ΠΟΠ. Όπως επισημαίνεται, από την ΟΕΒ εάν οι απώλειες παραμείνουν περιορισμένες, το σύστημα μπορεί να απορροφήσει τους κραδασμούς, στην αντίθετη περίπτωση όμως που η εξάπλωση επεκταθεί, τότε ο κίνδυνος πραγματικής έλλειψης καθίσταται σοβαρός.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται από τον επιχειρηματικό κόσμο σε σχέση με τα εξαγωγικά συμβόλαια και τη διατήρηση της παρουσίας του προϊόντος στα ράφια του εξωτερικού. Σύμφωνα με το ΚΕΒΕ, οι μεγάλες τυροκομικές επιχειρήσεις διατηρούν ετήσιες συμφωνίες με αλυσίδες λιανικής και προμηθεύουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας με συγκεκριμένες δεσμεύσεις ποσοτήτων. Σε περίπτωση αδυναμίας παράδοσης των συμφωνημένων ποσοτήτων, οι λιανέμποροι ενδέχεται να αντικαταστήσουν το χαλούμι με ανταγωνιστικά προϊόντα τύπου grill cheese, υπογραμμίζουν. Σε αυτή την περίπτωση η ανάκτηση μεριδίου μπορεί να απαιτήσει σημαντικό χρόνο και κόστος.
Οι επιχειρηματικοί φορείς αναφέρονται επίσης και στη χρονική συγκυρία η οποία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η περίοδος άνοιξης και καλοκαιριού αποτελεί την κορυφαία φάση κατανάλωσης χαλουμιού στις ευρωπαϊκές αγορές. Οποιαδήποτε μείωση στη διαθεσιμότητα προϊόντος κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αυξάνει σημαντικά το εμπορικό ρίσκο, αφού οι αλυσίδες λιανικής και οι διανομείς βασίζονται στη συνεχή και αξιόπιστη τροφοδοσία προσθέτουν. Οι αγορές δεν λειτουργούν με ανοχή σε κενά προσφοράς και σε περίπτωση ασυνέπειας, το κενό καλύπτεται άμεσα από ανταγωνιστικά προϊόντα, με συνέπειες για τη θέση του χαλουμιού στα ράφια σημειώνουν.
Παράλληλα, μικρά τυροκομεία που εξαρτώνται από συγκεκριμένες μονάδες που έχουν θανατώσει τα ζώα τους, αντιμετωπίζουν δυσκολίες εξασφάλισης εναλλακτικής πρώτης ύλης. Οι κτηνοτρόφοι χάνουν παραγωγικό κεφάλαιο, ενώ οι βιομηχανίες καλούνται να διαχειριστούν τον κίνδυνο αδυναμίας εκτέλεσης συμβολαίων. Ως επακόλουθο, η πιθανή μείωση παραγωγής ενδέχεται να οδηγήσει σε πιέσεις τιμών τις οποίες θα επωμιστεί ο καταναλωτής.
Οι επιχειρηματικοί φορείς επισημαίνουν ότι η κατάσταση ενδέχεται να καταστεί ιδιαίτερα κρίσιμη εάν συνεχιστεί η αύξηση των θανατώσεων και επηρεαστούν μεγάλες παραγωγικές ζώνες. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η απώλεια σημαντικού ποσοστού του αιγοπρόβειου πληθυσμού θα συμπιέσει τη διαθεσιμότητα πρώτης ύλης, με αποτέλεσμα η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος να βρεθεί στα όρια επάρκειας, δοκιμάζοντας την ικανότητα του τομέα να ανταποκριθεί στις υφιστάμενες εξαγωγικές του υποχρεώσεις.
Το διακύβευμα, στην παρούσα φάση όπως επισημαίνεται, δεν είναι η απαγόρευση του προϊόντος στις διεθνείς αγορές αλλά η επάρκεια του γάλακτος.




























