
Θανάσης Φωτίου
Αυτό που ξεκάθαρα διαφαίνεται, δύο μήνες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, είναι οι τάσεις που επιβεβαιώνουν ότι το πολιτικό τοπίο βρίσκεται σε επιταχυνόμενη φάση ανασχηματισμού, καθώς καταγράφεται με σαφή τρόπο μια μετατόπιση προς πιο αντισυστημικές και ετερόδοξες μορφές συμμετοχής.
Πρόκειται για εκφάνσεις ενός ευρύτερου φαινομένου που το βλέπουμε να εξελίσσεται ως τάση και στάση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και έχει να κάνει με ένα μίγμα ψυχοκοινωνιολογικών, επικοινωνιακών και θεσμικών παραγόντων -ασφαλώς με τις όποιες κοινωνικές διαφοροποιήσεις.
Το φαινόμενο έχει δύο αναγνώσεις. Σε θεωρητικό επίπεδο, μια κοινωνία που αντιδρά και ψάχνεται, είναι μια κοινωνία που ελπίζει. Η «ώριμη» ανάγνωση υποστηρίζει ότι οι πολίτες απορρίπτουν το σύστημα επειδή αντιλαμβάνονται τα δομικά του προβλήματα και αναζητούν εναλλακτικές επιλογές και νέα υποκείμενα. Η «υποψιασμένη» ανάγνωση υποστηρίζει ότι μεγάλη μερίδα των πολιτών δεν έχουν αναπτύξει τα εργαλεία πολιτικής αξιολόγησης, άρα αντιδρούν μάλλον ενστικτωδώς, παρά συνειδητά. Αυτό μεταφράζεται σε έλλειψη πολιτικής παιδείας, επιλογή με συναισθηματικά και επιφανειακά κριτήρια, απουσία πολιτικής συνειδητοποίησης. «Πολιτική συνειδητοποίηση» δεν σημαίνει ικανότητα να θυμάται κάποιος χρονολογίες, πρόσωπα ή αριθμούς αλλά να κατανοεί πώς λειτουργούν οι θεσμοί, να αξιολογεί συνέπειες και όχι μόνο εντυπώσεις, να αναγνωρίζει ρητορικές στρατηγικές, να διακρίνει την πολιτική πρόταση από το επικοινωνιακό σόου. Αν μια κοινωνία δεν διαθέτει και δεν έχει αναπτύξει για «x» λόγους αυτά τα εργαλεία, τότε το δικαίωμα του εκλέγειν μπορεί να είναι πολιτικά ενεργό αλλά όχι πολιτικά επεξεργασμένο.
Βαθιά πεποίθησή μου είναι ότι η ευρέως διαδεδομένη «πολιτική δυσαρέσκεια» που αποτυπώνεται και στα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, δεν μεταφράζεται πάντοτε και σε απόλυτο βαθμό σ’ ένα υγιές καμπανάκι, επακόλουθο ενός βαθιά πολιτικοποιημένου προβληματισμού που προϋποθέτει αντίληψη και κριτική σκέψη. Μάλλον συχνά χαρακτηρίζεται από επιπολαιότητα μιας απολιτίκ μερίδας του λαού, εξού και μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Δεν εκφράζει προσδοκία, εκφράζει κυρίως άρνηση. Και διάθεση τιμωρίας: του «συστήματος», των «γνωστών», των «παλιών», των «άχρηστων», των «προδοτών», των «γραβατομένων»… Υπό το πρίσμα αυτό, το «αντισυστημικό» και το «εναλλακτικό» αποκτά μεγαλύτερη αξία από την επάρκεια, τη σοβαρότητα και τη στοιχειώδη γνώση του ρόλου που διεκδικείται.
Οφείλουμε να παραδεχθούμε και δεν αποτελεί κανενός είδους μομφή, ότι ο κυπριακός λαός δεν είναι μια κοινωνία με μεγάλη πολιτική παιδεία, ούτε με μακρόχρονη παράδοση θεσμικής εμβάθυνσης. Είναι σε μεγάλο βαθμό μια κοινωνία πολιτικά αναλφάβητη, χωρίς επαρκώς ανεπτυγμένα τα εργαλεία της αντίληψης και της κριτικής. Για δεκαετίες ο πολιτικός βίος αξιολογείτο με ιδεολογικά, εθνικά και άλλα κριτήρια, όχι με προγραμματικά και θεσμικά κριτήρια. Που πάει να πει ότι η ψήφος -όχι στο σύνολο αλλά σε αξιοσημείωτο βαθμό- δεν ήταν προϊόν βαθιάς πολιτικής συνειδητοποίησης.

Με άλλα λόγια, θεωρώ ότι αυτό που βιώνουμε και πιθανότατα θα καταγραφεί ως αποτέλεσμα και στην κάλπη, δεν είναι μία ώριμη προοδευτική απαίτηση για ριζική αλλαγή, αλλά μία βεβιασμένη αποδέσμευση από το παλιό, χωρίς ακόμη συγκροτημένο όραμα για το νέο. Το εκλογικό σώμα εμφανίζεται κουρασμένο, εξοργισμένο και βαθιά δύσπιστο, αλλά προσωπικά δεν βλέπω στα αποτελέσματα των μετρήσεων αυτό να μεταφράζεται σε αυξημένες απαιτήσεις με ζητούμενο το καλύτερο.
Ζούμε στην εποχή της άποψης χωρίς σκέψη και της φωνής χωρίς περιεχόμενο. Στο μυαλό μας κυριαρχεί η σύγχυση. Μια σούπα όλα. Δυσκολευόμαστε να διακρίνουμε το πολιτικό από το κομματικό, το φιλοσοφικό από το ιδεολογικό, το σύνθημα από το επιχείρημα. Η λογική που φαίνεται να κερδίζει έδαφος είναι απλή και επικίνδυνα απλουστευτική. Αφού το υπάρχον πολιτικό προσωπικό απογοήτευσε, οποιαδήποτε εναλλακτική θεωρείται εκ προοιμίου προτιμότερη. Η επάρκεια υποχωρεί μπροστά στην πρόθεση, η γνώση μπροστά στη διάθεση, η ευθύνη μπροστά στη ρητορική της άρνησης. Η άγνοια εκλαμβάνεται ως αυθεντικότητα και η απουσία σχεδίου ως δήθεν καθαρότητα. Έτσι, όμως, η πολιτική επιλογή απογυμνώνεται από το ουσιώδες περιεχόμενό της: την ικανότητα άσκησης εξουσίας με επίγνωση, συνέπεια και σεβασμό στους θεσμούς.
Παράλληλα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μετατραπεί σε υποκατάστατο πολιτικής διαδικασίας. Εκεί, κάθε λογής «μπουμπούκια» εκδηλώνονται με έντονη ναρκισσιστική διάθεση και χωρίς την παραμικρή ένδειξη γνῶθι σαυτόν, δηλώνοντας έτοιμα για κοινοβουλευτικούς ρόλους. Η πολιτική εμπειρία συγχέεται με την ψηφιακή απήχηση και η δημόσια ευθύνη με τη διαδικτυακή προβολή. Προβάλλεται μια αντίληψη άμεσης, δήθεν δημοκρατίας, η οποία στην πράξη προσομοιάζει περισσότερο με κουτουροκρατία: χωρίς φίλτρα, χωρίς αντίβαρα, χωρίς επίγνωση των συνεπειών. Και σε αυτή τη διάθεση βρίσκει έδαφος ο λαϊκισμός και πολιτικά μορφώματα και πρόσωπα που αυτοπροσδιορίζονται ως «αντισυστημικά», χωρίς να συνοδεύουν τον χαρακτηρισμό αυτό με αντίστοιχο πολιτικό περιεχόμενο, σχέδιο ή αίσθηση θεσμικής ευθύνης.
Άλλο, όμως, είναι η αυστηρή κριτική προς τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος και άλλο η επιδερμικότητα για το ποιος και με ποιους όρους καλείται να το αντικαταστήσει. Η αντικατάσταση του προβληματικού με το απροσδιόριστο, του ανεπαρκούς με το αδοκίμαστο, δεν συνιστά πολιτική ανανέωση. Συνιστά ρίσκο θεσμικής απορρύθμισης, ιδίως όταν συνοδεύεται από μια ιδιότυπη ανοχή σε ασυνέπειες και σκιές και με κλείσιμο των ματιών σε περίεργες και ύποπτες ενέργειες που καμία σχέση δεν έχουν με αυτό που ορισμένοι ευαγγελίζονται.
Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Τα παραδοσιακά κόμματα, το παραδοσιακό σύστημα, σε καμία περίπτωση δεν είναι θύμα αυτής της κατάστασης. Οι ευθύνες του γι’ αυτό που ζούμε, είναι τεράστιες. Αυτά είναι που δημιούργησαν χώρο σε αυτά που έρχονται. Για χρόνια αναπαρήγαγαν λόγο εσωτερικής κατανάλωσης και καλλιέργησαν μια απόσταση από τα βασικά και καθημερινά προβλήματα των πολιτών. Σήμερα δε και υπό αυτές τις συνθήκες, βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι αδιανόητο: ορισμένα και μάλιστα μεγάλα και ιστορικά, αντιμετωπίζουν εμφανές πρόβλημα πολιτικού αφηγήματος. Και στην πολιτική, το αφήγημα δεν είναι πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση επιβίωσης. Διότι η σοβαρότητα δεν δηλώνεται, αποδεικνύεται. Η υπευθυνότητα δεν επικαλείται το παρελθόν, κρίνεται στο παρόν. Και η συνέπεια, όταν έχει διαρραγεί, δεν αποκαθίσταται με αοριστολογίες, εύκολα, και τετριμμένα συνθήματα. Χρειάζεται σχέδιο, τόλμη, καθαρό στίγμα. Το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι ουσίας. Ο τόπος δεν ζητά ωραία λόγια. Ζητά απαντήσεις.




























