Η καθημερινότητα στην Κύπρο το τελευταίο διάστημα χαρακτηρίζεται από μια διάχυτη ανησυχία, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και οι αναφορές στον ρόλο των στρατιωτικών βάσεων φέρνουν στο προσκήνιο σενάρια που προκαλούν δέος. Είναι απόλυτα αναμενόμενο και ανθρώπινο να εκδηλώνονται συμπτώματα όπως ο κόμπος στο στομάχι, η αϋπνία ή η ταχυκαρδία, ειδικά όταν οι οθόνες κατακλύζονται από εικόνες πολέμου και αναφέρονται σε έκτακτα μέτρα. Ως άνθρωποι που ζούμε σε αυτό το νησί, μοιραζόμαστε μια κοινή αγωνία, όμως είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως ο φόβος σε περιόδους αβεβαιότητας δεν είναι δείγμα αδυναμίας, αλλά ο φυσιολογικός τρόπος του οργανισμού μας να προετοιμαστεί απέναντι σε μια ενδεχόμενη απειλή.
Από τη σκοπιά της γνωσιακής συμπεριφορικής προσέγγισης, το πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το γεγονός και τα συναισθήματα που πηγάζουν από αυτό, αλλά ο τρόπος που το μυαλό μας το επεξεργάζεται, μετατρέποντας την πιθανότητα σε βεβαιότητα και ορίζοντας το συναίσθημα και τη συμπεριφορά μας. Συχνά παγιδευόμαστε στη σκέψη ότι το χειρότερο σενάριο είναι προδιαγεγραμμένο, δηλαδή ότι το χειρότερο που φοβόμαστε θα συμβεί, ξεχνώντας να εξετάσουμε όλα τα πραγματικά δεδομένα. Ο εγκέφαλός μας τείνει να υπερεκτιμά τον κίνδυνο όταν εκτίθεται συνεχώς σε δραματικές ειδήσεις, όμως η επανάληψη ανάγνωσης μιας είδησης και η επιλεκτική εύρεση σελίδων που μεταφέρουν πληροφορίες δεν αυξάνει μαθηματικά την πιθανότητα του να συμβεί κάτι κακό. Υπάρχουν σύνθετοι διπλωματικοί μηχανισμοί και διεθνείς ισορροπίες που λειτουργούν στο παρασκήνιο για τη διατήρηση της ασφάλειας, ακόμη κι αν αυτές οι προσπάθειες δεν γίνονται πρωτοσέλιδα και δεν ανακοινώνονται άμεσα.
Αν κοιτάξουμε την κατάσταση μέσα από έναν προσωποκεντρικό φακό, οφείλουμε να αγκαλιάσουμε τον φόβο μας χωρίς κριτική. Πίσω από την ανησυχία για τις βάσεις ή τις απειλές, κρύβεται η βαθιά μας ανάγκη για προστασία και η αγάπη για τους δικούς μας ανθρώπους. Όταν παραδεχόμαστε ότι φοβόμαστε για τα παιδιά μας, δεν κάνουμε μια πολιτική ανάλυση, αλλά εκφράζουμε την ευαλωτότητά μας. Αυτό το συναίσθημα, αν μοιραστεί με ειλικρίνεια και ενσυναίσθηση σε μια συζήτηση με φίλους ή στην οικογένεια, αποφορτίζεται. Αντίθετα, η ειρωνεία είτε μέσω των συζητήσεων είτε μέσω απάντησης σε σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή η υπερβολική δραματοποίηση (πχ χωρίς να ανατρέξει πρώτα το άτομο σε επίσημες ανακοινώσεις ή να μιλήσει με άλλους πχ αστυνομία και αρμόδιους φορείς αναρτά στα ΜΚΔ: «ακούστηκαν σειρήνες στη χ περιοχή πριν δύο ώρες, τις ακούσατε;» το μόνο που καταφέρνουν είναι να γιγαντώνουν την εσωτερική μας ένταση.
Η πραγματική ανακούφιση προκύπτει από την κατανόηση της ακόλουθης αναλογίας: η ύπαρξη σχεδίων προστασίας των πολιτών δεν σημαίνει επικείμενη καταστροφή αλλά υπεύθυνη προετοιμασία ενός κράτους που έχει αναπτύξει μηχανισμούς διαχείρισης κρίσεων. Η Κύπρος έχει αποδείξει ιστορικά την ανθεκτικότητά της και οι θεσμοί πολιτικής προστασίας υπάρχουν για προετοιμασία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η χώρα απειλείται άμεσα. Είναι ζωτικής σημασίας να περιορίσουμε το λεγόμενο doomscrolling (τη συνεχή ανάγνωση στην οθόνη του κινητού όπου διαβάζουμε το ένα αρνητικό σενάριο μετά το άλλο) και αντί αυτού να επιλέγουμε μόνο μία ή δύο στιγμές μέσα στη μέρα για ψύχραιμη και επίσημη ενημέρωση. Το νευρικό μας σύστημα χρειάζεται σήματα κανονικότητας για να ηρεμήσει, όπως μια σταθερή ρουτίνα, το περπάτημα ή μερικές βαθιές αναπνοές που εστιάζουν στην εκπνοή.
Ιδιαίτερα για τους γονείς, η στάση μας είναι ο καθρέφτης για τα παιδιά μας. Εκείνα δεν επηρεάζονται τόσο από τις λέξεις όσο από τον τόνο της φωνής και το βλέμμα μας. Μια απλή και ειλικρινής διαβεβαίωση ότι φροντίζω για την ασφάλειά σου είναι πολύ πιο ωφέλιμη από τις τεχνικές λεπτομέρειες που μόνο σύγχυση προκαλούν. Η ψυχραιμία είναι εξίσου μεταδοτική με τον πανικό άρα η επιλογή να παραμείνουμε νηφάλιοι και να ελέγχουμε τις σκέψεις μας, επιτρέποντας στον εαυτό μας να ανησυχεί χωρίς να παραδίδεται στην απελπισία, είναι μια πράξη ευθύνης. Καλλιεργώντας τη νηφαλιότητα, μειώνουμε τον χώρο που καταλαμβάνει ο φόβος και προστατεύουμε την ψυχική ισορροπία της οικογένειας και κατ’ επέκταση της κοινωνίας μας.
Απαιτείται προσοχή στον τρόπο που οι γονείς διαχειρίζονται τις ερωτήσεις των παιδιών, τα οποία συχνά εκτίθενται σε ανεξέλεγκτη πληροφόρηση από συμμαθητές στο σχολείο ή στα ΜΚΔ. Η στάση των ενηλίκων λειτουργεί ως συναισθηματικός οδηγός.
Σε περιπτώσεις όπου τα παιδιά μεταφέρουν τρομακτικές φήμες από το διαδίκτυο ή τους συμμαθητές τους, είναι ωφέλιμο να τους εξηγηθεί ότι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πολλές πληροφορίες είναι υπερβολικές ή λανθασμένες, επειδή κάποιοι θέλουν να τραβήξουν την προσοχή για περισσότερα κλικς και ακόμη για σημασία προς το άτομό τους. Οι γονείς μπορούν να ενθαρρύνουν τα παιδιά να εκφράζουν ελεύθερα τις σκέψεις τους, ακούγοντάς τα χωρίς να τα μαλώνουν για τον φόβο τους, και στη συνέχεια να στρέφουν την προσοχή τους στην καθημερινή ρουτίνα και στις δραστηριότητες που τους προσφέρουν χαρά. Η διαβεβαίωση ότι «είμαστε μαζί και είμαστε ασφαλείς» είναι πολύ πιο ισχυρή από οποιαδήποτε γεωπολιτική ανάλυση.
Για να είναι η επικοινωνία των γονέων με τα παιδιά τους αποτελεσματική, η προσέγγιση και η συζήτηση πρέπει να προσαρμόζεται στο αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, καθώς οι ανάγκες ενός παιδιού της προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας διαφέρουν σημαντικά από εκείνες ενός εφήβου που έχει ανεξάρτητη πρόσβαση στο διαδίκτυο.
Στην προσχολική και πρώτη σχολική ηλικία, έως περίπου τα οκτώ έτη, τα παιδιά δεν διαθέτουν τη γνωστική ικανότητα να κατανοήσουν τη γεωγραφία ή τη γεωπολιτική, καθώς αντιλαμβάνονται την ασφάλεια αποκλειστικά μέσα από το εδώ και τώρα. Σε αυτό το στάδιο είναι σημαντικό να αποφεύγονται λεπτομέρειες για στρατιωτικές βάσεις ή οπλικά συστήματα και η απάντηση σε ερωτήματα όπως «θα γίνει πόλεμος;» να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην προστασία τους. Μια καθησυχαστική εξήγηση θα μπορούσε να παρομοιάσει τις διεθνείς εντάσεις με τις διαφωνίες των παιδιών στην αυλή, διαβεβαιώνοντας το παιδί πως στην Κύπρο πολλοί ικανοί ενήλικες εργάζονται για να κρατήσουν το νησί μας ασφαλές, με τον ίδιο τον γονέα να αποτελεί το μεγαλύτερο καταφύγιο προστασίας.
Προχωρώντας στην προεφηβεία, μεταξύ 9 και 13 ετών, τα παιδιά εκτίθενται πλέον σε βίντεο στο TikTok ή το YouTube και αναπαράγουν φήμες που συχνά διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον ρόλο του γονέα ως φίλτρου λογικής. Η προσέγγιση εδώ βασίζεται στην απομυθοποίηση της πληροφορίας, εξηγώντας στο παιδί ότι πολλά από όσα βλέπει στο κινητό είναι υπερβολές με στόχο την πρόκληση εντυπώσεων ή τη συλλογή σχόλιων και διαδραστικών αντιδράσεων (comments και likes). Χρειάζεται να αναγνωριστεί ο φόβος του, αλλά ταυτόχρονα να του επικοινωνηθεί πως η Κύπρος διατηρεί ισχυρές διεθνείς σχέσεις που την προστατεύουν και πως η ύπαρξη σχεδίων προετοιμασίας από τους αρμόδιους είναι δείγμα υπευθυνότητας και όχι επικείμενου κινδύνου.
Στην εφηβεία, από 14 έτη και άνω, οι νέοι διαθέτουν πια κριτική σκέψη, αλλά είναι ταυτόχρονα ευάλωτοι σε υπαρξιακό άγχος και στην τάση για δραματοποίηση των εξελίξεων. Σε αυτό το επίπεδο, η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο ενήλικη και αναλυτική, εστιάζοντας στη διαφορά ανάμεσα στις διπλωματικές πιέσεις και στην πραγματική πρόθεση για σύγκρουση. Είναι ωφέλιμο να συζητάμε μαζί τους για το πώς οι απειλές αποτελούν συχνά μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού παιχνιδιού ισχύος, ενθαρρύνοντάς τους να συνεχίσουν την καθημερινότητά τους κανονικά. Η ψυχραιμία τους αποτελεί την προσωπική τους άμυνα και ο ανοιχτός διάλογος με τον γονέα τούς βοηθά να διακρίνουν τα πραγματικά γεγονότα από την απλή κινδυνολογία, προσφέροντάς τους την απαραίτητη αίσθηση ελέγχου μέσα σε ένα αβέβαιο περιβάλλον.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ψυχική μας ισορροπία δεν πηγάζει μόνο από τα ίδια τα γεγονότα, αλλά κυρίως από τον τρόπο που τα επεξεργαζόμαστε εσωτερικά, καθώς ο φόβος, ενώ μας υπενθυμίζει την ανάγκη να προστατεύσουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε, κινδυνεύει να μετατραπεί σε παραλυτικό πανικό όταν συνοδεύεται από απόλυτες και καταστροφικές σκέψεις. Η ουσιαστική πρόκληση για την κοινωνία μας αυτή τη στιγμή δεν έγκειται στην άρνηση της πραγματικότητας, αλλά στη θέασή της με ένα καθαρό και ώριμο βλέμμα που αναγνωρίζει μεν τη γεωπολιτική ένταση ως γεγονός, χωρίς όμως να επιτρέπει την προεξόφληση του χειρότερου σεναρίου.
Η ψυχραιμία αποτελεί μια συνειδητή επιλογή ωριμότητας, όπου δίνεται ο απαραίτητος χώρος στο συναίσθημα χωρίς να του παραχωρείται ο πλήρης έλεγχος της λογικής, συμβάλλοντας έτσι σε μια συλλογική σταθερότητα που χαρακτηρίζει την ιστορική ανθεκτικότητα της Κύπρου.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ψυχολογική ανθεκτικότητα μιας κοινωνίας χτίζεται μέσα από την ατομική μας νηφαλιότητα και τη στήριξη που προσφέρουμε ο ένας στον άλλο. Αν και οι γεωπολιτικές προκλήσεις γύρω από το νησί μας είναι υπαρκτές, η μετατροπή της ανησυχίας σε παράλυση ή πανικό δεν προσφέρει καμία επιπλέον ασφάλεια. Αντίθετα, υπονομεύει την ποιότητα της ζωής μας και την ηρεμία των παιδιών μας. Αναγνωρίζοντας τον φόβο μας χωρίς να του επιτρέπουμε να καθορίζει τις σκέψεις μας, φιλτράροντας την υπερβολή των ειδήσεων και επενδύοντας στη ζεστασιά των ανθρώπινων σχέσεων, μπορούμε να διατηρήσουμε την ισορροπία μας. Η διαφύλαξη της καθημερινής μας ρουτίνας και η μετάδοση ενός μηνύματος ψυχραιμίας στους νεότερους είναι η πιο ουσιαστική πράξη ευθύνης και το ισχυρότερο αντίδοτο απέναντι σε κάθε εξωτερική αβεβαιότητα.
Η μεγαλύτερη δύναμή μας βρίσκεται στην ικανότητα να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και να αποδεικνύουμε ότι ο φόβος μπορεί μεν να υπάρχει, αλλά μέσα από την ενσυναίσθηση και τη λογική επεξεργασία, η ένταση υποχωρεί και η αίσθηση του ελέγχου επανέρχεται ως μια βαθιά μορφή ανακούφισης.
*Δρ Φωτεινή Οικονομίδου Κράνου
Λέκτορας, Τμήμα Ψυχολογίας και Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Frederick
Εγγεγραμμένη Ψυχοθεραπεύτρια στον Παγκύπριο Σύνδεσμο Ψυχοθεραπευτών (Αρ. Εγγ. 115 FMPAP-HE)



















