ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Ειρωνεία η υποχρεωτική «επιβράδυνση» τους τελευταίους δύο μήνες στη Νέα Υόρκη

Ο Μίνως Παπάς, που κέρδισε με την ταινία «Slow Down: River to River» το βραβείο New York Emmy μιλάει στην «Κ»

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Ο Μίνως Παπάς είναι από εκείνες τους ανθρώπους που η καλλιτεχνική και επαγγελματική τους πορεία είναι μια συνεχής αναζήτηση του πιο αισιόδοξου σεναρίου. Από το οικογενειακό σινεμά «Ακροπόλ» στη Λευκωσία, στη Νέα Υόρκη, μετά τις σπουδές του έμεινε στη μεγάλη πόλη, όχι για να γίνει κατ’ ανάγκη μεγάλος κι ο ίδιος, αλλά για να κάνει μεγάλα πράγματα. Ο Μίνως Παπάς, που έλαβε το βραβείο New York Emmy στην κατηγορία Arts Program/Special, για την ταινία το «Slow Down: River to River», σε σκηνοθεσία της συζύγου του Λιζ Σάρτζεντ και τον ίδιο ως παραγωγό και διευθυντή φωτογραφία, μιλάει στην «Κ» για την πορεία του στη Νέα Υόρκη: «Οι δυσκολίες στη Νέα Υόρκη ήταν πολλές […] Μου βγήκε σε καλό αυτή η πορεία. Δεν θεωρώ ότι έγινα σκηνοθέτης απλώς διότι πήρα ένα πτυχίο».

–Μίλησέ μου για το «Slow Down: River to River»;

–Το «Slow Down: River to River» είναι η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά της Λιζ, και ως διευθυντής φωτογραφίας και παραγωγός εξυπηρετούσα το σκηνοθετικό της βλέμμα. Η Λιζ είναι και χορογράφος και σκηνοθέτρια, με πολύ ξεχωριστό όραμα. Το κινηματογραφικό της ένστικτο πηγάζει από την κίνηση, τη σύνθεση της εικόνας και το χρώμα, πάντα με λιτότητα. Ακολουθώντας επακριβώς την αισθητική αυτή συνέβαλα και εγώ στα εικαστικά της ταινίας με το φακό μου. Η καλή συνεργασία πάντα πηγάζει από την ταύτιση οραμάτων – κάτι που σε πολλές παρελθοντικές συνεργασίες δυστυχώς μου έχει διαφύγει ξεφύγει. Σε αυτή την ταινία το πετύχαμε με τη Λιζ και ιδού τα αποτελέσματα! Η ταινία είναι γυρισμένη στο «downtown» της Νέας Υόρκης, όπου κυριαρχεί το χρηματιστήριο, το γραφείο και οι ψυχρές συναλλαγές και γενικά το περιβάλλον του γραφείου. Το Lower Manhattan Cultural Council (LMCC), οι διοργανωτές του φεστιβάλ παραστατικών τεχνών «River To River», μας κάλεσαν να απαθανατίσουμε το φεστιβάλ τους με στόχο την προβολή του στο κανάλι ALLARTS/PBS. Εισηγηθήκαμε να γίνει μια ταινία πειραματική, τηλεοπτικής διάρκειας, που να μπορεί να σταθεί από μόνη της, κάτι το οποίο το LMCC αποδέχθηκε με ενθουσιασμό. Το φεστιβάλ είχε σαν θέμα την επιβράδυνση, κι εμείς εμπνευστήκαμε από αυτό. Στήσαμε σκηνές με χορευτές και ηθοποιούς σε δημόσιους χώρους στην περιοχή του χρηματιστηρίου. Συνεργαστήκαμε με σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως την Jennifer Monson, Pam Tanowitz και Yoko Ono μεταξύ άλλων. Σκοπός μας ήταν να απεικονίσουμε την περιοχή της Wall Street σαν τοπίο της τέχνης, με μοντέρνα χοροκίνηση και με τη μεταφορική, εσωτερική επιβράδυνση του συλλογισμού.

