ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Ματιές στην άγνωστη ζωή των πολιτών της Βόρειας Κορέας

Η προπαγάνδα του καθεστώτος, η πείνα, η καχυποψία, η αγωνία της συμμόρφωσης, αποτυπωμένα σε ένα μυθιστόρημα

Kathimerini.gr

Της Mαρίας Αθανασίου

ΑΝΤΑΜ ΤΖΟΝΣΟΝ
Ο γιος του αφέντη των ορφανών
μτφρ.: Ιωάννα Ηλιάδη
εκδ. Παπαδόπουλος, σελ. 684

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ο Ανταμ Τζόνσον γνώρισε έναν καθηγητή διεθνών σχέσεων, με καταγωγή από τη Βόρεια Κορέα. Ο ηλικιωμένος άντρας τού μίλησε για τα παιδικά του χρόνια πριν από τον πόλεμο της Κορέας και για τις πληγές που του άφησε αυτός ο πόλεμος, στον οποίο έχασε τους γονείς του, μένοντας ορφανός. Του αφηγήθηκε τις μέρες που πέρασε με το πλήρωμα ενός αμερικανικού τανκ, το οποίο τον υιοθέτησε με αντάλλαγμα να γίνει ο οδηγός του – ήταν μόλις δέκα ετών, αλλά μιλούσε λίγα αγγλικά. Θυμόταν με λεπτομέρειες την ημέρα που έφτασαν σε μια αμερικανική αεροπορική βάση, όπου τον έβαλαν σε ένα αεροσκάφος με προορισμό τις ΗΠΑ. Προσγειώθηκε στο Σιάτλ και από εκεί σιγά σιγά έχτισε μια νέα ζωή, που περιελάμβανε σημαντικό ανθρωπιστικό έργο – ορφανοτροφεία για παιδιά με αναπηρία στη Νότια Κορέα, μια Μη Κυβερνητική Οργάνωση που φύτευε μηλιές στον Βορρά. Αυτός ο άνδρας, με τον οποίο ο Αμερικανός συγγραφέας συνδέθηκε με στενή φιλία, υπήρξε η έμπνευση για τον Τζουν Ντο, τον «Γιο του αφέντη των ορφανών», που χάρισε στον Ανταμ Τζόνσον το βραβείο Πούλιτζερ 2013.

Ο Τζουν Ντο, ο οποίος πήρε το όνομά του από τον μάρτυρα της επανάστασης που κρεμάστηκε για να αποδείξει την αφοσίωσή του στους αντάρτες συντρόφους του, που δεν τον εμπιστεύονταν παρότι σκότωνε πολλούς Ιάπωνες. Ο Τζουν Ντο, το μεγαλύτερο αγόρι στο ορφανοτροφείο «Μακρινά όνειρα», ένα ορφανό με πατέρα τον σκληρό διευθυντή του ορφανοτροφείου και μητέρα μια τραγουδίστρια τόσο όμορφη που στάλθηκε στην Πιονγιάνγκ, όπως όλες οι ωραίες γυναίκες από την επαρχία.

Ενας νεαρός άντρας που στα 14 του, μετά τον φονικό λιμό που το καθεστώς της Πιονγιάνγκ αποκαλούσε ευφημιστικά «Σκληρό Μάρτη», έγινε στρατιώτης σήραγγας, εκπαιδευμένος στην τέχνη της μάχης σε μηδενικό φωτισμό.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. «Η βιογραφία του Τζουν Ντο» είναι ο τίτλος και το θέμα του πρώτου μέρους. Εκεί διαβάζουμε πώς τον βρήκε ένας ηλικιωμένος αξιωματικός, ο οποίος τον στρατολόγησε στην ομάδα του, που είχε αποστολή τις απαγωγές Ιαπώνων – στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, δεκάδες Ιάπωνες απήχθησαν από ομάδες Βορειοκορεατών απαγωγέων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια γενιά κατασκόπων που θα δρούσαν στην Ιαπωνία χωρίς να τραβούν υποψίες. Οι απαγωγές τελείωσαν όσο ξαφνικά είχαν αρχίσει και ο Τζουν Ντο στάλθηκε σε μια σχολή για να μάθει αγγλικά και από εκεί σε ένα αλιευτικό σκάφος στην Ανατολική Θάλασσα, επιφορτισμένος με την υποκλοπή και καταγραφή ραδιοφωνικών μεταδόσεων των εχθρών. «Το κατάλυμά του ήταν χαμηλά, στο πρυμναίο αμπάρι του Τζούνμα, ένα ατσάλινο δωμάτιο αρκετά μεγάλο για ένα τραπέζι, μια καρέκλα, μια γραφομηχανή και μια στοίβα δέκτες κλεμμένους από αμερικανικά αεροσκάφη που είχαν καταρριφθεί στον πόλεμο. Το αμπάρι φωτιζόταν μόνο από την πρασινωπή λάμψη του εξοπλισμού ακρόασης, η οποία καθρεφτιζόταν στη γυαλάδα των ψαρόνερων που περνούσαν κάτω απ’ τους μπουλμέδες και διαρκώς έκαναν το πάτωμα να γλιστράει», γράφει ο Τζόνσον, που περιγράφει τις μέρες του Τζουν Ντο στο πλωτό του σπίτι με έναν συνδυασμό γλαφυρότητας και λυρισμού, ζωγραφίζοντας εικόνες και αγγίζοντας συναισθηματικές χορδές με τις λέξεις του. Σε μια χώρα που δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια μιας ιστορίας, αλλά για τη χρησιμότητά της και την παραδειγματική της αξία, ο Τζουν Ντο τελικά ανακηρύσσεται ήρωας. Η επιβράβευσή του έρχεται με την πρόταση να συνοδεύσει μια διπλωματική αποστολή του καθεστώτος στο Τέξας των ΗΠΑ. Αυτή τελικά θα είναι και η τιμωρία του.

Μέσα από τα μάτια και τη ζωή αυτού του ανέλπιστου αντιήρωα, ο Τζόνσον ανοίγει μια κλειδαρότρυπα στη ζοφερή καθημερινότητα της εν πολλοίς άγνωστης ζωής των πολιτών της Βόρειας Κορέας. Περιγράφει την προπαγάνδα που καθορίζει το αφήγημα της προσωπικής και κοινωνικής τους ζωής, την πείνα, την καχυποψία, την αγωνία της επιβίωσης και της συμμόρφωσης.

Η γλώσσα που επιλέγει ακροβατεί ανάμεσα στην απελπισία και τη θυμηδία. Οι περιγραφές του σοκάρουν και θλίβουν, πολλές από τις εικόνες και τις συνθήκες που μεταφέρει μοιάζουν πολύ κακές για να είναι αληθινές. Ο συγγραφέας επισκέφθηκε τη Βόρεια Κορέα στη διάρκεια της έρευνάς του για το βιβλίο και από αυτό το ταξίδι άντλησε πολύτιμο υλικό, στο οποίο βασίστηκε για να συνθέσει το σκηνικό της ιστορίας του. Εμπεριέχει στερεοτυπικές απεικονίσεις της καθημερινότητας και κριτική του καθεστώτος, παραμένει όμως σε κάθε περίπτωση ένα μυθοπλαστικό πόνημα.

«Ηρωας»

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, με τίτλο «Οι εξομολογήσεις του διοικητή Γκα», βρίσκουμε τον Τζουν Ντο να παριστάνει έναν ήρωα του καθεστώτος, προσωπικό φίλο του Αγαπητού Ηγέτη Κιμ Γιον Ιλ και σύζυγο της εθνικής ηθοποιού Ηλιου Σελήνης. Οσο προχωράει, η ιστορία γίνεται ολοένα πιο περίεργη και σπονδυλωτή, με χωροχρονικές αλλαγές στη ροή της αφήγησης, που ακολουθεί τον ήρωα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου στάλθηκε μετά την επιστροφή του από τις ΗΠΑ, ώς το ανακριτικό γραφείο του Τμήματος 42, όπου βασανίζεται για να αποκαλύψει ποιος ήταν πριν κλέψει τη ζωή του διοικητή Γκα και τι απέγινε η Ηλιος Σελήνη και τα παιδιά της. Παράλληλα παρακολουθεί στιγμές της ζωής και τις αιρετικές σκέψεις του ανακριτή του, τις μικρές πράξεις αντίστασης των πολιτών στον ολετήρα της προπαγάνδας.

Σε αυτό το μέρος ο Τζόνσον υιοθετεί έναν φρενήρη, σχεδόν πυρετικό ρυθμό, εναλλάσσοντας σκηνικά, ήρωες και συναισθήματα, με ευθείες αναφορές και βολές στον ίδιο τον Αγαπητό Ηγέτη, που παρουσιάζει ως υπερφίαλο, φαιδρό, ανερμάτιστο, δυνάστη του λαού, αλλά και υπήκοο της μεγαλομανίας του. Είναι η σκιά που πλανάται πάνω από την Πιονγιάνγκ, τα χωριά, την ενδοχώρα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους ορυζώνες της χώρας, εκεί που από τα μεγάφωνα μεταδίδονται οι προπαγανδιστικές ειδήσεις και «Η καλύτερη ιστορία της Βόρειας Κορέας», το παραμορφωμένο είδωλο, η παραποιημένη εκδοχή της ιστορίας του Τζουν Ντο, του διοικητή Γκα και της Ηλιου Σελήνης. Ο γιος του αφέντη των ορφανών δεν είναι η ιστορία ενός άντρα, ενός δικτάτορα, ενός λαού, μιας χώρας, αλλά ένα ακουόγραμμα των φωνών τους, των μύχιων σκέψεων που αντηχούν στις μυστικές γωνιές του εγκεφάλου τους, των πονεμένων κραυγών τους, των ψιθύρων που κρύβονται στα σκοτεινά πεζοδρόμια τα βράδια της συσκότισης.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Βιβλίο: Τελευταία Ενημέρωση

«Ο συγγραφέας έφυγε εν μέσω καταλήψεων στο Κολούμπια, έντονων συζητήσεων γύρω από το μέλλον της Αμερικής και σ’ ένα κλίμα ...
Kathimerini.gr
 |  ΒΙΒΛΙΟ