ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Πρ. Δημοσιονομικού Συμβουλίου: Υπάρχει ανάγκη μεταρρύθμισης του Συμφώνου Σταθερότητας

Το Σύμφωνο Σταθερότητας, που θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για την δημοσιονομική πολιτική στα κράτη – μέλη, θα βρίσκεται σε αναστολή και φέτος, αλλά και το 2022

ΚΥΠΕ

Την ανάγκη μεταρρύθμισης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ με τη θέσπιση ενός κανόνα για τη βιωσιμότητα του χρέους και τις υπόλοιπες ρυθμίσεις να είναι υποστηρικτικές προς αυτό τον στόχο, επισημαίνει ο Πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, Δημήτρης Γεωργιάδης σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ.

Οι επισημάνσεις του κ. Γεωργιάδη γίνονται την ώρα που η πανδημία του κορωνοϊού ώθησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατόπιν συμφωνίας με τα κράτη – μέλη της ΕΕ, να αναστείλει την εφαρμογή του Συμφώνου, ενεργοποιώντας για πρώτη φορά στην ιστορία τη γενική ρήτρα απόδρασης λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Το Σύμφωνο Σταθερότητας, που θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για την δημοσιονομική πολιτική στα κράτη – μέλη, θα βρίσκεται σε αναστολή και φέτος, αλλά και το 2022.

«Αυτή είναι μια καλή περίοδος να γίνει η νέα μεταρρύθμιση και ήδη γίνεται αυτή η συζήτηση», σημειώνει ο κ. Γεωργιάδης, ερωτηθείς από το ΚΥΠΕ κατά πόσον η περίοδος προσφέρεται για μεταρρύθμιση του Συμφώνου. Προσθέτει δε πως «μόνο το ότι υπήρχε η πρόνοια της αναστολής εφαρμογής των αριθμητικών δημοσιονομικών κανόνων δείχνει ότι αυτοί που το έχουν σχεδιάσει είχαν αναγνωρίσει τις αδυναμίες».

Ο κ. Γεωργιάδης επισημαίνει ότι είναι σημαντικό το θεσμικό πλαίσιο να μην αποτρέπει την εφαρμογή των εκάστοτε αναγκαίων πολιτικών, κυρίως δημοσιονομικών μέτρων, υπενθυμίζοντας πως «την ίδια αδυναμία που καταγράφεται σήμερα, είχαν και έχουν οι αριθμητικοί κανόνες και στις καλές περιόδους».

«Δεν υποχρεώνουν, ούτε καν ενθαρρύνουν τη μείωση του χρέους και τη δημιουργία αποθεματικών σε βαθμό που θα επέτρεπε στην κάθε χώρα να αντιμετωπίσει μια κατοπινή κρίση. Αυτό ουσιαστικά επαφίεται περισσότερο στις εκάστοτε Κυβερνήσεις. Χωρίς να σημαίνει πως αυτό είναι λάθος», προσθέτει.

Όπως αναφέρει, «αν και τα τελευταία 10-15 χρόνια εισήχθησαν πρόνοιες που λαμβάνουν υπόψη τον κύκλο της οικονομίας και το παραγωγικό κενό, από την στιγμή που αυτό δεν είναι ικανοποιητικά μετρήσιμο (observable) δεν μπορεί να οδηγήσει σε ικανοποιητικούς κανόνες».

Ανάγκη δημιουργίας ενός νέου Συμφώνου

Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, καθώς η κρίση του 2008 είχε αναδείξει ότι η συμπεριφορά ενός κράτους μέλους μπορεί να επηρεάσει το άλλο, λόγου χάρη μεταβάλλοντας την ισοτιμία του ευρώ ή το κόστος δανεισμού, υπάρχει η ανάγκη δημιουργίας ενός συμφώνου σταθερότητας.

«Ενός πλαισίου με κανόνες για όλους. Αυτή είναι μια καλή περίοδος να γίνει η νέα μεταρρύθμιση και ήδη γίνεται αυτή η συζήτηση. Το μεγάλο ερώτημα είναι ποια μορφή θα έχει», τονίζει και προσθέτει: «Το βέβαιο είναι ότι το υφιστάμενο δεν είναι αποτελεσματικό και όπως έχετε αναφέρει σε κάποιες περιπτώσεις στέλνει συγκρουόμενα μηνύματα και μπορεί να είναι και προ-κυκλικό. Δηλαδή όπως για παράδειγμα την περίοδο που διανύουμε η εφαρμογή των κανόνων πιθανόν να υποδείκνυαν τον περιορισμό ή θα εμπόδιζαν την αναγκαία αύξηση των δαπανών τη στιγμή που απαιτείται το αντίθετο».