–Τι σημαίνει για έναν Κύπριο το βραβείο New York Emmy στην κατηγορία Arts Program/Special;

Εγώ και η Λιζ το βρίσκουμε ιδιαίτερα ειρωνικό ότι τους τελευταίους δύο μήνες στη Νέα Υόρκη επικρατεί μια υποχρεωτική «επιβράδυνση» λόγω των περιορισμών της πανδημίας

–Είναι φυσικά μεγάλη τιμή και διάκριση, και σταθμός για την εταιρία μας Cyprian Films, New York, αφού είναι το πρώτο βραβείο που κερδίσαμε στον χώρο της τηλεόρασης. Η εταιρία μπαίνει σε μια καινούργια φάση, σε παραγωγές που προορίζονται για τηλεόραση και streaming, πάντα με κινηματογραφική προσέγγιση και ποιότητα. Η επόμενή μας παραγωγή αφορά μια σειρά ντοκιμαντέρ οκτώ επεισοδίων και πάλι για το κανάλι ALLARTS.org. Η σειρά θα ασχοληθεί με τους ντόπιους εικαστικούς καλλιτέχνες, οι οποίοι διαμένουν και εργάζονται στο Brooklyn – τα πιστεύω τους, πώς καταφέρνουν να κερδίζουν τα προς το ζην, τι τους ανησυχεί και τι αισιοδοξούν. Η παραγωγή ανεστάλη εξαιτίας πανδημίας όμως, και περιμένουμε να χαλαρώσουν τα περιοριστικά μέτρα πριν ξεκινήσουμε τα γυρίσματα.

–Η εντοπιότητα (nativeness) τι ρόλο παίζει στην καλλιτεχνική σου ματιά, το «Slow Down: River to River» είναι νεοϋορκέζικη υπόθεση, όπως και το «Shutterbug»…

–Πρόκειται για δύο πολύ διαφορετικές περιπτώσεις. Το «Shutterbug» είναι η πρώτη μου ταινία μεγάλου μήκους – μια ανεξάρτητη παραγωγή, η οποία υλοποιήθηκε υπό πολύ δύσκολες συνθήκες με μικροσκοπικό προϋπολογισμό, το 2006. Από τότε έχω υπογράψει σκηνοθεσία και παραγωγή σε ακόμη μία μεγάλου μήκους και αμέτρητες μικρού μήκους, όπως και το «Tango on the Balcony», το οποίο απέσπασε και το βραβείο σκηνοθεσίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Κύπρου. Εξακολουθώ να εργάζομαι ως σκηνοθέτης/παραγωγός μέσα από την στην εταιρεία μου Cyprian Films, εξυπηρετώντας πελάτες ανάμεσα στους οποίους το Rockefeller Foundation, Warner Music, Oxfam, Tumi κ.ά. Η εταιρεία αποτελείται από εμένα και τη γυναίκα μου τη Liz Sargent και μια ομάδα ταλαντούχων freelancers τους οποίους καλούμε ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε παραγωγής. Οι παραγωγές μας έχουν ευρύ φάσμα, κυμαίνονται από εξειδικευμένα διαφημιστικά φιλμάκια, ντοκιμαντέρ σε μεγάλου μήκους ταινίες. Αυτό που μας ξεχωρίζει είναι η αφηγηματική δομή ως κύριο χαρακτηριστικό –ακόμα και στα διαφημιστικά– και η ανθρώπινη προσέγγιση στο θέμα μας.

–Ακολούθησες τα κινηματογραφικά βήματα της οικογένειας, προδιαγεγραμμένη πορεία;

–Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου το σινεμά και γενικότερα η τέχνη ήταν τρόπος ζωής. Η ταινιοθήκη του πατέρα μου αποτελείται από χιλιάδες ταινίες, και σχημάτισε τη μόρφωσή μου από πολύ νωρίς. Κλασικές ταινίες που συμφοιτητές μου τις έβλεπαν για πρώτη φορά στο μάθημα ιστορίας κινηματογράφου εγώ τις είχα ήδη εμπεδωμένες. Ήμουν πολύ τυχερός από αυτή την άποψη. Μεγαλώνοντας έμαθα πως οι ταινίες είναι και τέχνη, και παράλληλα ένα εμπορικό προϊόν και ότι ο πρωτουργός μιας ταινίας φέρει ευθύνη και για την εμπορική εκμετάλλευσή της. Είναι πολύ σημαντικό θέμα για τον σκηνοθέτη και το μαθαίνει κανείς μόνο όταν ασχολείται επαγγελματικά με τον κινηματογράφο. Όλοι έχουμε κάτι να πούμε με μια ταινία. Αλλά χρειάζεται μια δόση αυτογνωσίας και απόστασης από το θέμα μας για να καταλάβουμε αν πράγματι πρόκειται για μια ιστορία που έχει σχέση με τους ανθρώπους γύρω μας, και στην τελική ανάλυση αν θα ενδιαφερθεί κανείς να τη δει. Δουλεύοντας στο σινεμά της οικογένειάς μας, το «Ακροπόλ», νεαρός έμαθα για αυτή την εμπορική εκμετάλλευση ταινιών όλων των ειδών. Το «Ακροπόλ» καλλιέργησε ένα πιστό κοινό, προβάλλοντας και διασκεδαστικές ταινίες του Χόλυγουντ και ευρωπαϊκές «ποιοτικές» ταινίες. Ήταν το πρώτο σινεμά που έκανε μεγάλες πρεμιέρες ελληνικών ταινιών με προσκεκλημένους τους συντελεστές τους, παράδειγμα τον Στέλιο Μάινα («Βαλκανιζατέρ») και την Καρυοφιλιά Καραμπέτη («Ελεύθερη Κατάδυση»), για την προώθηση ταινιών. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων, εργάστηκα ως διευθυντής στο παλαιότερο ανεξάρτητο «art-house» σινεμά της Νέας Υόρκης, το Cinema Village. Εκεί είδα πολλές ταινίες να βρίσκουν ή την εμπορική επιτυχία ή την... τραγωδία!

–Ο άνθρωπος και οι ιστορίες του, όπως και η έννοια του χρόνου είναι βασικό ζητούμενο στις δουλειές σου;

–Θεωρώ πως ο χρόνος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη «γλώσσα» του σινεμά. Όπως και οι μουσικοί συνθέτες, εμείς οι σκηνοθέτες επεξεργαζόμαστε τον ρυθμό και τη διάρκεια. Μπορεί μια σκηνή να απεικονίζει κάτι στο παρελθόν μιας ιστορίας, αλλά η στιγμή που το συλλαμβάνει το μάτι είναι πάντα το παρόν. Στον κινηματογράφο είναι όλα στον ενεστώτα. Αλλά στον κινηματογραφικό ενεστώτα υπάρχει και η σύντμηση του χρόνου και η επιβράδυνσή του. Γι’ αυτό και το θέμα της επιβράδυνσης στο «Slow Down» μάς προκάλεσε αρκετό ενδιαφέρον στο γύρισμα και στο μοντάζ. Ταυτίζεται και με τα στα έργα της Yoko Ono, τα οποία απεικονίζονται στην ταινία και εμφανίζονται στους δρόμους και σε βιτρίνες του Μανχάταν στο πλαίσιο του φεστιβάλ. Στόχος μας ήταν να φέρουμε μια ανάσα από το έντονο καθημερινό τρέξιμο του κάθε «Νεοϋορκέζου». Τώρα, αφού έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από το γύρισμα, και εγώ και η Λιζ το βρίσκουμε ιδιαίτερα ειρωνικό ότι τους τελευταίους δύο μήνες στη Νέα Υόρκη επικρατεί μια υποχρεωτική «επιβράδυνση» λόγω των περιορισμών της πανδημίας.

–Πώς πήρες την απόφαση να παραμείνεις στην Αμερική; Ποιες δυσκολίες συνάντησες;

–Ήρθα στη Νέα Υόρκη για σπουδές και κακά τα ψέματα για να ξεφύγω λίγο από την Κύπρο. Τη λατρεύω την πατρίδα μου, αλλά η Κύπρος πάσχει από πολλά γνωστά κακά. Σε πολλούς τομείς βρίσκεται σε στασιμότητα και αδράνεια. Όταν αποφοίτησα το 2004 από το School of Visual Arts της Νέας Υόρκης θεώρησα πως η μόνη μου επιλογή στην Κύπρο θα ήταν να ασχοληθώ με τα τηλεοπτικά διαφημιστικά. Δεν κρίνω όσους ασχολούνται με αυτά, αλλά ήθελα να προσπαθήσω για κάτι διαφορετικό. Οι δυσκολίες στη Νέα Υόρκη ήταν πολλές. Πρώτο εμπόδιο η άδεια εργασίας, μετά το κόστος ζωής, μετά ο ανταγωνισμός, με τον οποίο σου υποβάλλεται η ταπεινοφροσύνη (καθόλου κακό στοιχείο για έναν άνθρωπο). Μέχρι να «πιαστεί» η εταιρία μου, έκανα ό,τι δουλειά έβρισκα. Ήμουν βοηθός βοηθού, μαζεύοντας καλώδια και ασυρμάτους. Μετά έγινα βοηθός οπερατέρ και στη συνέχεια διευθυντής φωτογραφίας, παράλληλα πάντα σκηνοθετώντας τις δικές μου ιστορίες μέχρι να καθιερωθώ ως σκηνοθέτης. Ήμουν τυχερός διότι είχα καλούς καθηγητές, καλούς συνεργάτες, μου παρουσιάστηκαν ευκαιρίες. Εργάστηκα ως οπερατέρ του Martin Scorsese. Παρακολούθησα τον Woody Allen στο πλατό του. Έμαθα πολλά για τη δουλειά του σκηνοθέτη, τα οποία δεν θα τα μάθαινα στην Κύπρο. Μου βγήκε σε καλό αυτή η πορεία. Δεν θεωρώ ότι έγινα σκηνοθέτης απλώς διότι πήρα ένα πτυχίο.

Το σινεμά στην Κύπρο έχει δυναμική

–Παρακολουθείς τα κινηματογραφικά πράγματα στην Κύπρο, τι εικόνα έχεις, τι νομίζεις ότι λείπει;

–Δεν μπορώ να πω ότι γνωρίζω όλη την πραγματικότητα, όπως οι συνάδελφοι στην Κύπρο, οι οποίοι κυριολεκτικά το παλεύουν το θέμα καθημερινώς. Πρόσφατα όμως κάνω συχνά γυρίσματα στην Κύπρο, σε συνεργασία με τον παραγωγό Κωνσταντίνο Νικηφόρου (Caretta Films). Παράδειγμα η ταινία περιβαλλοντικής / επιστημονικής φαντασίας, «The Harvester Generation» την οποία μπορεί να την παρακολουθήσει κανείς στην ιστοσελίδα της εταιρίας μου cyprianfilmsny.com/the-harvester-generation. Έχω επιχορηγηθεί για συγγραφή σεναρίου μεγάλου μήκους από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Κινηματογράφου (ΣΕΚιν) κι εύχομαι να φτάσουμε και στο στάδιο της παραγωγής. Επίσης, στηρίζω ως συμπαραγωγός σε ανερχόμενα κυπριακά ταλέντα όπως την Αργυρώ Νικολάου («I, Tony» προσεχώς), την Άννα Φωτιάδου («Αφαίμαξη» προσεχώς), και τον Μιχάλη Χαραλάμπους (intern μου εδώ στη Νέα Υόρκη). Μέσα από αυτές τις εμπειρίες βλέπω ότι υπάρχει μια τάση από πολλούς ταλαντούχους νεαρούς να στρέφονται προς όλες τις σύγχρονες μορφές της κινηματογραφικής δημιουργίας. Αυτό με ενθαρρύνει για το μέλλον του χώρου. Δυστυχώς, όμως, ο κυπριακός κινηματογράφος θεωρείται άσχετος και ανόητος από το ευρύτερο κοινό. Επικρατεί μια αντιπαραγωγική ξενομανία. Κι όμως, βλέπουμε κυπριακές ταινίες όπως το «Smuggling Hendrix», του Μάριου Πιπερίδη και την «Παύση» της Τώνιας Μισιαλή, να προβάλλονται και να βραβεύονται στο εξωτερικό (κάτι που δείχνει τη δυναμική του χώρου).

–Για την παραγωγή ταινιών στο νησί, τι γνώμη έχεις;

–Πρέπει να καταλάβουμε την εμπορική αξία μιας ταινίας σε παραγωγή και διανομή και πώς να προσελκύσουμε ξένες παραγωγές. Ένας ξένος παραγωγός, ο οποίος δεν βρίσκει την κατάλληλη υποδομή στην Κύπρο, αναγκάζεται να στήσει εκ του μηδενός όλες τις άμεσες ανάγκες της παραγωγής του, και να φέρει προσωπικό κι εξοπλισμό από το εξωτερικό. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού της ταινίας φεύγει από κυπριακούς λογαριασμούς και πάει σε ξένους. Έτσι αυξάνεται και ο προϋπολογισμός της ταινίας, και χάνεται εισόδημα το οποίο ενδεχομένως να έφτανε σε Κύπριο επαγγελματία – δύο μεγάλα αρνητικά, αν θέλουμε να γίνει η Κύπρος ένας προορισμός παραγωγής. Πρέπει να δίνεται κίνητρο στον ξένο παραγωγό για την πρόσληψη κυπριακών συνεργείων σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι έχουμε δει πρόσφατα. Θα πρέπει να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου να προσφέρονται στο νησί μας όλα όσα χρειάζονται για να γίνουν πολλαπλές σύγχρονες παραγωγές ταυτόχρονα, και να μπορέσει ο Κύπριος παραγωγός να επωφεληθεί από ξένες παραγωγές, ενδυναμώνοντας έτσι και την οικονομία. Για να φτάσουμε μέχρι εκεί πρέπει να δοθεί υποδομή τύπου ξεχωριστών οικονομικών κινήτρων στους ντόπιους παραγωγούς για να γίνει επένδυση σε εξοπλισμό και μόρφωση – προς το παρόν ένα μεγάλο ρίσκο για τον Κύπριο παραγωγό, μιας και δεν γίνονται αρκετές ταινίες που δικαιολογούν τέτοια έξοδα. Ενδυναμώνοντας τον ντόπιο παραγωγό και τις υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει, θα δούμε αύξηση στην προσέλευση ξένων παραγωγών. Θέλω να φαντάζομαι στούντιο κυπριακά, τα οποία να εξυπηρετούν τακτικά Αμερικανούς και άλλους μεγαλοπαραγωγούς με εξ ολοκλήρου κυπριακά συνεργεία και εξοπλισμό σε παραγωγή και μεταπαραγωγή. Επίσης, πρέπει να αυξηθεί το μικροσκοπικό κυβερνητικό κονδύλι των Πολιτιστικών Υπηρεσιών για χρηματοδότηση και προώθηση κυπριακών παραγωγών, ώστε να φτάσει τα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, απελευθερώνοντας τους Κύπριους δημιουργούς από αποπνικτικά μικρούς προϋπολογισμούς. Χωρίς να δοθεί υποστήριξη στους Κύπριους παραγωγούς, θα εξακολουθεί να μας διαφεύγει η ευρύτερη παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών στην Κύπρο, και μαζί και τα οικονομικά κέρδη.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση

X