ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
Τελευταία Ενημέρωση: 15:13
 

Κι ευτυχία δεν βρήκαμε

Μία ...αιρετική άποψη για την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία

Newsroom K

Του Χαράλαμπου Γ. Χοτζάκογλου, Μικρασιάτη Βυζαντινολόγου


Παρακολούθησα την κινηματογραφική ταινία «Ευτυχία», η οποία ήταν εξαιρετική ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά της και την υποκριτική ερμηνεία των ηθοποιών, μολονότι ούτε κριτικός θεάτρου είμαι, ούτε ειδικός του κινηματογράφου. Η μεγάλη ανταπόκριση του κοινού καταδεικνύει, πόσο το μικρασιατικό κεφάλαιο στη ζωή του Έλληνα έχει ρίζες, συγκινεί, διδάσκει και αγγίζει βαθειά. Αυτό με το οποίο θα διαφωνήσω κάθετα με πολλές διθυραμβικές κριτικές είναι το κινηματογραφικό σενάριο. Αποχωρώντας από την κινηματογραφική αίθουσα ένοιωσα μία πικρία ως πολίτης και ως Μικρασιάτης. Ως πολίτης, διότι η ταινία αυτή αντί να προβάλλει στη σημερινή κοινωνία την ευφυΐα και την ικανότητα μίας ξεριζωμένης μικρασιατικής οικογένειας να πολεμήσει λυσσαλέα για την επιβίωσή της στην προσφυγιά και να την κάνει πρότυπο στη κοινωνία μας για να αγωνιζόμαστε, εστιάζει δυσανάλογα στο μεγάλο πάθος (των ύστερων χρόνων της), τη χαρτοπαιξία! Φανταστείτε να γινόταν σενάριο για τον μέγα Τσαρούχη ή για τον γίγαντα Μάνο Κατράκη και να υπερεστίαζε στα πάθη τους: στην κρεβατοκάμαρα του πρώτου ή στις ιπποδρομίες του δευτέρου.

Η ταινία υποβίβασε την τετραετή προσφυγική και ελεεινή πορεία τους από τις σφαγές του Αιδινίου (1919) ώς την Ανταλλαγή (1923), στα μικρασιατικά παράλια (Αττάλεια) και στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας (Σπάρτη Πισσιδίας), στη Λέρο και εν τέλει στην Αθήνα. Υποβίβασε ότι στα 18 της η Ευτυχία όχι μόνον ήταν δασκάλα, αλλά ερχόμενη ως προσφυγας στην Αθήνα είχε τη χαλύβδινη θέληση να συνεχίσει σπουδές φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξέδοσε ποιητικές συλλογές. Στοιχεία που χάραξαν τη στιχουργική πορεία της, αφού τα τραγούδια της διακρίνονται από έναν μοναδικό στίχο ως προς τη στερεά γνώση της της ελληνικής γλώσσας. Η ταινία υποβίβασε ότι η ίδια χωρίς να είναι ρεμπέτισσα, ανανέωσε το ρεμπέτικο τραγούδι, επειδή το εμπλούτισε με μία λόγια παράδοση των Μικρασιατικών, αστικών καταβολών της, βασισμένη στην σύνθεση ερωτικού και κοινωνικού στίχου (όπως σημείωσε ο Γ. Κοντογιάννης) και στην παραδοσιακή, δημοτική μουσική (όπως υποστήριξε και ο Στ. Κραουνάκης) με την επεξεργασία και αναπροσαρμογή του βυζαντινού δεκαπεντασύλλαβου.
Η σεναριογράφος της ταινίας ίσως δεν αντελήφθη πως η οικογένεια, αυτή η ιερά Μικρασιατική παρακαταθήκη, τσάκισε την Ευτυχία, όταν σε διάστημα λίγων μόνον χρόνων έχασε τη μητέρα της, τον σύζυγό της το 1956 (για τον οποίο φαίνεται πώς έγραψε το «Όλα είναι ένα ψέμα» (1958) και την ίδια της την κόρη το 1960. Έκτοτε «η Γριά», όπως την αποκαλούσαν, γυρνούσε μαυροφορεμένη και βρήκε τραγική διέξοδο στη χαρτοπαιξία. Αυτό όμως ήταν η διέξοδος, που έγινε πάθος, όχι ο ομφαλός της προσωπικότητός της (πέραν της μαρτυρίας ανθρώπων που τη γνώρισαν και δήλωναν ότι είχε πέσει θύμα συμμορίας χαρτοπαικτών).

Η ταινία διδάσκει πως η ίδια, χωρίς τάχα να ενδιαφέρεται για τα τραγούδια της, τα πωλούσε όσο-όσο για να βγάλει μερικά χρήματα και να τα παίξει στα χαρτιά. Αγνοεί ότι πήγε να κινηθεί δικαστικά για να διεκδικήσει την πατρότητα στίχων της, όταν χρειάσθηκε (π.χ. Μαντουβάλα). Προσπερνά μαρτυρίες ανθρώπων που τη γνώρισαν (δείτε στο you tube τα αφιερώματα σε αυτήν της ΕΡΤ των Γ. Παπαστεφάνου (1977) και Λευτέρη Παπαδόπουλου) για τον φιλάνθρωπο χαρακτήρα της σε όλους τους αναξιοπαθούντες της γειτονιάς της, που τους μοίραζε όλα της τα χρήματα, για την πεποίθησή της ότι τα χρήματα δεν πρέπει να τα στοιβάζουμε, αλλά να τα σκορπούμε (ακούστε από το you tube τον Στέφανο Ληναίο να απαγγέλει το αποκαλυπτικό ποίημά της για τον δολοφονηθέντα Μικρασιάτη θείο της επ’αυτού) θυμίζοντας το σχετικό ευαγγελικό ανάγνωσμα του Κατά Ματθαίον στ΄ (μὴ θησαυρίζετε ἐπὶ τῆς γῆς...) και μία εκ των παρακαταθηκών της μικρασιατικής παράδοσής μας, που και εγώ διδάχθηκα από την οικογένειά μου. Η ταινία υποβαθμίζει την υποκριτική της ικανότητα και τη θεατρική της καριέρα (συνταξιοδοτήθηκε άλλωστε από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών). Δεν επεξηγεί ότι η αγωνία της να πωλεί τα στιχάκια της όσο-όσο ξεκίνησε στην πείνα και ανέχεια του Εμφυλίου στην Ελλάδα (γνωρίσθηκε από τη Μαρίκα Νίνου με τον «δάσκαλό» της Τσιτσάνη και πρωτοέγραψε στίχους για τραγούδια το 1948), όπου το θέατρο δεν μπορούσε να προσφέρει στην οικογένειά της χρήματα για να επιβιώσουν στην μετακατοχική Αθήνα, όπου ο πληθυσμός της αποδεκατίσθηκε από την πείνα.

Η ταινία αδυνατεί να αντιληφθεί, ότι η ευφυέστατη πρακτική της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου να πωλεί τους στίχους της σε πολλούς διαφορετικούς συνθέτες και τραγουδιστές κατάφερε να παραδώσει τα πέραν των 200 τραγουδιών της στην αθανασία. Η μονοπωλιακή πρακτική των ελάχιστων δισκογραφικών εταιρειών στην Αθήνα τότε ήταν να αγοράζουν τους στίχους με εφάπαξ αμοιβή και να αναγράφουν στους δίσκους ένα άσχετο όνομα ως τάχα στιχουργού, ώστε αν γινόταν επιτυχία, ο πραγματικός στιχουργός να μην μπορεί να διεκδικήσει ποσοστό επί των κερδών (μαρτυρία του μεγάλου Απόστολου Καλδάρα και από το 1955 στενού συνεργάτη της Ευτυχίας). Θυμηθείτε τί συνέβη με τον εκ Πόντου Στέλιο Καζαντζίδη, όταν τα έβαλε με τις δισκογραφικές εταιρείες του ένεκα της μεγάλης του επιτυχίας, από ένα τραγούδι της... Ευτυχίας, τη «Μαντουμπάλα», το οποίο έκανε πάμπλουτη την εταιρεία, αλλά ο τραγουδιστής δεν έλαβε ποσοστά (πόσο μάλλον ο στιχουργός...). Η Ευτυχία χωρίς να αποφύγει τον σχεδόν μονόδρομο της δισκογραφικής εταιρείας συνεργάσθηκε συστηματικά με πάμπολλους συνθέτες και τραγουδήθηκε από δεκάδες ερμηνευτές και μετά τον θάνατό της (Β. Τσιτσάνης, Μ. Αγγελόπουλος, Μπ. Μπακάλης, Στρ. Διονυσίου, Απ. Καλδάρας, Γ. Χατζηαντωνίου, Λ. Παπαδόπουλος, Χ. Λαμπράκη, Στ. Κόκοτας, Αντ. Κατινάρης, Γ. Ζαμπέτας, Σ. Μπέλου, Δούκισσα, Π. Γαβαλάς. Γ. Λυδία, Γρ. Μπιθικώτσης, Μ. Νίνου, Β. Μοσχολιού, Στ. Ξαρχάκος, Μελίνα Μερκούρη, Λ. Λαζόπουλος κτλ.) και ξέφυγε από τον ασφυκτικό έλεγχο των εταιρειών. Διείδε προφητικά ότι το μέλλον ήταν στους νέους τραγουδιστές και με πείσμα αναζητούσε τους ταλαντούχους, για να τους δώσει τραγούδια της. Σημειώνω ότι στους νέους συνθέτες που αναζητούσε, χάριζε τους στίχους της. Άρα καταφανώς την ενδιέφερε καταξιωμένοι στον χώρο να μελοποιήσουν τους στίχους της και προφανώς ενδιαφερόταν για την υστεροφημία της, ενώ κατά μαρτυρία του Λ. Παπαδόπουλου ανέμενε τα σχόλια και τις εντυπώσεις αναγνωρισμένων καλλιτεχνών της εποχής για να δει πώς ηχούσαν στα αφτιά τους οι στίχοι της.


Η ταινία αδυνατεί να αναδείξει τη μικρασιατική φινέτσα και αρχοντιά, που διέκρινε την Ευτυχία. Όσοι τη γνώρισαν μιλούν για την επιμέλεια του ντυσίματός της (κατά μαρτυρία του Λ. Παπαδόπουλου και βάσει φωτογραφιών της), τη φιλαρέσκεια της εμφάνισής της (έκρυβε και χρόνια από την ηλικία της), τις συνεχείς αναφορές και μνήμες στους προγονικούς της τόπους (η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν ένοιωσε ως πατρίδα της ποτέ την Ελλάδα, κατά μαρτυρία του εγγονού της), καθώς και το ενδιαφέρον στο μεγάλο κεφάλαιο των Μικρασιατών, την οικογένεια. Ανέμενε καρτερικά μέσα στη νύχτα και το κρύο την εγγονή της να τελειώνει τις παραστάσεις της από το θέατρο ΠΕΡΟΚΕ και απέκτησε τον θαυμασμό και σεβασμό πλειάδας καλλιτεχνών, σίγουρα όχι ως αποτέλεσμα του χαρακτήρα μίας πορωμένης, ασυνείδητης χαρτοπαίκτρας χωρίς φιλοδοξία για το στιχουργικό της έργο, όπως δυστυχώς εν πολλοίς παρουσιάζεται.
Η ταινία εν τέλει αδυνατεί να αντιληφθεί πως ο Μικρασιάτης χωρίς πάθος, δεν είναι Μικρασιάτης. Ίσως, γιατί η ταινία αποτελεί την πρόσληψη του Μικρασιάτη, από μη Μικρασιάτες. Επειδή η «Γριά» ήταν τελικά το μικρασιατικό επισφράγισμα στο τραγούδι του Μεσοπολέμου από μία γυναικεία, πληθωρική μορφή, που του έδωσε νέα τροπή, μπολιάζοντας την παλαιά Ελλάδα με Μικρασία. Δείτε την, αλλά μην παραδειγματισθείτε από το πρότυπο που προβάλλει.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση

X