Υπενθυμίζεται ότι η Κύπρος το 2016 βρέθηκε εν μέσω μιας διάστασης εκτιμήσεων αναφορικά με τη διαρθρωτική θέση του 2017, καθώς η Κομισιόν εκτιμούσε ότι στο τέλος του 2017 θα διαμορφωνόταν στο -1,4% του ΑΕΠ και ζητούσαν τη λήψη «σημαντικών δημοσιονομικών μέτρων» σε περίπτωση επαλήθευσης της εκτίμησης, ενώ αντίθετα οι κυπριακές αρχές, που τελικά επιβεβαιώθηκαν, υποστήριζαν ότι η διαρθρωτική θέση ήταν ουδέτερη. Η διαφορά οφειλόταν σε διαφορετικές εκτιμήσεις αναφορικά με την πορεία δυνητικού ΑΕΠ (potential GDP) και το παραγωγικό κενό (output gap).

Ο Πρόεδρος του κυπριακού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, υπενθυμίζει πως η συζήτηση ξεκίνησε το 2017, μετά που είχαν δοκιμαστεί οι νέοι κανόνες που βασίζονταν στο δυνητικό ΑΕΠ και στο παραγωγικό κενό και είχε φανεί ότι δεν ήταν σε ικανοποιητικό βαθμό αποτελεσματικοί και τότε είχε ζητηθεί από διάφορους φορείς, συμπεριλαμβανομένων και των Δημοσιονομικών Συμβουλίων, να υποβάλουν εισηγήσεις.

Βασικός κανονισμός η πορεία του χρέους

«Η δική μας θέση ήταν ότι από την στιγμή που ο τελικός στόχος είναι η δημοσιονομική σταθερότητα, δηλαδή η διατήρηση της δυνατότητας της κάθε χώρας να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος, τότε ο ένας ή ο βασικός κανονισμός θα πρέπει να έχει να κάνει με το χρέος. Οποιοιδήποτε άλλοι κανόνες ή ρυθμίσεις θα πρέπει να είναι υποστηρικτικοί προς τον κύριο κανονισμό», τονίζει.

Παράλληλα, ο κ. Γεωργιάδης επισημαίνει πως «αυτό που είχαμε υποδείξει είναι ότι το όριο του 60% (του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ) δεν μπορεί να είναι καθολικό και ούτε καν να είναι ένα προκαθορισμένο ποσοστό» και εξηγεί πως μόνο και μόνο όταν ένα κράτος μπορεί να απολαμβάνει χαμηλότερο κόστος δανεισμού αυτό ισοδυναμεί με δυνατότητα διατήρησης ψηλότερου χρέους.

«Άρα το νέο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να καθορίζει μια διαδικασία και όχι μια φόρμουλα, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τους διάφορους μετρήσιμους και μη παράγοντες και στην οποία θα συμμετάσχουν και εθνικά και Ευρωπαϊκά σώματα. Αυτή η διαδικασία θα καθορίζει ένα ποσοστό χρέους ως στόχο και στη συνέχεια ένα μηχανισμό δημοσιονομικής αντίδρασης στην περίπτωση αποκλίσεων».

Όπως εξηγεί, το πλεονέκτημα μιας τέτοιας ρύθμισης, «είναι ότι οι στόχοι θα είναι πιο ρεαλιστικοί και η συμμετοχή στο σχεδιασμό από εθνικά σώματα θα ενισχύσει το αίσθημα της εθνικής κυριαρχίας».

«Εκτιμώ ότι ένα τέτοιο πλαίσιο θα είναι και πιο ευέλικτο και πιο αξιόπιστο. Θα πρέπει να σημειώσω πως όσο περνά ο χρόνος τόσο πιο κοντά σε αυτό το πλαίσιο προχωρεί ο νέος σχεδιασμός», προσθέτει.

Ερωτηθείς πώς θα εφαρμόζεται ένα τέτοιο πλαίσιο, ο κ. Γεωργιάδης εξηγεί πως στην πράξη το πιο πιθανόν είναι ο δημοσιονομικός κανονισμός για το χρέος να συνοδεύεται από έναν συμπληρωματικό κανόνα για τον καθορισμό των δαπανών. Το Σύμφωνο προνοεί κανόνα για τις δαπάνες, ο οποίος όμως συνδέεται με το μεσοπρόθεσμο ρυθμό του δυνητικού ΑΕΠ.

Υπενθυμίζοντας ότι ήδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έχουν αναπτύξει μοντέλα βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους, τα οποία δεν βασίζονται μόνο σε αριθμούς, αλλά και σε ποιοτικά κριτήρια, ο κ. Γεωργιάδης προσθέτει πως βάσει αυτών των μοντέλων θα δίνεται η κατεύθυνσή ως προς τα πού θα πρέπει να κινούνται οι δαπάνες σε περίπτωση π.χ. που υπάρχει υπέρβαση στο όριο χρέους.

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, τονίζει ότι «η πρόκληση που αντιμετωπίζει το σημερινό πλαίσιο παραμένει, ότι ο βασικός κανόνας αν δεν σχεδιαστεί σωστά μπορεί να υποδεικνύει την αναγκαιότητα μείωσης του χρέους, αλλά οι συνθήκες να απαιτούν την αύξηση των δαπανών».

Όπως εξηγεί, με δεδομένες τις αδυναμίες καθορισμού του δυνητικού ΑΕΠ θα πρέπει να βρεθεί κάτι πιο μετρήσιμο. Και συμπληρώνει «μια όχι τέλεια αλλά πρακτική λύση είναι να υποχρεώνονται τα κράτη, μέρος του πλεονάσματος ενός έτους ή σειράς ετών να το αποταμιεύουν ή να το χρησιμοποιούν για μείωση του χρέους».

«Είναι γι’ αυτό που ο νέος κανόνας δεν πρέπει απλά να δίνει ένα ποσοστό για το επίπεδο του χρέους. Θα πρέπει για παράδειγμα να υποχρεώνει τις χώρες να δημιουργούν αποθεματικό στις καλές περιόδους, το οποίο θα μπορεί να χρησιμοποιείται για την απορρόφηση των κραδασμών μιας κρίσης χωρίς να προσμετράται ως δαπάνη», λέει.

Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, είναι σημαντικό ο οποιασδήποτε κανονισμός για τον περιορισμό των δαπανών να είναι πιο αναλυτικός, πιο στοχευμένος, διαχωρίζοντας τις κρατικές δαπάνες σε λειτουργικές, επενδυτικές και κοινωνικές.

«Όπως έχουμε διδαχθεί από όλες σχεδόν τις κρίσεις», συνεχίζει, «ενώ η οικονομική πολιτική υποδεικνύει την ανάγκη αύξησης των επενδύσεων και των κοινωνικών παροχών, αυτό που γίνεται στην πράξη είναι το αντίθετο. Αυτό εν μέρει έχει αναγνωριστεί από την ΕΕ με το πρόσφατο πακέτο στήριξης της οικονομίας που έχει εξαγγελθεί και που θέτει προϋποθέσεις για το που θα διοχετευτεί. Κυρίως σε επενδύσεις και μάλιστα έχουν τεθεί και προϋποθέσεις για μεταρρυθμίσεις».

Ερωτηθείς για το ποιες πρόνοιες θα πρέπει να παραμείνουν στο αναθεωρημένο Σύμφωνο διασφαλίζοντας ένα ενιαίο έλεγχο για όλους, ο κ. Γεωργιάδης λέει ότι «αυτό συνιστά τη μεγάλη πρόκληση», καθώς «η εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να μηδενιστεί και τυχόν προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνσή πιθανόν να φέρει νέα διάσπαση της ΕΕ».

Εξηγώντας ότι δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στην εξελιχτική πορεία της ΕΕ, ο κ. Γεωργιάδης σημειώνει πως «τα κράτη μέλη όσο βλέπουν τα οφέλη να αυξάνονται τόσο θα παραχωρούν εξουσίες, δηλαδή θα αποδέχονται να μειώνεται η εθνική κυριαρχία και το αντίστροφο».

«Άρα οι εκάστοτε πρόνοιες θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την εκάστοτε θέση που βρισκόμαστε στον δρόμο προς της τελική ένωση που θα συμπεριλαμβάνει ένα σαφώς διευρυμένο, μεγαλύτερο και ενιαίο προϋπολογισμό», κατέληξε.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

ΚΥΠΕ

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση