ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

«Η ζωγραφική είναι στοχαστική διαδικασία»

Ο Αλέκος Λεβίδης, που στα 77 του χρόνια εξελέγη πριν από λίγες ημέρες τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

Kathimerini.gr

ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥΣ

«Κάθε πρωί κατεβαίνω έναν όροφο από το σπίτι και πηγαίνω στο εργαστήριο», λέει. «Οσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο στρέφομαι προς τα εκεί. Αυτή η διαδικασία δεν σταματά για έναν ζωγράφο. Αν συμβεί, τότε ο μαρασμός θα είναι επικίνδυνος».

Ο Αλέκος Λεβίδης, που στα 77 του χρόνια εξελέγη πριν από λίγες ημέρες τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μιλάει για τη ζωγραφική με μια βαθιά αγάπη που τη γλυκαίνει η στοχαστικότητα. «Ξέρετε, όταν ένας ζωγράφος βρίσκεται στο εργαστήριό του, δεν ζωγραφίζει πάντα», σχολιάζει περιγράφοντας τις ώρες που περνάει δουλεύοντας. «Πολλές φορές και για πολλή ώρα απλώς κοιτάζει τη ζωγραφική του. Δεν είμαι από τους καλλιτέχνες που ξεκινώντας ένα έργο, κυριεύομαι από ιερή μανία. Για μένα η ζωγραφική είναι μια στοχαστική διαδικασία. Συνήθως κάνω μια προεργασία, αλλά μέχρι την τελευταία στιγμή το έργο διαμορφώνεται. Είναι μία εικόνα που αποκαλύπτεται μπροστά μου σταδιακά. Οταν αρχίζεις να στοχάζεσαι τη ζωγραφική, δεν έχεις πλέον μάτι “αθώο” καθώς κοιτάζεις».

Η ανακοίνωση της εκλογής του από την Ακαδημία συνοδεύτηκε από ένα βιογραφικό που δεν μακρηγορούσε αλλά δήλωνε την πολυμορφία του έργου του: ατομικές εκθέσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, αλλά και επιμέλεια θεατρικών σκηνικών, τοιχογραφίες, και εικαστική επιμέλεια βιβλίων σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους. Το ζωγραφικό του έργο πλαισιώνεται από συγγραφικά εγχειρήματα που αφορούν την ιστορία, τη θεωρία και την επιτέλεση της ζωγραφικής – μεταξύ άλλων το βραβευμένο «Περί της Αρχαίας Ελληνικής Ζωγραφικής, 35ο Βιβλίο της Φυσικής Ιστορίας, Πλίνιος ο Πρεσβύτερος», σε μετάφραση δική του και του Τάσου Ρούσσου, που για να ολοκληρωθεί χρειάστηκε εργασία 12 χρόνων.

Παρ’ όλα αυτά στη ζωγραφική είναι αυτοδίδακτος, αν εξαιρέσουμε κάποια ιδιαίτερα μαθήματα με δασκάλους όπως ο Κώστας Μαλάμος και ο Αλέκος Κοντόπουλος. Σπούδασε σκηνοθεσία και σκηνογραφία στο Παρίσι, αρχιτεκτονική στη Γενεύη, αλλά ήξερε από την αρχή ότι θα γίνει ζωγράφος. «Νομίζω ότι από την ηλικία των 12 ετών είχα σαφώς την αίσθηση ότι θα γίνω ζωγράφος, και αυτά που ζωγράφιζα τα θεωρούσα έργα –βεβαίως δεν ήταν!– όχι χόμπι», θυμάται. «Επειδή η μητέρα μου είχε χάσει ένα παιδί πριν από εμένα σε δυστύχημα, ήταν πολύ προστατευτική απέναντί μου. Δεν έβγαινα να παίξω στις αλάνες. Αντίθετα περνούσα πολλές ώρες μόνος μου, μέσα στο δωμάτιό μου, απασχολημένος με τα χαρτιά και τα μολύβια μου. Σιγά σιγά συνειδητοποίησα πόσο σοβαρό ήταν αυτό για μένα, και ότι θα με συνόδευε σε ολόκληρη τη ζωή μου».

Αλέκος Λεβίδης, «Οι γηγενείς», 2010-2014, ακρυλικό και μελάνι σε ξύλο.

Κουβεντιάζοντας για τα βιώματα, τα διαβάσματα, τις φιλίες που επηρέασαν τη δική του στάση απέναντι στην τέχνη αλλά και τη ζωή, καταλήγουμε διαρκώς στη λεγόμενη Γενιά του ’30. «Το θέατρο που παρακολουθούσα ήταν του Κάρολου Κουν, ο κινηματογράφος που έβλεπα ήταν του Νίκου Κούνδουρου», εξηγεί. «Εφηβος διάβασα Καζαντζάκη και επηρεάστηκα από τη σκέψη του. Αγάπησα τον Παπαδιαμάντη και εξακολουθώ να τον αγαπώ. Ο Σεφέρης και ο Ελύτης στην εποχή μου εξέδιδαν καινούργια βιβλία. Μέχρι τη χούντα η γενιά του ’30 ήταν μια πολύ ζωντανή και υπολογίσιμη παρουσία σε αυτή τη χώρα. Εκείνη η Ελλάδα με κατέκλυσε, με στοίχειωσε και εξακολουθεί να παραμένει ζωντανή μέσα στο μυαλό μου», λέει. «Μερικές φορές σκέφτομαι ότι οι νέοι που μεγαλώνουν μέσα στο Διαδίκτυο, έχουν κόψει την επαφή με τα προηγούμενα. Προφανώς δεν έχει χάσει ο Σεφέρης την αιχμή της ποίησής του, έχει χάσει όμως αναγνώστες. “Θα ζήσουν όλα αυτά, εάν κάποιος δεν επικοινωνεί μαζί τους;”, διερωτώμαι».
Ωστόσο στη δική του ζωγραφική είναι σαφής τόσο η σχέση με την ιστορία και τους μύθους, όσο με την πραγματικότητα και τις προσωπικές του εμπειρίες. «Κάνω ένα μπλέξιμο του ιστορικού και μυθικού στοιχείου με εμφανείς επιρροές από άλλους ζωγράφους», εξηγεί. «Αγαπάω τη ζωγραφική, τη λατρεύω. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αποφάσισα να συνεχίσω στην κοιτίδα της παραστατικής ζωγραφικής, η οποία κάποια στιγμή βρέθηκε σχεδόν υπό διωγμό, αν και ποτέ δεν παρέδωσε τελείως τα όπλα. Μέσα μου ζουν πολλές εικόνες από άλλους καλλιτέχνες, τον Ντε Κίρικο, τον Τσαρούχη, τον Κόντογλου. Η επιρροή τους –άλλοτε εμφανής, άλλοτε πιο κρυφή– σημαίνει ότι με έκαναν να δω μέσα από τα δικά τους μάτια».

Μιλώντας για το παρελθόν και τη σημασία που έχει η κατανόησή του για όποιον θέλει να γνωρίσει τον εαυτό του, επιστρέφουμε στην Ακαδημία και στο έργο που θα ήθελε να προσφέρει ο ίδιος ως μέλος της. «Με βλέπετε συγκρατημένο», λέει, «γιατί δεν ξέρω τον τρόπο δουλειάς τους, αλλά στο μέτρο που περνάει από το χέρι μου θέλω να συμβάλω στη βελτίωση της καλλιτεχνικής παιδείας. Το μυαλό ασκείται, το μάτι καλλιεργείται. Ο πλούτος των τεχνών είναι η ιστορία τους, κι αν δεν τη γνωρίζεις, είσαι σαν άνθρωπος χωρίς ταυτότητα».

Στο εργαστήριό του η εργασία συνεχίζεται, και πλέον έχει συγκεντρωθεί υλικό που ο ίδιος ελπίζει ότι θα αποτελέσει το περιεχόμενο μιας προσεχούς έκθεσης. Ο τίτλος της: «Ημερολόγια της πανδημίας».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση